Γεώργιος Π. Νάκος
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821
φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι,
διαμορφωτικοί νομικών χαρακτηρισμών
ιδιωτικών δικαιωμάτων
C
M
Y
CM
Ανάτυπο
MY
CY
CMY
K
από τον Τιμητικό Τόμο για τον καθηγητή
Νικόλαο Ι. Μπάρμπα
«Δημόσια Οικονομικά και Δίκαιο»
2013
ΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ
ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΝΟΜΟΙ, ΔΙΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟΙ ΝΟΜΙΚΩΝ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Γεώργιος Π. Νάκος
Ομότιμος Καθηγητής
Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.
Η κατάλυση της οθωμανικής τυραννίας είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων,
την κατάργηση ή αλλοίωση των ισχυσάντων δημοσιονομικών συστημάτων, τα οποία
η επελθούσα μετά την Επανάσταση του 1821 κατάσταση της ενγένει διοικήσεως της
χώρας προσπάθησε, στα πλαίσια των δυνάμεών της και ενόψει των νέων ιστορικών
και πραγματικών συνθηκών, να αντιμετωπίσει, ίσως και να τα αντικαταστήσει, με
πρόχειρα ή τις περισσότερες φορές αντιφάσκοντα μεταξύ τους φορολογικά μέτρα,
με επακόλουθο τη δημιουργία πλείστων ασαφειών, αντιθέσεων, διαφορετικών
θέσεων και αλληλοσυγκρουόμενων ερμηνειών σε σχέση με θεσμούς και διατάξεις
του «επανεισαχθέντος» βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στη νεοελληνική νομοθεσία1, οι
οποίες δεν καθίστανται ιδιαιτέρως εμφανείς μόνο τα πρώτα έτη του Αγώνα στα
σχετικά νομοθετήματα, αλλά εκφράσεις των «ιχνών» τους επισημαίνονται μέχρι τις
ημέρες μας!
Ο πρώτος γενικός φορολογικός2 νόμος υπ’ αριθ. 10 του Κώδικος των Νόμων, της
1. Με τις διατάξεις των Τοπικών Πολιτευμάτων του Αγώνος, ιδιαίτερα με τη Νομική Διάταξη της
Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, 15-11-1821: «Οι Κοινωνικοί Νόμοι των αειμνήστων Χριστιανών Αυτο-
κρατόρων της Ελλάδος μόνοι ισχύουσι κατά το παρόν εις την Ανατολικήν Χέρσον Ελλάδα» (Γ΄, Α΄,
β΄), ή σε συναφή μορφή με τις διατάξεις των Γενικών Πολιτευμάτων, κυρίως του Προσωρινού Πολι-
τεύματος της Ελλάδος, Επίδαυρος 1-1-1822: «Άχρι της κοινοποιήσεως των … κωδήκων αι πολιτικαί
και εγκληματικαί διαδικασίαι βάσιν έχουσιν τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτο-
κρατόρων» (& ϟη΄), τις οποίες βλ. αντί άλλων Νάκου, Γ.Π., Ιστορία Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου,
Θεσσαλονίκη 1990, 188 κε.
2. Η ουσιαστική καθιέρωση της ετήσιας εκδόσεώς του εμφανίζεται αρχικά στις ειδικές δημοσιο-
νομικές ρυθμίσεις του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος του 1822, το οποίο στο πεδίο του
φορολογικού δικαίου καθιέρωσε τόσο την αρχή της νομιμότητας του φόρου, την επιβολή του
δηλαδή μόνο με βάση νόμο, όσο και τη φορολογική ισότητα, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα
των φορολογούμενων, καθώς και την αρχή της καθολικότητας του φόρου, που επιβάλλει την υπο-
χρέωση συνεισφοράς όλων των φυσικών ή νομικών προσώπων για την κάλυψη των αναγκών του
κράτους, για τις οποίες βλ. τις ειδικότερες αναφορές στα συνταγματικά κείμενα του Πολιτεύματος
του 1822, αλλά και των επόμενων δύο Πολιτευμάτων του 1823 και 1827, στου Κ. Φινοκαλιώτη, Οι
δημοσιονομικές ρυθμίσεις των συνταγματικών κειμένων του Αγώνα του 1821, ΠανηγΛόγος για την
εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1984, Κομοτηνή 1984, σ. 22-23 κε.
306 Γεώργιος Π. Νάκος
26ης Απριλίου 1822, «περί επιβολής της δεκάτης (ή περί αποδεκατώσεως των καρ-
πών)»3 της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος διέστειλε τα κτήματα σε ιδιόκτητα,
εθνικά, ορυζώνες, εθνικούς ελαιώνες, με διαφοροποιήσεις στα ποσοστά της αποδεκα-
τώσεώς τους [ποσοστών επί των παραγόμενων καρπών], κυμαινόμενων από το απλό
«δέκατο των καρπών, γεννημάτων και όλων εν γένει των προϊόντων» για τα ιδιόκτητα
μέχρι το τριτοδέκατο για τα εθνικά κτήματα, ενώ ο υπ’ αριθ. 39 νόμος του Κώδικος
των Νόμων, της 28ης Φεβρουαρίου 1825, «περί φορολογίας επί των συκών και συκα-
μίνων»4, που εισήγαγε διαφορετικό καθεστώς αναφορικά με την ιδιοκτησία των δέν-
δρων, ως μορφής χωριστής κυριότητάς τους, ασχέτως αν το έδαφος δεν ανήκε στον
ιδιοκτήτη του δένδρου5, διέκρινε τα ενλόγω δένδρα σε τρεις φορολογικές κατηγο-
ρίες: ως ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη ιδιόκτητη, με υποχρέωση την καταβολή στο
Εθνικό Ταμείο της δεκάτης, ιδιόκτητα φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση δύο
δέκατα, εθνικά φυτευμένα σε γη εθνική, με υποχρέωση πέντε δέκατα (:δηλαδή το
μισό της παραγωγής)6, από τις οποίες η δεύτερη κατηγορία, που αναφερόταν στα
«ιδιόκτητα [δένδρα τα] φυτευμένα εις γην εθνικήν», οδηγούσε στη μη ρητά αναφε-
ρόμενη αλλά υφιστάμενη εν τοις πράγμασι κατηγορία των θεωρούμενων ως «εθνι-
κοϊδιόκτητων» κτημάτων7, που εντάχτηκαν στη συνέχεια ως εξειδικευμένη κατηγο-
ρία κτημάτων στην ενοποιημένη «Διάταξη των δημοσίων προσόδων εκ των προϊό-
ντων της γης», της 23ης/28ης Φεβρουαρίου 18258, που κωδικοποίησε τους μέχρι τότε
[1825] εκδοθέντες νόμους.
Μεταξύ των περιλαμβανόμενων στην ενλόγω Διάταξη νόμων αναφερόταν και ο
υπ’ αριθ. 37 του Κώδικος των Νόμων, της 22ας Ιανουαρίου 1825, «περί εκμισθώσεως
των αμπελώνων της Κορίνθου»9, που θέσπιζε τον προσδιορισμό της χρονικής περιό-
δου για τη μίσθωση των εθνικών σταφίδων σε πέντε έτη, με φορολογούμενο ποσοστό
επί του εισοδήματος «τρία εις τα πέντε», με εξαίρεση την κατηγορία των χαρακτηρι-
ζόμενων ως «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων [: που ανήκαν εξ αδιαιρέτου στον ιδιοκτή-
τη και το ελληνικό δημόσιο σε ποσοστό 50% στον καθένα τους], για τα οποία προσδι-
3. Το κείμενο βλ. στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. Α΄, εν Αθήναις 1857, σ. 26, 158 κε.
(: περαιτέρω, ΑΕΠ). Βλ. επίσης ειδική αναφορά στου Γεωργίου Π. Νάκου, Η φορολογική νομοθεσία
κατά την ελληνικήν επανάστασιν (1821-1826), Επιστημονική Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονο-
μικών Επιστημών, τ. Ι΄, Εις Μνήμην Κωνσταντίνου Ν. Καραβά, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 1163 κε., 1170
κε., 1160 κε. (περαιτέρω: Νάκου, ΦορΝ.)
4. Βλ. Νάκου, ΦορΝ., σ. 1164 κε.
5. Σχέση που εξειδίκευε το βασικό ελληνικό θεσμό της «δενδροκτησίας», για τον οποίο βλ. Νά-
κου, ΦορΝ., σ. 1165 σημ. 13. Βλ. επίσης Γεωργίου Π. Νάκου, το δικαίωμα της χωριστής ιδιοκτησίας επί
δένδρων (δενδροκτησία) στη Θάσο επί Τουρκοκρατίας, Θασιακά, τ. 9/1994-1995, σ. 367 κε.
6. Αυτόθι, σ. 1164 κε.
7. Αυτόθι, σ. 1170.
8. Το κείμενο βλ. στου Γ. Δ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των νόμων της ελληνικής επαναστάσεως,
1822-1828, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου, Ακαδημίας Αθηνών, τ. 10-11,
Αθήναι 1966, σ. 213 κε. (: περαιτέρω, Δημακόπουλου, Κώδιξ Νόμων). Πρβλ. Νάκου, ΦορΝ., σ. 1169
κε.
9. Το κείμενο βλ. στου Δημακόπουλου, Κώδιξ Νόμων, σ. 148 κε. Πρβλ. Νάκου, ΦορΝ., σ. 1170.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 307
ορίστηκε η καταβολή ως φορολογούμενο ποσοστό επί του εισοδήματος, κατανεμό-
μενου σε έναν κατά το δυνατό ακριβοδίκαιο προσδιορισμό: «εκ του ημίσεος του
ιδιοκτήτου μέρους να δίδωσιν εις το Εθνικόν Ταμείον το δέκατον [:με βάση τον πιο
πάνω νόμο υπ’ αριθ. 10 που προσδιόριζε τη δεκάτη για τα προϊόντα επί των προϊό-
ντων των ιδιόκτητων κτημάτων], διά δε το άλλο ήμισυ το οποίον είναι εθνικόν , το
ήμισυ του εισοδήματος»10.
Οι ρυθμίσεις αυτές συμπληρώθηκαν στις περιπτώσεις των ακαλλιἐργητων α-
μπελώνων, οι ρυθμίσεις των οποίων εμφανίζονται στον ομώνυμο νόμο υπ’ αριθ. 44
του Κώδικος των νόμων, της 17ης/19ης Απριλίου 1825, «περί εκμισθώσεως των ακαλ-
λιεργήτων αμπελώνων»11, όπου λήφτηκε πρόνοια επταετούς μισθώσεως των από
του 1821 μέχρι τότε τελείως ακαλλιέργητων αμπελώνων, για τους οποίους χορηγή-
θηκε μια μορφή οιονεί φορολογικής απαλλαγής [ίσως μειώσεως] των μισθωτών
τους από την πλήρη φορολογία [:όπως πιο πάνω είχε προσδιοριστεί], έτσι ώστε η
φορολογική επιβάρυνση να ανέρχεται κατά την πρώτη πενταετία μόνο στο δέκατο,
καταβαλλόμενο στο Εθνικό Ταμείο, ενώ για τα υπόλοιπα δύο έτη στο μισό του
ενγένει εισοδήματός τους.
Ωσαύτως, τα διαμορφωθέντα ως εθνικά πλέον δικαιώματα επί της αγροτικής κυ-
ρίως έγγειας ιδιοκτησίας στη χρονική εξελικτική τους πορεία διαφοροποιήθηκαν
ουσιαστικά, από την πραγματιστική βάση της αποδεκατώσεώς τους (1822), με ποσο-
στά δηλαδή επί των παραγόμενων καρπών, στην εκμίσθωσή τους με το σύστημα
εισπράξεως των δημόσιων προσόδων διά δημοπρασίας (1825-1826), που είχε τελικά
επικρατήσει, μετά από «νομοθετημένη» εκτίμηση του «αποτιμήματος» καταβαλλόμε-
νου κατά βάση σε «χρήματα, τα μεν ημίση επί χείρας μετά την δημοπρασίαν, τα δε
άλλα ημίση τη πρώτη Σεπτεμβρίου»12.
Ομοίως, για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω κωδικοποιημένων φορολογικών
ρυθμίσεων και για την ενδεχόμενη άρση των οποιωνδήποτε διαφωνιών των μισθω-
τών αναφορικά με τα προϋπολογισθέντα «αποτιμήματα» των δημόσιων προσόδων με
τους τοπικούς δημογέροντες, εξαιτίας του καθεστώτος της φορολογίας επί Τουρκο-
κρατίας που ήταν διαφορετικό σε σχέση με τους νέους φορολογικούς νόμους της
Επαναστάσεως του 1821, οι οποίοι επέτασσαν μια κατά το δυνατό ισόρροπη φορολο-
γική ισότητα, έναντι των προϊσχυσάντων ιδιόρρυθμων οθωμανικών δημοσιονομικών
«προνομίων», τα οποία συνήθως λειτουργούσαν κατά την τότε αυθαίρετη βούληση
των τοπικών τιμαριούχων13, προβλέφτηκε επίσης, ρητά, από την πιο πάνω Διάταξη ότι
«καταργούνται α) η αποκοπή (τουρκιστί μαχτού, κεσίμι), β) οι μιζράδες, καλέμια και
σπαθιά»14, τα οποία συνέθεταν ένα ιδιαιτέρως βαρύτατο καθεστώς επαχθών φορολο-
10. Διάταξη η οποία απέδωσε ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά το εννοιολογικό περιεχόμενο της κα-
τηγορίας αυτής των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων.
11. Το κείμενο βλ. στου Δημακόπουλου, αυτόθι, σ. 158 κε. Πρβλ. Νάκου, ΦορΝ., σ. 1170.
12. Βλ. ειδικότερα στου Νάκου, ΦορΝ., σ. 1170 σημ. 23, σε πρβλ. με σ. 1160 κε., με λεπτομέρειες
για το σύστημα της εκμισθώσεως των «εθνικών δικαιωμάτων».
13. Ειδικότερα βλ. Νάκου, ΦορΝ., σ. 1170 σημ. 23.
14. Βλ. στη & ιδ΄ της «Διατάξεως των Δημοσίων Προσόδων» του 1825, πιο πάνω στο κείμενο της
308 Γεώργιος Π. Νάκος
γικών υποχρεώσεων, ενδεικτικά αναφερόμενων, η είσπραξη των οποίων επέτρεπε τις
συνήθεις άμεσες ή έμμεσες οθωμανικές καταχρήσεις15.
Μέσα στο ίδιο και όχι απόλυτα σαφές εννοιολογικό πλαίσιο, η Επανάσταση του
1821 οδήγησε, επίσης, στην αιτία πολέμου κατάληψη σαν «εθνικών» όλων των τέως
οθωμανικών ιδιοκτησιών, με αποτέλεσμα να αναφανούν ιδιοκτησιακά προβλήματα
από κατόχους κτισμάτων που χρησίμευαν ως εργαστήρια, τα οποία είχαν οικοδομηθεί
επί αλλότριας οθωμανικής γης επί Τουρκοκρατίας, καταβάλλοντας σαν μίσθωμα γης ή
ορθότερα κατοχής ή χρήσεως της οθωμανικής γης, ως «νόβελλο», ετήσια «ένα γρόσι
την πήχη»16, το ερμηνευτικό πλαίσιο του οποίου, μετά την κυριαρχική παρεμβολή του
Βουλευτικού στις συνεδρίες της 14ης και 15ης Απριλίου 182517 για τη διατήρηση κα-
ταρχήν της νομικής καταστάσεως των «νοβέλλων», αναφορικά με το μίσθωμα που
είχε «συμφωνηθεί απαρχής», δηλαδή προ της Επαναστάσεως του 1821, μάλλον στοι-
χειοθετούσε μια απλή μισθωτική σχέση με ενοχικό περιεχόμενο18, αποκλείοντας την
πραγματική μορφή που είχε διαμορφωθεί επί Τουρκοκρατίας, η οποία προσέκλινε,
έστω και εμμέσως, σε μια ιδιόρρυθμη εμπράγματη κατάσταση19, τα στοιχεία της ο-
ποίας απέδιδαν τον οθωμανικό θεσμό του «γεδικίου»20.
Από τη μελέτη των σχετικών πρακτικών του Βουλευτικού Σώματος της περιόδου
1824-1826 διαπιστώνεται μια ουσιαστική αλλά και διαυγής ως προς την προοπτική
της «πολιτική» απόφαση για την πιο πάνω περίπτωση της αναγνωρίσεως των δικαιού-
χων χρήσεως των εργαστηρίων - «γεδικίων» που βρίσκονταν υπό «νόβελλο», για τα
οποία η πιο πάνω σχετική απόφαση21 ρητά διασαφήνιζε ότι αφορούσε μόνο σε μια
σχετικά «πρόσκαιρη» ρύθμιση για τους «ενοικιαστές» [μισθωτές των εργαστηρίων],
ενώ στην ουσία απέκλειε τη διεκδίκηση άλλων δικαιωμάτων επί των εργαστηρίων
αυτών, θεωρούμενων «ως όντων εθνικών κτημάτων, για τα οποία εις το μέλλον θέλει
διατάξει περί αυτών η Διοίκησις»22.
Στην Καποδιστριακή περίοδο παρατηρήθηκε μια σταδιακή διαφοροποίηση23 στο
εννοιολογικό περιεχόμενο των θεωρούμενων ως ενοχικών δικαιωμάτων χρήσεως των
εργασίας μας σημ. 8, ενώ ειδικότερα στοιχεία για τους αναφερόμενους αυτόθι φορολογικούς όρους,
που εξειδίκευαν αντίστοιχα οικονομικές υποχρεώσεις, βλ. στου Νάκου, ΦορΝ., σ. 1173 σημ. 25.
15. Αυτόθι, σ. 1173 σημ. 25.
16. Βλ. Συνεδρία Βουλευτικού της 14ης Απριλίου 1825, ΑΕΠ, νέα σειρά, Βουλής των Ελλήνων, Α-
ριθ. 7, τ. Δ΄, Αθήναι 1973, σ. 215, 217 (: περαιτέρω, ΑΕΠ, ν. σειρά). Βλ. επίσης ειδικότερη ανάπτυξη
στου Γεωργίου Π. Νάκου, Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών, Θεσσαλονίκη
1984, σ. 137 σημ. 49, 16 κε. (περαιτέρω: Νάκου, Νομικό Καθεστώς)
17. Βλ. ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 7, τ. Δ΄, σ. 217-218.
18. Βλ. σχετικά Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 137, 139-140 κε.
19. Αυτόθι, σ. 137, 140-141.
20. Βλ. αυτόθι, για την ειδικότερη έννοιά του, σ. 138 σημ. 56.
21. Αυτόθι, σ. 137-138.
22. Βλ. ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 7, τ. Δ΄, σ. 215, 217-218, σε πρβλ. προς το υπ’αριθ. 591 προβούλευμα
του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό, της 14-4-1825, ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 8, τ. Ε΄, Αθήναι 1974, σ. 204,
213. Πρβλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 137 κε.
23. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 138.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 309
εργαστηρίων - «γεδικίων» που βρίσκονταν υπό «νόβελλο», με χαρακτηριστικό στοι-
χείο την καταβαλλόμενη προσπάθεια όχι μόνο για τη διεύρυνση αλλά και την επέκτα-
ση της ουσιαστικής έννοιας των δικαιωμάτων αυτών, τις περισσότερες φορές και
πέραν από το αναζητούμενο περιεχόμενο που πραγματικά είχαν επί Τουρκοκρατίας,
η οποία οδήγησε στη δημιουργία ενός ουσιαστικού νομοθετικού πλαισίου που επι-
τεύχτηκε με το φορολογικό νόμο του 1834 επί Αντιβασιλείας του Όθωνα24, ο οποίος
αποτέλεσε βασική αφετηρία για τις μετέπειτα σχετικές μορφοποιήσεις τους.
Ειδικότερα πριν από τη νομοθετική επίτευξη της ενλόγω διευρύνσεως τονίζεται
προεισαγωγικά ότι προηγουμένως η καίρια εμφάνιση του χαρακτηριστικού στοιχείου
της διαφοροποιήσεως αυτής εμφανίστηκε στη ΛΘ΄συνεδρία της Ε΄ Εθνικής των Ελλή-
νων Συνελεύσεως, της 11ης Φεβρουαρίου 1832, όπου προτάθηκε25 «ότι ως γεντίκια
δεν πρέπει να θεωρηθούν [μόνο] οι Τουρκικές ιδιόκτητες γαίες, που παραχωρούνταν
μόνο για την κατασκευή οικιών ή εργαστηρίων, αλλά και εκείνες όσες δίνονταν για
εμφύτευση αμπελώνων, ελαιώνων, κ.λπ.», διευκρινιζόμενης, έτσι, όχι μόνο, της ειδικό-
τερης έννοιας του δικαιώματος ανεγέρσεως και χρήσεως εργαστηρίων επί αλλότριας
γης κατά την Τουρκοκρατία, με την υποχρέωση καταβολής ετήσιου μισθώματος, που
ήταν γνωστό ως «νόβελλο»26, του οποίου τα ειδικότερα στοιχεία της έννοιας αυτής
συνθέτουν τον οθωμανικό θεσμό του «γεδικίου» (gedik) ή «γεντικίου»27, αλλά και της
προσπάθειας διευρύνσεως των εννοιολογικών ορίων των κτηθέντων δικαιωμάτων επί
των εργαστηρίων κ.τ.λπ. με την υπαγωγή και των δικαιωμάτων που θα προέκυπταν
από τις γενόμενες εμφυτεύσεις αμπελώνων, ελαιώνων κ.τ.λπ. επί των τέως οθωμανι-
κών γαιών, άσχετα αν εννοιολογικά οι δυο αυτές κατηγορίες κτηθέντων ιδιωτικών
επί Τουρκοκρατίας δικαιωμάτων δεν ήταν δυνατό να εξομοιωθούν, για τον απλό
λόγο ότι τα δικαιώματα στα εργαστήρια κ.τ.λπ. αντιμετωπίζονταν από την Πολιτεία
σαν ενοχικά, παρόλο που προσέγγιζαν ιδιόρρυθμα την εμπράγματη φύση, ενώ τα
δικαιώματα που απέρρεαν από τις γενόμενες εμφυτεύσεις, τα οποία θα απέδιδαν
οπωσδήποτε δικαιώματα συγκυριότητας επί της γης που εμφυτεύτηκε, ήταν σαφώς
εμπράγματης μορφής28.
Η κατάληξη της πιο πάνω προτάσεως στην Ε΄ Εθνική Συνέλευση ήταν γενικά αρ-
νητική, ενώ συνάγεται ότι απέδιδε έναν αρκούντως περίφροντι προβληματισμό29,
γιαυτό και δε λήφτηκε γιαυτά οριστική απόφαση, αφού η Συνέλευση δε φάνηκε δια-
τεθειμένη να αποδεχτεί την κατά φαινόμενο πλασματική «εξομοίωση» των δύο αυτών
διαφορετικών ιδιωτικών δικαιωμάτων, με τα οποία παρέχονταν στο καθένα απ’αυτά,
με βάση το τέως οθωμανικό δικαιικό καθεστώς υπό το οποίο δημιουργήθηκαν, δια-
φορετική, ανάλογα με τη νομική τους φύση, προστασία, έτσι ώστε να εξακριβωθεί η
24. Αυτόθι, σ. 138.
25. Βλ. ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 5, τ. Γ΄, Αθήναι 1974, σ. 107.
26. Πρβλ. σχετικά ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 7, τ. Δ΄, σ. 215, 217 κε.
27. Το οποίο ως θεσμός ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένος στην οθωμανική αυτοκρατορία, βλ. ειδι-
κότερα εννοιολογικά στοιχεία στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 138 σημ. 56.
28. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 140.
29. Ανάπτυξη βλ. αυτόθι, σ. 141-142.
310 Γεώργιος Π. Νάκος
πραγματική τους έννοια, δηλαδή «να κανονιστούν και τα δυο συνάμα [ταυτόχρονα],
όσο δηλαδή τα εθνικοϊδιόκτητα τόσο και τα υπό νόβελλο [κτήματα]»30, η οποία θα
προσδιόριζε την αντίστοιχη υπαγωγή σε μια νομική μορφή του δικαίου, που ίσχυε
τότε και έτσι θα συναγόταν ο βαθμός της προστασίας τους κάτω από το νέο ελληνικό
νομικό καθεστώς31.
Κατά συνέπεια η συλλογιστική αυτή της υπαγωγής εμπράγματων δικαιωμάτων
στην οποιαδήποτε προστατευτική νομική διάταξη που αφορούσε ενοχικά δικαιώ-
ματα, έστω και προσεγγίζοντα τον εμπράγματο χαρακτήρα, που ήταν σαφώς υπο-
δεέστερα, προκαλεί απορία, εξαιτίας ελλείψεως πραγματικής βάσεως στον επιδιω-
κόμενο σκοπό της σχετικής ρυθμίσεως, αφού υπάγονταν στην αναγνωρισμένη από
το ελληνικό κράτος κατηγορία των «εθνικοϊδιόκτητων» γαιών ήδη από της Επανα-
στάσεως του 182132.
Περαιτέρω, το εννοιολογικό περιεχόμενο των κεκτημένων ιδιωτικών δικαιωμάτων
κατά την Τουρκοκρατία, σημειώνεται, εξαρχής, ότι πλέον από την περίοδο της Αντι-
βασιλείας του Όθωνα παρατηρούνται ποικίλης μορφής διαφοροποιήσεις33, τις περισ-
σότερες φορές αμφίβολης ερμηνευτικής «νομιμότητας», που αναφέρονται σε ρυθμί-
σεις θεσμών του ισχύοντος τότε στην Ελλάδα βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου34, με εξει-
δίκευση, όμως, μόνο στην ονοματοδοσία τους, χωρίς κανένα έλεγχο του
εννοιολογικού τους περιεχομένου, που εισάγεται «άκριτα», ασυλλόγιστα, μόνο και
μόνο για να δοθεί ένα νομικό επικάλυμμα στην εισαγόμενη ρύθμιση, στο όνομα της
ρυθμιζόμενης διατάξεως, η οποία, τις περισσότερες φορές, δε συνάδει, ούτε εναρμο-
νίζεται με το υφιστάμενο δικαιικό πλαίσιο του ισχύοντος ελληνικού- βυζαντινορωμαϊ-
κού δικαίου, στα πλαίσια της υποχρεωτικής συσχετιστικής αναφοράς των διατάξεων
του προϊσχύσαντος οθωμανικού δικαίου με τη ρυθμιζόμενη περίπτωση.
Ειδική μνεία διαμορφώσεως ορισμένων «ιδιοκτησιακής» μορφής ιδιωτικών δικαι-
ωμάτων, εμφανίζεται κυρίως με τη νομοθετική πρωτοβουλία της Αντιβασιλείας του
Όθωνα, που συνεχίστηκε και στις μετέπειτα χρονικές περιόδους, για τη νομιμοποίηση
30. Βλ. ΑΕΠ, ν. σειρά, Αριθ. 5, τ. Γ΄, σ. 156, όπου και οι ειδικότερες «θέσεις»» της Ε΄ Εθνικής Συνε-
λεύσεως.
31. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 142.
32. Οριοθέτηση του όλου εννοιολογικού περιεχομένου τους βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ.
128, 135, 136 σημ. 47, κυρίως 141-144.
33. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 134, όπου αξιολόγηση της «τακτικής» αυτής του ελληνικού
κράτους, σε πρβλ. με αυτόθι, σ. 143 κε.
34. Η τυπική νομιμοποίηση του οποίου στο νεοπαγές Βασίλειο της Ελλάδος συντελέστηκε με
βάση το Διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου/7ης Μαρτίου 1835, «περί Πολιτικού Νόμου», της Αντιβασι-
λείας του Όθωνα, το οποίο σε ένα και μοναδικό άρθρο εισήγαγε «τους πολιτικούς νόμους των
Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, τους περιεχόμενους εις την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου, [οι οποίοι]
θέλουν ισχύει μέχρισού δημοσιευθή ο πολιτικός κώδιξ, του οποίου την σύνταξιν διετάξαμεν ήδη»,
βλ. το κείμενο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως φ. 7/7-3-1835 (: περαιτέρω, ΕτΚ) = ΕτΚ, ανατύπω-
ση, τ. Α΄, σ. 10 κε. (περαιτέρω: ανατ., ενώ το Διάταγμα αναφέρεται περαιτέρω: ως Δ.). Βλ. επίσης
σχετικά Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 147-148 σημ. 77, 151, σε πρβλ. με την παρατιθέμενη πιο κάτω
στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 63.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 311
των οποίων δόθηκαν ορολογικοί χαρακτηρισμοί με ονομασίες της βυζαντινορωμαϊ-
κής νομοθεσίας, που απέδιδαν μια γενικότερη έκφραση του εννοιολογικού περιεχο-
μένου των όρων αυτών, χωρίς να εξετάζεται το ειδικότερο περιεχόμενο που είχαν επί
Τουρκοκρατίας (το οποίο ενδεχομένως ήταν ευρύτερο απ’ αυτό που αναγνωριζόταν),
γιατί αυτό δεν μπορούσε «τεχνικά» να εξεταστεί, εξαιτίας της νέας ορολογίας, που
δέσμευε με το περιεχόμενο που είχε και το νομοθέτη και τον εφαρμοστή του σχετικού
νόμου35.
Απαρχή της θεσπίσεως συναφών νομοθετημάτων με χαρακτήρα ιδιαίτερα φορο-
λογικό, για τη σχετική αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, με ορολογικούς χαρακτη-
ρισμούς της βυζαντινορωμαϊκής νομοθεσίας, αποτέλεσε το Διάταγμα της 3ης/15ης
Δεκεμβρίου 1833, «περί του διορισμού του φόρου βοσκής και του για τα εθνικοϊδιό-
κτητα λιβάδια έγγειου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834»36, με το οποίο αναγνωρί-
στηκε στους κατόχους λιβαδιών, «των οποίων η επικαρπία εἰχε δοθεί από την οθωμα-
νική εξουσία σε κάποιο ιδιώτη με [τίτλο] ταπιού [tapu], και τα οποία νεμόταν είτε
αυτός είτε άλλος, στον οποίο μπορούσε να παραχωρήσει το δικαίωμα της επικαρπίας,
σύμφωνα με τους Τουρκικούς νόμους, [να] μένουν και στο εξής στο νόμιμο επικαρ-
πωτή με [το] δικαίωμα [της] εμφυτευτικής επικαρπίας με το όνομα εθνικοϊδιόκτητα»37
(άρθρ. 2), αλλιώς το δημόσιο θεωρούνταν ότι είχε την «πλασματική νομή» για «όλα τα
λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν έχει κάποιος να παρουσιάσει έγγραφο
(ταπί), που να εκδόθηκε από την Τουρκική εξουσία, [οπότε] θεωρούνται ως δημόσια
και η νομή τους μένει ως και μέχρι τώρα στο δημόσιο» (άρθρ.1).
Παράλληλα, ιδιαίτερα βασικές ρυθμίσεις που σηματοδότησαν την περαιτέρω εξε-
λικτική πορεία ορισμένων ιδιωτικών δικαιωμάτων, περιέχονται στον ετήσιο φορολο-
γικό Νόμο της 24ης Μαρτίου /5ης Απριλίου1834, «περί αποδεκατώσεως των προϊόντων
της γης για το έτος 1834»38, στον οποίο εμφιλοχώρησε μια αντιφατική ρύθμιση ανα-
φορικά με την αναγνώριση μιας κατηγορίας ιδιωτικών δικαιωμάτων, που είχαν κτηθεί
νομότυπα κάτω από το προηγούμενο οθωμανικό καθεστώς.
Με τη ρύθμιση αυτή, ενώ θεσπίστηκε γενικά [με μια υπερβολική διατύπωση που
προσέγγιζε την έλλειψη ακριβούς αναφοράς στις πραγματικές προϋποθέσεις της
υπάρξεώς τους], ότι «τα νόβελλα και άλλα παρόμοια επί Τουρκοκρατίας επικρατήσα-
ντα ακανόνιστα εγκτητικά δικαιώματα, θεωρούνται και στο μέλλον ως άκυρα, αφού
ήδη ακυρώθηκαν από τις παρελθούσες Κυβερνήσεις και εθνικές συνελεύσεις» (άρθρ.
9.1), ειδικότερα αναγνωρίστηκε ότι «τα άχρι τούδε υποκείμενα σε πληρωμή νοβέλλων
αμπέλια, σταφιδαμπελώνες, ελαιόδενδρα και μορέες μένουν στο νόμιμο επικαρπωτή
[τους] με εμφυτευτικά επικαρπίας δικαιώματα, και ονομάζονται [με το γνωστό χαρα-
κτηρισμό σαν] εθνικοϊδιόκτητα», με την υποχρέωση όμως καταβολής διπλής φορο-
35. Βλ. ειδικότερα στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 165-166 σε πρβλ. με σ. 134.
36. Βλ. ΕτΚ, φ. 40/12-12-1833 (ανατ. τ. Α΄, σ. 100 κε.).
37. Το ειδικότερο εννοιολογικό περιέχομενο των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων βλ. στου Νάκου,
Νομικό Καθεστώς, σ. 128, 135-136 ως ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, 144, 152-153 κε., 163-165.
38. Βλ. ΕτΚ, φ. 13/10-4-1834 (ανατ. τ. Α΄, σ. 35 κε.). Πρβλ. αναλυτικά στου Νάκου, Νομικό Καθε-
στώς, σ. 134 κε.
312 Γεώργιος Π. Νάκος
λογίας, δηλαδή να «πληρώνουν εκτός από τον έγγειο φόρο και φόρο επικαρπίας, του
οποίου το ποσό είναι ίσο με τον έγγειο φόρο» (άρθρ. 9.2)39.
Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση, αλλά χρησιμοποιώντας απλή γραμματική ερμη-
νεία για την τεκμηρίωση του περιεχομένου της διατάξεως αυτής, αποδεικνύεται η
αντίφαση40 στις προβλεπόμενες ρυθμίσεις του άρθρ. 9, σύμφωνα με τις οποίες η
γενική εννοιολογική τοποθέτηση του νομοθέτη ήταν αρνητική στην καθολική ανα-
γνώριση των «νοβέλλων και των άλλων ακανόνιστων εγκτητικών δικαιωμάτων»
(άρθρ. 9.1), τα οποία, αφού δε θα είχαν ισχύ «και στο μέλλον», δεν μπορούσαν, κατά
συνέπεια, να έχουν νόμιμο κύρος και στο [τότε] «παρόν»41, ενώ, παράλληλα, η ειδική
προστατευτική πολιτική για τα «κεκτημένα» ιδιωτικά δικαιώματα ήταν θετική, ανάγο-
ντας έτσι νομοθετικά τη νομική κατάσταση των «νοβέλλων», που θεωρήθηκαν σαν
υποχρεώσεις των νόμιμων δικαιούχων των ρητά κατονομαζόμενων κτημάτων, «τα
οποία [νόμιμα] φυτεύτηκαν προ του εθνικού αγώνα» και είχαν καταστεί «υποκείμενα
σε πληρωμή νοβέλλων», στις ρυθμίσεις του νομικού καθεστώτος της λεγόμενης «εμ-
φυτευτικής επικαρπίας», χαρακτηριζόμενα με τον ειδικότερο όρο ως «εθνικοϊδιόκτη-
τα», που αποτέλεσαν τελικά ιδιαίτερη κατηγορία γαιών42.
Η αξιολόγηση όμως του δικαιώματος της «εμφυτευτικής επικαρπίας» εμφανίζει
ένα γενικό και ίσως «ασαφή» νομοτυπικά εξωτερικό χαρακτηρισμό στο Δ. για τα
«εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια» (1833), προσδίδοντας αρχικά με μία τυπική αναγωγή των
κατόχων λιβαδιών «των οποίων η επικαρπία είχε δοθεί από την Οθωμανική εξουσί-
α…[ότι] μένουν και στο εξής στο νόμιμο επικαρπωτή με [το] δικαίωμα εμφυτευτικής
επικαρπίας με το όνομα εθνικοϊδιόκτητα»43, που συνέτεινε ώστε ο Νόμος «περί απο-
δεκατώσεως των προϊόντων» (1834) να υιοθετήσει ταυτίζοντας ορολογικά ότι «τα
άχρι τούδε υποκείμενα σε πληρωμή νοβέλλων αμπέλια κ.λπ. μένουν στο νόμιμο επι-
καρπωτή [τους] με εμφυτευτικά επικαρπίας δικαιώματα και ονομάζονται εθνικοϊδιό-
κτητα44, με την προσθήκη ενός εσωτερικού εννοιολογικού στοιχείου βασιζόμενου
στον πιο πάνω Νόμο (άρθρ. 10), σύμφωνα με τον οποίο: «ως τέτοια εθνικοϊδιόκτητα
κτήματα δε θεωρούνται ειμή εκείνα, τα οποία φυτεύτηκαν προ του εθνικού αγώνα, με
βάση συμφωνητικό με τους τέως ιδιοκτήτες της γης, ή, στο διάστημα του αγώνα και
μετά την αποπεράτωσή του, με έγγραφη άδεια της κατά καιρό Κυβερνήσεως· όχι
όμως και εκείνα, τα οποία καταλήφτηκαν και φυτεύτηκαν αυθαίρετα από ιδιώτες»45,
που δίδει μια αρχική ερμηνευτική νομοθετημένη θέση, που επικεντρώνεται στην
αναφορά ότι τα «κτήματα αυτά είναι εκείνα, τα οποία φυτεύτηκαν προ του εθνικού
39. Ειδικότερα βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 135 κε.
40. Αυτόθι.
41. Αυτόθι.
42. Πρβλ. πιο πάνω στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 39.
43. Για το ειδικότερο εννοιολογικό περιεχόμενο της «εμφυτευτικής επικαρπίας», βλ. τις παρατι-
θέμενες στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 7, 32, 37, 39, 42, 44. Βλ. επίσης Νάκου, Νομικό Καθεστώς,
σ. 135 κε., ιδιαιτέρως σ. 136 σημ. 47, 143-144, 148 κε., 165-166.
44. Αυτόθι.
45. Αυτόθι. Πρβλ. στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 136 σημ. 47.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 313
αγώνα..», με την επικέντρωση ότι αφορούσαν «τα άχρι τούδε υποκείμενα σε πληρωμή
νοβέλλων αμπέλια, κ.λπ.», η οποία εξειδίκευε το οικονομικό περιεχόμενο των υπό-
χρεων «άχρι τούδε υποκειμένων»46 στην καταβολή περαιτέρω των προβλεπόμενων
ταμιακών υποχρεώσεων της διπλής φορολογήσεώς τους (άρθρ. 9.2).
Άμεσο ενταγμένο στοιχείο απαραίτητο για την τυπική οριοθέτηση των μέχρι τώρα
αναφορών, ιδιαίτερα στις έννοιες των «νόβελλων», ως οικονομικών υποχρεώσεων,
που συμπλεκόταν με το χαρακτηρισμό της «εμφυτευτικής επικαρπίας», αποτελούσε η
ερμηνευτική προσέγγιση στις αναγωγές στο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η οποία προ-
σέγγιζε τόσο την «επικαρπία», που ήταν δουλεία, ρητά αναφερόμενη ορολογικά για
πρώτη φορά ως δικαίωμα που «είχε δοθεί από την Οθωμανική εξουσία σε ιδιώτη με
[τίτλο] ταπιού»47 στο Δ. για τα «εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια», όσο και την «εμφύτευση»,
που ήταν ιδιαίτερο εμπράγματο δικαίωμα48, η οποία αφορούσε στην κατηγορία των
«εθνικοϊδιόκτητων» γαιών, στο περιεχόμενο των οποίων, στο Δ. του Υπουργικού
Συμβουλίου του Όθωνα της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1836, «περί εκποιήσεως των εθνικών
κτημάτων»49, παρενεβλήθηκε διάταξη ( άρθρ. 17. 2) που προέβλεπε ότι: «δε δύνανται
τα [εθνικά] κτήματα αυτά να δοθούν με καμιά συμφωνία σε ατελή ιδιοκτησία, ούτε να
επιβαρυνθούν με ιδιωτικούς περιορισμούς, και αναλλοίωτα βάρη, και μάλιστα με την
υπό το όνομα «νόβελλο» γνωστή δουλεία, αλλά πρέπει να φυλάσσουν για πάντα και
αδιάλειπτα την ιδιότητα της ελεύθερης ιδιοκτησίας», η οποία μολονότι ως ρητή διά-
ταξη περιείχε αρκετές ασάφειες, δίδει μια τυπική ερμηνευτική απόδοση του «νόβελ-
λου»50, το οποίο ορολογικά θεωρούνταν ως «γνωστή δουλεία» (ενδεχομένως της
«επικαρπίας» ή άλλης δουλείας), που αφορούσε «σε ιδιωτικούς περιορισμούς και
αναλλοίωτα βάρη» τα οποία οδηγούσαν στη νομική κατάσταση μιας «ατελούς ιδιο-
κτησίας», την επαναδημιουργία της οποίας ήθελε, οπωσδήποτε, να αποφύγει ο νομο-
θέτης του πιο πάνω Δ. του 1836 «περί εκποιήσεως εθνικών κτημάτων».
Εξάλλου, μεταγενέστερα στο Νόμο ΥΝΖ΄ της 10ης/12ης Απριλίου 1858, «περί των
οικοπέδων των Πατρών»51, θεσπίστηκε ότι «αυτοί που έχουν οικόπεδα υποκείμενα σε
πληρωμή δικαιώματος επιφάνειας προς το δημόσιο (νοβέλλου) γίνονται κύριοι του
μισού αυτών.. [ενώ] το άλλο μισό που θεωρούνταν ως εθνικό παραχωρείται στους
46. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 135-136 σημ., 144.
47. Για το ειδικότερο περιεχόμενο του ελληνοποιημένου όρου «ταπί» (tapu), βλ. Νάκου, Νομικό
καθεστώς, σ. 201 κε., 336 κε.
48. Για το εννοιολογικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων της «επικαρπίας» και της «εμφυτεύσεως»
βλ. στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 145, 153 σημ. 91, 155, 148 κε.
49. Βλ. σχετικά στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 144 κε.
50. Βλ. ειδικότερα εννοιολογικά στοιχεία για το «νόβελλο», που είχαν διαμορφωθεί επί Αντιβα-
σιλείας του Όθωνα και μεταγενέστερα, με την έννοια της μισθωτικής σχέσεως, με την υποχρέωση
ετήσιας καταβολής μισθώματος για τη γη ή ορθότερα σαν μίσθωμα κατοχής ή χρήσεως της οθωμα-
νικής γης, ως «νόβελλο», βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 135 κε. , 137, 138 κε. Επίσης βλ. τις παρατι-
θέμενες στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 16, 18, 26, 39, 46, με τις αναφορές στις μορφές μισθωτι-
κών σχέσεων, σε συσχέτιση με τις έννοιες της «δουλείας» και της «επιφάνειας», αυτόθι στις σημ. 50,
53.
51. Βλ. ΕτΚ, φ. 18/10-6-1858 (ανατ. τ. Γ΄, σ. 25 κε., 93 κε.).
314 Γεώργιος Π. Νάκος
ίδιους κατ’εκτίμηση..αν ανήγειραν επ’αυτού οικοδομές μέχρι τέλους 8βρίου 1857»
(άρθρ. 20.1)52, ρύθμιση η οποία ως έκφραση «πολιτικής» βουλήσεως, για την ενλόγω
ουσιαστική οικιστική παραχώρηση, δεν προσιδιάζει σε διατύπωση πραγματικών
σχολίων, αντίθετα δικαιολογείται εξωτερικά ένα κοινό εμφανές στοιχείο που αναφέ-
ρεται ρητά στην αναγωγή των «νοβέλλων» στις ρυθμίσεις του βυζαντινορωμαϊκού
θεσμού της «επιφάνειας»53, η οποία στη συγκεκριμένη διάταξη κάλυπτε λεκτικά μια
ουσιαστική (αλλά τελείως θεωρητική) ταύτιση των δυο αυτών θεσμών, προερχόμενων
από τελείως διαφορετικές θεσμοθεσίες, της ισλαμο-οθωμανικής και της βυζαντινο-
ρωμαϊκής, τα συσχετιστικά στοιχεία των οποίων ήταν «τεχνικά» αδύνατο να εναρμο-
νιστούν.
Θα πρέπει, επίσης, να παρατηρηθεί σχετικά ότι οι αναφερόμενες συγκρίσεις των
προαναφερόμενων δικαιωμάτων, όπως ενδεικτικά των «νόβελλων», για τα οποία
χρονική αφετηρία της κτήσεώς τους είχαν την Τουρκοκρατία, που αναφερόταν ως η
προηγούμενη της Επαναστάσεως του 1821 περίοδος, με την ίδια ή διαφορετική ορο-
λογία, όπως τα οθωμανικά «γεδίκια»54, ενέχουν μια βασική σχετικότητα, που ανατρέ-
χει στην αδυναμία υπάρξεως πλήρων στοιχείων για το περιεχόμενό τους, με συνέπεια
να μην καθίσταται δυνατή η συναγωγή αποκλίσεως από την αρχική έννοια, καθώς
επίσης η εννοιολογική τους διεύρυνση που πραγματοποιήθηκε μετά την Επανάσταση
του 182155.
Παράλληλα, η αναγωγική ταύτιση των διαμορφωμένων επί Τουρκοκρατίας ιδιωτι-
κών δικαιωμάτων επί αλλότριων γαιών, εμπράγματα, εμπράγματης μορφής ή προ-
σεγγίζοντα την εμπράγματη ιδιότητα, τη «νομιμότητα» των οποίων αναγνώρισε το
ελληνικό κράτος, με «αδιαμόρφωτες» εννοιολογικά αντιστοιχίες σε έννοιες και θε-
σμούς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, στα πλαίσια του οποίου η ταύτιση των ενλό-
γω δικαιωμάτων δημιουργούσε ένα «πλασματικό» νομιμοποιητικό περιεχόμενο, που
διαφοροποιούσε την αρχική φύση τους.
Με βάση τα στοιχεία αυτά, ο νομικός χαρακτηρισμός, που κυριάρχησε για την ο-
ρολογική διατύπωση της αναγνωρίσεως των κεκτημένων επί Τουρκοκρατίας ιδιωτι-
κών δικαιωμάτων, ήταν του «αδιαμόρφωτου» θεωρητικά και εννοιολογικά περιεχομέ-
νου της λεγόμενης «εμφυτευτικής επικαρπίας», της οποίας το ειδικότερο περιεχόμενο,
αναγόμενο στα ουσιαστικά στοιχεία τα περιεχόμενα στο βασικό φορολογικό νόμο του
1834, εξειδικευόταν στα «εθνικοϊδιόκτητα κτήματα τα οποία φυτεύτηκαν προ του
εθνικού αγώνα, με βάση συμφωνητικό με τους τέως ιδιοκτήτες της γης»56, ενώ, κατά
παρόμοιο τρόπο, διατηρήθηκε και στους ετήσιους φορολογικούς νόμους των επόμε-
νων ετών, με ορισμένες παραλλαγές, ιδιαίτερα στο φορολογικό νόμο του 1835, όπου
εμφανίζεται η εναλλαγή της χρήσεως του αρχικού όρου του φορολογικού Νόμου του
52. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 146 κε.
53. Για τη δυνατότητα εννοιολογικής συσχετίσεως «νοβέλλων» και «επιφάνειας» βλ. Νάκου, Νο-
μικό Καθεστώς, σ. 146 κε.
54. Πρβλ. πιο πάνω στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 20, 27.
55. Βλ. σχετικά στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 147.
56. Βλ. στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 152 -153 κε.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 315
1834 «με βάση συμφωνητικό», που αντικαταστάθηκε ορολογικά με τη διατύπωση: «τα
οποία επί Τουρκοκρατίας φυτεύτηκαν με άδεια των ιδιοκτητών της γης Οθωμανών»,
όροι, όμως, που δεν ήταν ταυτόσημοι57, αλλά διατηρήθηκαν ως διαφοροποιήσεις και
στους φορολογικούς νόμους των ετών 1836 μέχρι το έτος 183858.
Τα «εθνικοϊδιόκτητα» κτήματα59 προέκυψαν από τις υφιστάμενες πραγματικές α-
νάγκες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι τότε Κυβερνήσεις των Εθνικών Επανα-
στατικών Συνελεύσεων από το 1821 και εντεύθεν, τα οποία καθιερώθηκαν ως ιδιαίτε-
ρη κατηγορία γαιών, η οποία αποτελούσε αναγκαστική εξαίρεση από τις θεσμοθετη-
μένες κατηγορίες που αναγνωρίζονταν από το Νόμο της 21ης Ιουνίου/3ης Ιουλίου 1837,
«περί διακρίσεως κτημάτων»60, όπου «τα κτήματα είναι, ήτοι δημόσια ή ιδιωτικά»
(άρθρ. 13), εξού και η δημιουργία του μικτού όρου «εθνικοϊδιόκτητα», ο οποίος με
βάση το φορολογικό Νόμο του 1834 αποτελούσε το χαρακτηρισμό του αντικειμένου
της αναγνωρίσεως των ιδιωτικών δικαιωμάτων, που είχαν κτηθεί επί Τουρκοκρατίας
επάνω σε αλλότριες οθωμανικές γαίες με τα δικαιώματα της λεγόμενης «εμφυτευτικής
επικαρπίας», τα δικαιώματα της οποίας παραχωρήθηκαν στους δικαιούχους ή στους
«νόμιμους επικαρπωτές» των γαιών αυτών, που χαρακτηρίστηκαν με τον όρο «εθνικο-
ϊδιόκτητα» κτήματα61. Τυπικά ο όρος αυτός απέδιδε γενικότερα τα εννοιολογικά στοι-
χεία των γαιών αυτών σε μια μορφή αναγκαστικής συνιδιοκτησίας, αλλά η άκριτη
νομοθετημένη απονομή της ονοματοδοσίας αυτής σε ποικίλες μορφές κεκτημένων
επί Τουρκοκρατίας ιδιωτικών δικαιωμάτων, χωρίς έρευνα του ειδικότερου περιεχομέ-
νου τους που είχαν στη σχετική οθωμανική γαιοκτητική θεσμοθεσία που λειτουργού-
σε επί Τουρκοκρατίας62, - η οποία στις εμπράγματες επί των γαιών σχέσεων ήταν και
ακριβολόγος και περιεκτική, σε σχέση με τη βυζαντινορωμαϊκή νομοθεσία, που ε-
φαρμοζόταν στην Ελλάδα, με βάση ένα ιδιωτικό συμπίλημα νομοθεσίας του 1835,
που απέδιδε τυπικά νομοθεσία του 14ου αι. και αναγωγικά νομοθεσία του 6ου αι., δια-
μέσου της επιστήμης των γερμανών πανδεκτιστών του 19ου αι.63-, εξαιτίας της οποίας
57. Αυτόθι, σ. 154 σημ. 94.
58. Αυτόθι.
59. Για τις πρώτες έννοιες που παρέχουν τα βασικά εννοιολογικά στοιχεία για το περιεχόμενο
του όρου «εθνικοϊδιόκτητα» κτήματα βλ. στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 128 κε., 134 κε., 136 σημ.
47. Βλ. επίσης τις παρατιθέμενες στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 7, 32, 37, 39, 42, 44.
60. Βλ. ΕτΚ, φ. 25/10-7-1837 (ανατ. τ. Α΄, σ. 26 κε.), που καταργήθηκε από 23-2-1946 με το άρθρ.
49 ΕισΝΑΚ.
61. Βλ. σχετικά εννοιολογικά στοιχεία στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 152 κε.
62. Που εισήχτηκε ως νομοθετημένη τακτική που οδηγούσε στην παράθεση ουσιαστικού (βυ-
ζαντινορωμαϊκού) δικαίου διατάξεις σε φορολογικού περιεχομένου νομοθετήματα, με αποτέλεσμα
τα ιδιωτικά δικαιώματα που κτήθηκαν επί Τουρκοκρατίας να αντιμετωπίζονται με το μειονέκτημα
της αποσπασματικής και συνάμα ειδικής κάθε φορά διαρρυθμίσεώς τους, η οποία είχε ως κατάληξη
τη δημιουργία στη θέση του μειονεκτήματος αυτού μια εγγενούς ελαττωματικής βάσεως, η οποία
επηρέασε, σε μεγάλο βαθμό, τη μετέπειτα κύρια γραμμή της νομοθετικής πολιτικής του ελληνικού
κράτους, γενικές σκέψεις τις οποίες βλ. στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 134 κε., 148 κε., 165 κε.
63. Βλ. αντί άλλων Σπ. Ν. Τρωιάνου, Από την Εξάβιβλο στα Βασιλικά, στον Τιμητικό Τόμο Αφιέ-
ρωμα στον Ανδρέα Α. Γαζή, Αθήνα-Κομοτηνή, σ. 781 κε., Αθ. Δημοπούλου-Πηλιούνη, Το ρωμαϊκό και
το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο στη νομολογία των τελευταίων χρόνων, Τιμητικός Τόμος Μιχ. Π. Στα-
316 Γεώργιος Π. Νάκος
δημιουργήθηκαν ποικίλα προβλήματα κατά την εφαρμογή των σχετικών νομοθετη-
μένων ελληνικών ρυθμίσεων, που συντέλεσαν κι αυτά στην ενίσχυση της στρεβλής
παθογένειας της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας μετά την Επανάσταση του
182164, η οποία αναφορικά με το αποσπασματικό και χωρίς «πειστική» αιτιολογία
διατηρείται μέχρι σήμερα!
Ο ίδιος «περί διακρίσεως κτημάτων» Νόμος θεωρούσε τις «επί ακινήτων δουλεί-
ες… ως ακίνητα» (άρθρ.12), τις οποίες συμπεριέλαβε και στα περιοριστικώς αναφε-
ρόμενα «δίκαια [δικαιώματα] τα εγκείμενα εις το κτήμα»[διακατοχή, ιδιοκτησία,
κληρονομία, δουλείες, ενέχυρο και υποθήκη] (άρθρ. 22), διατάξεις, που, όπως δεν
καταλείπουν καμιά αμφιβολία για τον εμπράγματο χαρακτήρα των δουλειών και
μάλιστα της «επικαρπίας», οδηγούν στο νομικό χαρακτηρισμό του συμπλεγμένου
δικαιώματος της λεγόμενης «εμφυτευτικής επικαρπίας», τις μερικότερες έννοιες της
οποίας απέδιδαν η «εμφύτευση», που αποτελούσε ένα ιδιαίτερο εμπράγματο δικαί-
ωμα, μεταβιβαστό και κληρονομητό, ενώ η «επικαρπία» αποτελούσε κατηγορία
δουλείας, ως αμεταβίβαστο και ακληρονόμητο δικαίωμα, αναγνωριζόμενες όμως
και δυο έννοιες ως εμπράγματα δικαιώματα από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και
την ελληνική νομοθεσία65.
Στο σχετικό Νόμο, όμως, της 27ηςΑπριλίου/9ης Μαϊου 1839, «περί φορολογίας των
προϊόντων της γης για το έτος 1839»66, εμφανίζεται μια ουσιαστική διαφοροποίηση
στη λεκτική διατύπωση του προσδιορισμού του φόρου επικαρπίας «για τις αμπέλους
…κ.λπ. που φυτεύτηκαν με άδεια των ιδιοκτητών της γης Οθωμανών» (άρθρ.1), όπου
είχε παραλειφτεί ο όρος «εθνικοϊδιόκτητα κτήματα», ο οποίος προσδιόριζε ουσιαστι-
κά το χαρακτηρισμό των «αμπέλων κ.λπ.», καθώς και ο χρονικός προσδιορισμός της
«φυτεύσεώς» τους, που αναγόταν στην Τουρκοκρατία, σε σχέση με την αντίστοιχη
διατύπωση των προηγούμενων φορολογικών νόμων, παραλείψεις, όμως, οι οποίες
προδίκαζαν και τη διαφοροποίηση που άρχιζε στο όλο περιεχόμενο της «εμφυτευτι-
κής επικαρπίας» επί των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων, που προσλάμβανε μονιμότε-
ρο χαρακτήρα, γιατί ο παραπάνω προσδιορισμός επαναλήφτηκε με την ίδια διατύ-
πωση και στους φορολογικούς νόμους των ετών 1840-184367.
Καθοριστικό στοιχείο της νομοθετικής πολιτικής που διαμορφωνόταν για την ο-
ριστική τύχη όλων αυτών των ιδιωτικών δικαιωμάτων - που κτήθηκαν επί Τουρκοκρα-
τίας και αφορούσαν «εμπράγματες» ή «εμπράγματης» μορφής «σχέσεις» επί των τέως
οθωμανικών κτημάτων -, αποτέλεσε ο Νόμος της 15ης/27ης Ιανουαρίου 1837, «περί
φυτειών επί εθνικών γαιών»68, ο οποίος ενώ επέλυσε οριστικά το θέμα των εμφυτεύ-
θόπουλου, Αθήνα –Κομοτηνή, σ. 449-450 κε., σε πρβλ. με την παρατιθέμενη πιο πάνω στο κείμενο
της εργασίας μας σημ. 34.
64. Βλ. ειδικότερα στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 62.
65. Βλ. ειδικότερα στοιχεία στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 149 κε. σημ. 79, 152 κε. σημ. 88,
155 κε.
66. Βλ. ΕτΚ, φ. 8/28-4-1839 (ανατ. τ. Α΄, σ. 6). Πρβλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 154 κε.
67. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 155.
68. Βλ. ΕτΚ, φ.3/24-1-1837 (ανατ. τ. Α΄, σ. 4).
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 317
σεων επί των εθνικών γαιών», που έγιναν από την «αρχή» της Επαναστάσεως μέχρι της
δημοσιεύσεως του Νόμου, παραχωρώντας στους εμφυτευτές ως «ιδιοκτησία» τους
[όρος χρησιμοποιούμενος για την υποδήλωση της κυριότητας] το ένα από τα δύο
«ίσα μερίδια που ήθελε διαμεριστεί» η σχετική έκταση ( άρθρ. 1 κε.), ενώ το άλλο
μερίδιο θα μετέβαινε στην «κυριότητα του δημοσίου», διαστέλλοντας τους σχετικούς
όρους, «ιδιοκτησία» για την παραχώρηση στους εμφυτευτές και «κυριότητα» για το
δημόσιο, που εμφανίζουν εννοιολογικά ταυτόσημο περιεχόμενο.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι ο ίδιος πιο πάνω Νόμος «περί φυτειών» του 1837,
άφησε ορισμένα νομικά «κενά», χωρίς εμφανή αιτιολογία, στη ρύθμιση των επονομα-
ζόμενων, σε άλλα νομοθετήματα της ίδιας χρονικής περιόδου, «εθνικοϊδιόκτητων»
κτημάτων, θεσπίζοντας ότι «για τις εμφυτεύσεις, [χωρίς αναφορά στον όρο «εθνικοϊ-
διόκτητα» κτήματα] όσες έλαβαν αρχή προ της Επαναστάσεως, θα ληφτούν ιδιαίτερα
οριστικά μέτρα» (άρθρ. 7.1), προσδιορίζοντας ταυτόχρονα ότι «μολαταύτα, όταν
πρόκειται [να γίνεται] λόγος για τέτοιας φύσεως εμφυτεύσεις, η διαμέριση αυτή θα
εκτελείται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, όταν και τα δυο μέρη συμφωνούν» (άρθρ.
7.2)69, δηλαδή ο εμφυτευτής και το δημόσιο, η οποία ως υφιστάμενη θετική διάταξη
κείμενου νόμου, αξιολογούμενη, θα μπορούσε να διαπιστώσει μια υφέρπουσα δια-
φοροποίηση στη αρνητική σύζευξη των ρυθμίσεων αυτών, με την έννοια ότι η οποια-
δήποτε ουσιαστική ρύθμιση θα απέκλειε θεωρητικά την άλλη.
Η κατηγορία, πάντως, των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων διατηρήθηκε, παρόλο
που οι λεκτικές διαφοροποιήσεις του εννοιολογικού περιεχομένου τους συνεχίστη-
καν, όπως συνάγεται από τις πιο κάτω επισημάνσεις στα σχετικά νομοθετήματα, ιδιαί-
τερα στο Νόμο ΥΛΑ΄ [431]/1871, όπου ο όρος «εθνικοϊδιόκτητα» διατηρείται, ενώ στο
Νόμο ΤΠϚ΄[386]/1871 παραλείπεται70.
Η κατηγορία των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων, στη χρονική συνέχεια άρχισε να
εμφανίζει μια σταδιακή αλλά επιτεινόμενη εννοιολογική αλλοίωση, με το φορολογικό
Νόμο του 1839 που προαναφέρθηκε71, όπου κατά τον προσδιορισμό του φόρου
επικαρπίας «για τις αμπέλους» θεωρούνταν ότι αυτές «φυτεύτηκαν με άδεια των ιδιο-
κτητών της γης Οθωμανών», παραλείποντας την προσδιοριστική τους ορολογία των
«εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων, όπως είχε εμφανιστεί στην εξειδικευμένη καταγραφή
τους στον αρχικό φορολογικό Νόμο του 1834 που προμνημονεύτηκε72, ενώ στο
φορολογικό Νόμο της 17ης Απριλίου 1844, «περί φορολογίας των προϊόντων της γης
για το έτος 1844»73, καταργήθηκε η εξειδικευμένη καταγραφή τους και αναφέρονταν
απλώς πολύ γενικόλογα σαν «παντός είδους φυτείες, όταν τα κτήματα αυτά φυτεύτη-
καν με άδεια των ιδιοκτητών της γης Οθωμανών»74, χαρακτηριστική διατύπωση που
69. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 155 κε., 156 σημ. 100
70. Βλ. κυρίως στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 155, 156 σημ. 101.
71. Αυτόθι, σ. 154, 157.
72. Αυτόθι, σ. 135, 136 σημ. 47.
73. Βλ. ΕτΚ, φ. 11/19-4-1844 (ανατ. τ. Β΄, σ. 21). Πρβλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 157.
74. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 157 σημ.
318 Γεώργιος Π. Νάκος
επαναλήφτηκε και στους επόμενους φορολογικούς Νόμους των ετών 1845-185175,
χωρίς όμως να καταργηθεί και η κατάταξη των γαιών σε «εθνικές, ιδιωτικές και εθνικο-
ϊδιόκτητες», που αναφέρονταν στους φορολογικούς Νόμους των ετών 1846
(άρθρ.14), 1848 (άρθρ. 20), 1849 (άρθρ. 10), 1852 (άρθρ. 47)76, κ.ά., στους οποίους η
κατάταξη εντάχτηκε όχι για λόγους ουσιαστικούς, δηλαδή ως προς την εξειδίκευση
του περιεχομένου τους, αλλά απλώς για λόγους καθαρά ταμιευτικούς, που εξιδικεύο-
νταν στη διαφοροποίηση του ύψους του φόρου ανάλογα με την κατηγορία στην
οποία υπαγόταν το κτήμα.
Κατάληξη των ορολογικών αυτών διαφοροποιήσεων, το εννοιολογικό πλαίσιο
των οποίων υπερέβαινε τις λεκτικές διαφοροποιήσεις που προαναφέρθηκαν, επιση-
μαίνεται στο φορολογικό Νόμο Ρϟ΄ [190] της 31ης Ιανουαρίου 1852, «περί φορολογίας
των προϊόντων της γης»77, όπου η σχετική διάταξη δεν αναφερόταν πλέον εξειδικευ-
μένα σε ρυθμίσεις για τα «εθνικοϊδιόκτητα» κτήματα, των οποίων τα ιδιωτικά
επ’αυτών δικαιώματα είχαν κτηθεί επί Τουρκοκρατίας, αλλά σε μια γενικευμένη ανα-
φορά, που «διεύρυνε»78 χωρίς καμιά εννοιολογική αναφορά το αντικείμενο της συ-
γκεκριμένης ρυθμίσεως, σε «παντός είδους φυτεία, που έγινε επί εθνικής γης με την
άδεια των πρώην ιδιοκτητών αυτής Οθωμανών, καθώς και με την έγκριση ή μη της
Κυβερνήσεως» (άρθρ. 1), ενώ ενδεικτική ήταν η αναφορά σε ήσσονος διατάξεις, όπως
στο φόρο για τα «εθνικοϊδιόκτητα μωρεόδεντρα», που σήμαινε ουσιαστική «αλλοίω-
ση» του αρχικού περιεχομένου τους, με την έννοια της διευρύνσεως του εννοιολογι-
κού πλαισίου τους, όπως αυτό είχε πρωτοδιατυπωθεί στο φορολογικό Νόμο του 1834.
Στο ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο της παραλείψεως της ρητής αναφοράς στην κατη-
γορία των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων λειτούργησε και ο Νόμος ΤΠϚ΄[386] της 24ης
Μαρτίου/ 9ης Ιουλίου 1871, «περί των γενόμενων εμφυτεύσεων επί εθνικών, επισκοπι-
κών ή επί γαιών που ανήκαν σε διαλυμένες μονές»79, που κατάργησε το Νόμο «περί
φυτειών επί εθνικών γαιών» του 1837, άρθρ. 24, που προαναφέρθηκε80, όπου με
καταληκτήρια χρονολογία το τέλος του έτους 1870 αναγνώριζε (άρθρ. 1) γενικά ως
ιδιοκτήτες «όλους» τους δικαιούχους των φυτειών επί εθνικών κ.λπ. γαιών, στις οποίες
συμπεριλαμβάνονταν και οι δικαιούχοι που «εμφύτευσαν με την άδεια ή όχι της Κυ-
βερνήσεως ή των πρώην ιδιοκτητών Οθωμανών», με καταβολή όμως «της ενεστώσας
αξίας της φυτευμένης γης», στο περιεχόμενο της οποίας, ιδιαίτερα στην αόριστη
διατύπωση με τις γενικόλογες αναφορές στις «εμφυτεύσεις» επί των εθνικών γαιών,
ενυπάρχει μια ενδεχομένως «σκόπιμη» ασάφεια, που δημιουργεί τις βάσιμες «υποψί-
ες» για μια ενδεχόμενη αρνητική μεθόδευση, όταν χωρίς ειδικό λόγο παραλείπεται81
75. Αυτόθι, σ. 157 σημ. 104..
76. Αυτόθι, σ. 157.
77. Βλ. ΕτΚ, φ.7/9-2-1852, σ. 33 κε.(ανατ. τ. Β΄, σ. 4).
78. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 157-158.
79. Βλ. Γενική Κωδικοποίηση (Α. Μαλαγαρδή), τ. Ε΄, σ. 793 κε. Βλ. επίσης Νάκου, Νομικό Καθε-
στώς, σ. 156 σημ. 100, 158.
80. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 155, 156 σημ. 100.
81. Αυτόθι, σ. 158 σημ. 107.
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 319
από τη ρυθμιστική διάταξη του Νόμου ΤΠϚ΄/1871 η κατηγορία μόνο των δικαιούχων
δικαιωμάτων επί των κτημάτων «τα οποία φυτεύτηκαν προ του εθνικού αγώνα», ενώ
αναφέρονται οι άλλες δύο κατηγορίες των δικαιούχων δικαιωμάτων από γενόμενες
εμφυτεύσεις «με την άδεια ή όχι της Κυβερνήσεως ή των πρώην ιδιοκτητών Οθωμα-
νών επί γαιών εθνικών», που συγκροτημένες και οι τρεις κατηγορίες αποτελούσαν το
περιεχόμενο της αρχικής και βασικής ρυθμιστικής διατάξεως του άρθρ. 10 του φορο-
λογικού νόμου του 1834 «περί αποδεκατώσεως των προϊόντων της γης για το έτος
1834»82, σύμφωνα με την οποία: «Ως τέτοια εθνικοϊδιόκτητα κτήματα δε θεωρούνται
ειμή εκείνα, τα οποία φυτεύτηκαν προ του εθνικού αγώνα, με βάση συμφωνητικό με
τους τέως ιδιοκτήτες της γης, ή, στο διάστημα του αγώνα και μετά την αποπεράτωσή
του, με έγγραφη άδεια της κατά καιρό Κυβερνήσεως».
Κατά συνέπεια η έλλειψη σαφούς δηλώσεως σε ποιες ακριβώς «εμφυτεύσεις» α-
ναφερόταν ο Νόμος ΤΠϚ΄/1871, κι αν στις ειδικότερες ρυθμίσεις του συμπεριλαμβά-
νονταν και οι δικαιούχοι δικαιωμάτων επί των οθωμανικών γαιών που φυτεύτηκαν
προ της Επαναστάσεως του 1821 («προ του εθνικού αγώνα»), ενώ ως καταληκτήρια
ημερομηνία αναγνωρίσεως των γενόμενων εμφυτεύσεων οριζόταν το τέλος του έτους
1870, στην οποία ενέπιπταν γενικά και οι τρεις πιο πάνω κατηγορίες δικαιούχων «που
εμφύτευσαν», σε αντίθεση με το χρόνο κτήσεως των παραπάνω δικαιωμάτων που δε
γινόταν καμιά, έστω κα έμμεση, μνεία83.
Αντίθετα, θετικἀ αντιμετωπίστηκε η διατήρηση της ονομασίας αυτής της κατηγο-
ρίας των «εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων από το βασικό Νόμο ΥΛΑ΄[431] της 25ης Μαρ-
τίου/16ης Ιουνίου 1871, «περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης»84, και των
τροποποιητικών Νόμων που εκδόθηκαν στη συνέχεια85, όπου το άρθρ. 34 του βασι-
κού Νόμου προσδιόριζε ότι οι ρυθμίσεις που προβλέπονταν για τις λοιπές εθνικές
γαίες «εφαρμόζονταν και επί των εθνικοϊδιόκτητων γαιών, των οποίων κύριοι ήταν οι
καλλιεργητές μετά του δημοσίου αδιαιρέτως».
Μια άλλη βασικής νομικής σημασίας, προσδιοριστική του νομικού της χαρακτηρι-
σμού, διάταξη, συνάγεται από στοιχεία του φορολογικού Νόμου Ρϟ΄ [190] της 31ης
Ιανουαρίου 1852, «περί φορολογίας των προϊόντων της γής» (άρθρ. 84)86, που αποτε-
λούσε επανάληψη όμοιας διατάξεως που πρωτοθεσπίστηκε στο φορολογικό Νόμο
ΡΛ΄[130] της 5ης Μαϊου 1849, «περί φορολογίας των προϊόντων της γης για το έτος 1849»
(άρθρ. 11)87, με την οποία εισάγεται καίριος νομοθετημένος χαρακτηρισμός, που θέσπι-
ζε ότι «το δημόσιο [θεωρείται ότι] εξακολουθεί να διατηρεί για τον εαυτό του τη νομική
κατοχή επί των εθνικών γαιών και [των] κτημάτων εκείνων εφόσον λάβαινε δικαίωμα
επικαρπίας μέχρι τέλους του 1843..»88, ρύθμιση η οποία, ως πάγια πλέον διάταξη, ανα-
82. Αυτόθι, σ. 136 σημ. 47, 158.
83. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 158 σημ. 107.
84. Βλ. ΕτΚ, φ. 25/6-6-1871, σ. 163 κε.
85. Βλ. Γενική Κωδικοποίηση (Α. Μαλαγαρδή), τ. Ε΄, σ. 768 κε.
86. Βλ. ΕτΚ, φ. 7/9-2-1852, σ. 33 κε. (ανατ. τ. Β΄, σ. 4).
87. Βλ. ΕτΚ, φ. 16/5-5-1849 ( ανατ. τ. Β΄, σ. 20).
88. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 159 σημ. 110
320 Γεώργιος Π. Νάκος
φερόμενη στη «νομική κατοχή του δημοσίου επί των εθνικών και εκκλησιαστικών γαιών
και κτημάτων» (άρθρ. 84, φορολογικού Νόμου Pϟ΄(190)/ 1852), περιλήφτηκε στον ενο-
ποιημένο βασικό φορολογικό νόμο ΣΟΖ΄[277] της 7ης Απριλίου 1855, «περί βεβαιώσεως
και εισπράξεως των έγγειων φόρων και του δικαιώματος της επικαρπίας» (άρθρ. 60)89, η
ισχύς του οποίου συνάγεται από τη διατήρησή της τουλάχιστο μέχρι το έτος 1863, όπως
και στους φορολογικούς νόμους των επόμενων ετών90.
Επακόλουθο αποτέλεσμα των τελευταίων διατάξεων αυτών, που αφορούσαν στην
«εξακολούθηση της διατηρήσεως από το δημόσιο της νομικής κατοχής επί των εθνι-
κών και εκκλησιαστικών γαιών και κτημάτων», που επαναλήφτηκε και σε άλλα σχετικά
νομοθετήματα, όπως ενδεικτικά στο Νόμο ,ΒΥΠΑ΄[2481] της 18ης/20ής Φεβρουαρίου
1897, «περί υποχρεώσεων αυτών που καλλιεργούσαν γαίες ή φυτείες εθνικές ή εκ-
κλησιαστικές σε απότιση δικαιώματος επικαρπίας»91, στον οποίο οι καλλιεργητές
εθνικών γαιών και «οι καρπούμενοι εθνικοϊδιόκτητες γαίες» θεωρούνταν ως «κατά
παράκληση κάτοχοι και αποτίνουν στο δημόσιο δικαίωμα επικαρπίας» (άρθρ. 1), με
συνέπεια να επέλθει μια νομική, αλλά ουσιαστική, διαφοροποίηση στο καθεστώς των
κατόχων - καλλιεργητών εθνικών κτημάτων και των εξομοιωθέντων μ’ αυτά «εθνικοϊ-
διόκτητων» γαιών, που «φυτεύτηκαν [προ της Επαναστάσεως] με την άδεια των πρώ-
ην ιδιοκτητών της γης Οθωμανών»92.
Η νομική αυτή διαφοροποίηση αφορούσε στη διατήρηση της «νομικής κατοχής»,
δηλαδή της «νομικής νομής» [possessio civilis], από το δημόσιο, οπότε οι πιο πάνω
κάτοχοι-καλλιεργητές, που θεωρήθηκαν ότι διατελούσαν προς το δημόσιο σε σχέση
κατόχων «κατά παράκληση λήπτη» και λογίζονταν ως «κατά παράκληση λήπτη νο-
μείς»93, μετέπεσαν, μετά τις ρητές ρυθμίσεις των παραπάνω φορολογικών νόμων, στη
θέση των απλών κατόχων94, στην ίδια ακριβώς θέση τους ως «κατόχων», των οποίων τα
κτηθέντα επί Τουρκοκρατίας δικαιώματά τους αναγνωρίστηκαν ελλειπτικώς από την
ελληνική νομοθεσία, (χωρίς ειδικότερο νομικό προσδιορισμό, με την έννοια του νομέα ή
όχι)95, αν και η προηγούμενη αναγνώριση των κατόχων-καλλιεργητών σε σχέση με το
δημόσιο ως «κατά παράκληση κατοχή», που λογιζόταν ως «κατά παράκληση λήπτη
νομή», ενώ θεωρήθηκε σαν μισθωτική σχέση, μεταγενέστερα εξακολούθησε να ανα-
γνωρίζεται με την αρχική ιδιότητα ως «κατά παράκληση λήπτη νομή»96.
89. Βλ. ΕτΚ, φ. 13/125-4-1855 (ανατ. τ. Γ΄, σ. 13), η ισχύς του οποίου συνάγεται από τη διατήρηση
της ισχύος του τουλάχιστο μέχρι το έτος 1863, βλ. ΕτΚ, φ. 24/26-6-1863 (ανατ. τ. Γ΄, σ. 13 κε.).
90. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 159 σημ. 112.
91. Βλ. Γενική Κωδικοποίηση (Α.Μαλαγαρδή), τ. Ε΄, σ. 779.
92. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 154 κε.
93. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 160 σημ. 116-117.
94. Αυτόθι, σ. 161 σημ. 119.
95. Αυτόθι, σ. 160 κε. σημ. 116.
96. Αυτόθι, σ. 160 σημ. 116, 162 σημ. 120-121. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι, η ουσιαστική
αυτή διαφοροποίηση στους χαρακτηρισμούς που προαναφέρθηκαν για το καθεστώς των κατόχων-
καλλιεργητών εθνικών κτημάτων και των εξομοιωθέντων μ΄ αυτά «εθνικοϊδιόκτητων» γαιών, που
φυτεύτηκαν [προ της Επαναστάσεως] με την άδεια των πρώην ιδιοκτητών της γης Οθωμανών»,
σχετιζόταν άμεσα με το πρακτικό και ίσως το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα της νομικής αυτής διαφο-
Οι μετά την ελληνική Επανάσταση του 1821 φορολογικοί και λοιποί συναφείς νόμοι 321
Πέρα, όμως, από τις ρυθμίσεις αυτές και πέρα από το ζήτημα υπάρξεως ή μη
νομής στο πρόσωπο των κατόχων αυτών - καλλιεργητών εθνικών κτημάτων και των
εξομοιωθέντων μ’αυτά «εθνικοϊδιόκτητων» γαιών, είναι αμφίβολο κατά πόσο οι
διατάξεις που αναφέρονταν στη διατήρηση της «νομικής κατοχής» από το δημόσιο
αφορούσαν και στα λεγόμενα «εθνικοϊδιόκτητα» κτήματα, που είχαν φυτευτεί προ
της Επαναστάσεως του 1821 «με την άδεια των ιδιοκτητών της γης Οθωμανών», με
επιπλέον επιχείρημα τη μη νομική εναρμόνιση των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων
με τις κείμενες περί «εμφυτεύσεως» ρυθμιστικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού
δικαίου97.
Οι αμφιβολίες αυτές στηρίχτηκαν στα τυπικά ερμηνευτικά στοιχεία της ορολο-
γικής διατυπώσεως του «αδιαμόρφωτου» θεωρητικά αλλά και εννοιολογικά περιε-
χομένου της «εμφυτευτικής επικαρπίας», τα δικαιώματα της οποίας, όπως προμνη-
μονεύτηκε98, παραχωρήθηκαν στους «νόμιμους επικαρπωτές» των λεγόμενων
«εθνικοϊδιόκτητων» κτημάτων, με σαφή στοιχεία που οδηγούσαν στον εμπράγματο
χαρακτήρα της «εμφυτευτικής επικαρπίας», εξαιτίας της συμπλέξεως στον ίδιο όρο
δυο διαφορετικών εμπράγματων δικαιωμάτων, της «επικαρπίας», που αποτελούσε
κατηγορία δουλείας, και της «εμφυτεύσεως», που ήταν ιδιαίτερη μορφή εμπράγμα-
του δικαιώματος99.
Ωσαύτως, θα μπορούσε να παρατηρηθεί συσχετιστικά, στα πλαίσια της πιο ανα-
πτύξεως, ότι η χρήση του όρου της «νομικής κατοχής», άλλως «νομικής νομής» από το
δημόσιο, χρησιμοποιήθηκε για την εξειδίκευση της «πλασματικής νομής» του δημο-
σίου και στο Νόμο ΨϟΖ΄[797] της 2ας Μαρτίου 1880, «περί κοινοτικών και εθνικών
ροποιήσεως, γιατί αφορούσε στη δυνατότητα ενεργοποιήσεως των περί νομής αγωγών των σχετι-
κών με τη διατάραξη ή την ανάκτησή της, η άσκηση των οποίων θα ήταν δυσχερής χωρίς την επί-
κληση της ιδιότητας του νομέα, σε πρβλ. αυτόθι, σ. 162 σημ. 122.
97. Βλ. τη βασική αυτή θέση στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 160 σημ. 116, 162.
98. Για την αξιολόγηση αυτή της έννοιας της «εμφυτευτικής επικαρπίας» διατυπώθηκαν ήδη λε-
πτομερείς ερμηνείες, ορισμένες από τις οποίες, αν δε γινόταν αυτός ο «επιτακτικός» εννοιολογικός
χαρακτηρισμός στα αρχικά φορολογικά νομοθετήματα, θα μπορούσαν να «δημιουργήσουν» νέους
θεσμούς, βασισμένους στις υφιστάμενες πραγματικές καταστάσεις, αντί να στηριχτούν σε υφιστά-
μενα βυζαντινορωμαϊκά πρότυπα, που δεν εναρμονίζονταν με τους τεθέντες ορολογικούς χαρα-
κτηρισμούς, τους οποίους βλ. στις προπαρατιθέμενες στο κείμενο της εργασίας μας σημ. 37, 39.
Παράλληλα, διατυπώθηκαν και άλλες νομικές συσχετίσεις της «εμφυτευτικής επικαρπίας», όπως η
άποψη που είχε ως αποτέλεσμα της συσχετίσεως αυτής να θεωρούνται οι «εμφυτευτές» ως νομείς
των κτημάτων που καλλιεργούσαν, χωρίς την απαιτούμενη «διάνοια κυρίου» (παράγωγη νομή),
αυτόθι, σ. 163 σημ. 123, 160 σημ. 116, ή, ακόμη, η θέση η αναφερόμενη στους δικαιούχους της
«χρήσεως» των τέως οθωμανικών κτημάτων στη συσχέτιση των δικαιωμάτων τους με την έννοια της
νομής, που προσποριζόταν στους κατόχους-«εμφυτευτές» των κτημάτων αυτών, που χαρακτηρί-
στηκαν ως «εθνικοϊδιόκτητα», επί των οποίων η ενάσκηση των δικαιωμάτων που παραχωρήθηκαν,
υπήγαγε αυτά στο εννοιολογικό περιεχόμενο της «νομής δικαιώματος» ή «οιονεί νομής», με αναγω-
γή των ρυθμίσεων αυτών στους αναλογικά «όμοιους» όρους και θεσμούς του βυζαντινορωμαϊκού
δικαίου, αυτόθι, σ. 163 κε. σημ. 127.
99. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 152 -153 κε. σημ. 91, 162-163, 164-165 κε.
322 Γεώργιος Π. Νάκος
λιβαδιών»100, που όριζε (άρθρ. 3) ότι «το δημόσιο για τα εθνικά και οι κοινότητες για
τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκή-
σιμων γαιών», η οποία ως διάταξη καθιέρωσε αρχικά την άμεση εισαγωγή της «πλα-
σματικής νομής» (που οριοθετείται ως «νομική κατοχή») στο Δ. που προαναφέρθηκε
«για τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια» του 1833, θεσπίζοντας ότι το δημόσιο είχε την «πλα-
σματική νομή» για «όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν έχει κάποιος να
παρουσιάσει [νομιμοποιητικό] έγγραφο (ταπί).. [οπότε αυτά] θεωρούνται ως δημόσια
και η νομή τους μένει ως και μέχρι τώρα στο δημόσιο»101, χαρακτηρισμοί που εμφανί-
στηκαν ειδικότερα στους φορολογικούς Νόμους που προαναφέρθηκαν:
ΡΛ΄[130]/1849, Pϟ΄[190]/1852, ΣΟΖ΄[277]/ 1855, ̗ΒΥΠΑ΄[2481]/1897, καθώς και σε άλλα
συναφή νομοθετήματα.
Συμπερασματικά πιστεύεται ότι η ορολογική απόδοση των «κεκτημένων» επί των
τέως οθωμανικών γαιών ιδιωτικών δικαιωμάτων, τα κυριότερα των οποίων «αγνοού-
νταν» επιστημονικά ή δεν ήταν επιθυμητή η απαραίτητη συσχετισμένη αναφορά τους
με τις πιο πάνω ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας, όπως ήταν η διαμορφωμένη
έννοια του οθωμανικού θεσμού της «εξουσιάσεως» (tasarruf) επί των δημόσιων οθω-
μανικών γαιών102, το οποίο αποτελούσε «πλήρες» εμπράγματο δικαίωμα, χρήσεως,
καρπώσεως, μεταβιβάσεως και κληρονομικής διαδοχής (υπό ορισμένες προϋποθέ-
σεις), που, τελικά οδήγησαν στη ουσιαστική διάσταση των σχετικών όρων που απέδι-
δαν χαρακτηρισμούς των «τεχνικών» νομικών των ελληνικών-βυζαντινορωμαϊκών
φορολογικών νομοθετημάτων, που απέδιδαν διαφοροποιημένο εννοιολογικό περιε-
χόμενο, το οποίο ωστόσο παρέμεινε, εξαιτίας της «εσφαλμένης» αποδόσεώς του με
τις ονομασίες της βυζαντινορωμαϊκής νομοθεσίας, ως εγγενής αδυναμία ερμηνείας
και ορθής αξιολογήσεως των υφιστάμενων κατά την Τουρκοκρατία πραγματικών
δικαιωμάτων από την ελληνική νομοθεσία103, χωρίς να εξετάζεται το ειδικότερο περι-
εχόμενο που είχαν επί Τουρκοκρατίας τα δικαιώματα αυτά, το οποίο ήταν ευρύτερο
απ’αυτό που αναγνωριζόταν, στα πλαίσια της οποίας η παράλληλη σύμπλεξη και
αναγωγή με την ορολογία της βυζαντινορωμαϊκής νομοθεσίας επιδείνωσε την όλη
αυτή εννοιολογική «σύγχυση», με κατάληξη τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις104.
100. ΕτΚ, φ. 25/1-4-1880, σ. 133.
101. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 129 κε.
102. Για την ειδικότερη φύση της «εξουσιάσεως» βλ. αντί άλλων στου Νάκου, Νομικό Καθεστώς,
σ. 54 κε., 67 κε., 74 κε., 265 κε., 306 κε.
103. Βλ. Νάκου, Νομικό Καθεστώς, σ. 166.
104. Αυτόθι, σ. 147, 152, 165-166.