Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η τεκμηριωμένη αποτίμηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, η ανάδειξη προκλήσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του, καθώς και η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωσή του. Εξετάζει τη μεθοδολογία και τα...
moreΣκοπός της παρούσας μελέτης είναι η τεκμηριωμένη αποτίμηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, η ανάδειξη προκλήσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του, καθώς και η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωσή του. Εξετάζει τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματα του συστήματος αξιολόγησης των πανεπιστημίων στην Ελλάδα, το οποίο συνδέεται άμεσα με την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης και συγκεκριμένα της καθαρής λειτουργικής επιχορήγησης.
Η ανάλυση εκκινεί από δύο θεμελιώδεις παρατηρήσεις. Πρώτον, κάθε σύστημα αξιολόγησης οφείλει, μετά την πάροδο ενός εύλογου χρονικού διαστήματος, να υπόκειται και το ίδιο σε διαδικασίες αποτίμησης για τον εντοπισμό τυχόν αδυναμιών, και συνεπακόλουθα, σε διαδικασίες αναθεώρησης προς την κατεύθυνση των αναγκαίων βελτιωτικών παρεμβάσεων. Δεύτερον, τα πανεπιστήμια, συγκρινόμενα μεταξύ τους, δεν αποτελούν ομοιογενείς οργανισμούς, αλλά διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς το μέγεθος, τη θεματική τους φυσιογνωμία, τη γεωγραφική τους θέση και τις διαθέσιμες υποδομές. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή ενός ενιαίου συστήματος αξιολόγησης, που δεν λαμβάνει υπόψη τους αυτές τις διαφοροποιήσεις, ενδέχεται να οδηγήσει σε συστηματικές στρεβλώσεις.
Το 2020 θεσπίστηκε νέο πλαίσιο χρηματοδότησης των ΑΕΙ, το οποίο συνδυάζει ποσοτικά κριτήρια (όπως ο αριθμός των τμημάτων και των ενεργών φοιτητών/φοιτητριών) με ποιοτικά κριτήρια (όπως η βελτίωση των ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων και η ερευνητική παραγωγή). Το πλαίσιο αυτό συνιστά σημαντική τομή, καθώς εισάγει για πρώτη φορά τη ρητή σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης με την επίδοση και τα επιτεύγματα των ιδρυμάτων. Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή των κριτηρίων κατανομής αφορά ένα ιδιαίτερα περιορισμένο τμήμα των συνολικών πόρων (6,1%), δηλαδή μόνο τον τακτικό προϋπολογισμό ενώ το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης (που γίνεται μέσα από το ΠΔΕ, ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης μισθοδοσία) εξακολουθεί να κατανέμεται μέσω ασαφών και μη πλήρως διαφανών διαδικασιών.
Για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης πραγματοποιήθηκε ανάλυση των δεδομένων της κατανομής της χρηματοδότησης βάσει των Εκθέσεων της ΕΘΑΑΕ για την περίοδο 2022–2026, και με ιδιαίτερη έμφαση στην Έκθεση του 2025 και στο παράδειγμα του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.
Από την ανάλυση του προαναφερθέντος υλικού προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα:
Παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις σύνδεσης της χρηματοδότησης με την ποιότητα, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο —και κυρίως ο εφαρμοζόμενος συντελεστής βαρύτητας— οδηγεί τελικά στην αποδυνάμωσή της. Στην πράξη, δεν επιτρέπει ούτε ένα ελάχιστο ποσοστό, της τάξης του 1,8% της συνολικής χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, να κατανέμεται αποκλειστικά βάσει ποιοτικών κριτηρίων. Έτσι, το μήνυμα που εκπέμπεται προς την πανεπιστημιακή κοινότητα είναι ότι η ποιότητα στην έρευνα και τη διδασκαλία δεν αποτελεί προτεραιότητα.
Η χρήση του δείκτη «δαπανών» στα ποσοτικά κριτήρια κρίνεται προβληματική. Συγκεκριμένα, τα πανεπιστήμια που λαμβάνουν μεγαλύτερη χρηματοδότηση διαθέτουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης περισσότερων δαπανών, οι οποίες στη συνέχεια επιβραβεύονται μέσω του ίδιου του συστήματος αξιολόγησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αξιολογούνται ως αποδοτικότερα και αποκτούν περαιτέρω πλεονέκτημα στη μελλοντική κατανομή πόρων, διαιωνίζοντας έτσι έναν μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων.
Οι βελτιώσεις σε μεμονωμένους ποιοτικούς δείκτες αποφέρουν σχετικά περιορισμένες αυξήσεις στη χρηματοδότηση, ενώ ο συντελεστής βαρύτητας που εφαρμόζεται στον συνολικό δείκτη των ποιοτικών κριτηρίων δημιουργεί σημαντικές αποκλίσεις υπέρ των μεγάλων ιδρυμάτων.
Το γεγονός ότι η ποιοτική αξιολόγηση πραγματοποιείται βάσει πέντε θεματικών ενοτήτων, χωρίς η ενότητα: «Αριστεία στην έρευνα και επιδόσεις του επιστημονικού προσωπικού» να είναι υποχρεωτική, υποβαθμίζει μια θεμελιώδη διάσταση του πανεπιστημίου, δηλαδή τον ερευνητικό του ρόλο.
Ορισμένοι δείκτες εμφανίζονται λιγότερο κατάλληλοι για τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, καθώς βασίζονται κυρίως σε χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στις θετικές και τεχνολογικές επιστήμες (όπως, για παράδειγμα, οι πατέντες).
Τα μεγάλα, κεντρικά και πολυθεματικά πανεπιστήμια (όπως το ΑΠΘ, το ΕΚΠΑ, το Πανεπιστήμιο Πατρών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) εμφανίζονται σαφώς ενισχυμένα, ενώ μικρότερα, μονοθεματικά ή/και περιφερειακά ιδρύματα (ενδεικτικά, το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και το Πάντειο Πανεπιστήμιο) λαμβάνουν συγκριτικά χαμηλότερη χρηματοδοτική ενίσχυση.
Παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις σύνδεσης της χρηματοδότησης με την ποιότητα, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν επιβραβεύει ουσιαστικά την ποιοτική βελτίωση, αλλά στην πράξη τείνει να την αποθαρρύνει. Αφενός, δεν λειτουργεί ως αποτελεσματικός μηχανισμός κινήτρων για την αναβάθμιση της ποιότητας από πλευράς της πανεπιστημιακής κοινότητας· αφετέρου, ενδέχεται να οδηγεί έμμεσα στην υιοθέτηση ενός μοντέλου διαφοροποιημένης ανάπτυξης, στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώνονται συνθήκες πανεπιστημίων «δύο ταχυτήτων»: κεντρικά, μεγάλα και πολυθεματικά ιδρύματα έναντι μικρότερων, περιφερειακών και μονοθεματικών.
Αξιοποιώντας τα προαναφερθέντα ευρήματα, ακολούθως συγκεκριμένες κατευθύνσεις για τη βελτίωση του συστήματος αξιολόγησης: (i) Κατάργηση του συντελεστή βαρύτητας στα ποιοτικά κριτήρια. (ii) Κατάργηση του δείκτη «δαπανών» στα ποσοτικά κριτήρια. (iii) Καθιέρωση της Ενότητας: «Αριστεία στην έρευνα και επιδόσεις του επιστημονικού προσωπικού» ως υποχρεωτικής στα ποιοτικά κριτήρια. (iv) Η υποστελέχωση και οι περιορισμένοι πόροι να μην αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης. (v) Αναθεώρηση δεικτών που δεν συνάδουν με τη φύση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών.