19 Τό κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τά Βημόθυρα καί τό
Καταπέτασμα) στά Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας —
Σύγκριση, σχόλια
Σὲ αὐτὴν τὴν ἐνότητα, συγκρίνουμε τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951, 1962,
1971, 1977, 1981, 1987, 1995, 2000, 2004, 2007, καὶ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου τοῦ 1895, γιὰ τὸ ἄνοιγμα καὶ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης (Βημοθύρων καὶ
Καταπετάσματος – Βήλου) στὴν Θεία Λειτουργία. Ἡ σύγκρισις τῶν Ἱερατικῶν γιὰ τὸ Ἱερατικό
Συλλείτουργο, καὶ γιὰ τὸ «μυστικῶς» τῶν Εὐχῶν, εὑρίσκεται στὸ ἕτερον ἄρθρο μας περὶ
Συλλείτουργου.330
Γενικὰ ἡ «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν ἄλλαξε 5 φορές. Τὰ Ἱερατικὰ τῶν ἑτῶν 1951, (1968),
1971, 1981, θὰ λέγαμε καὶ τοῦ 1962, κρατήσανε τὴν γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
1895, ὡς πρὸς τὴν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος, ἐνῷ τῶν ἑτῶν 1977, 1987-2000 διαφοροποιηθήκανε λίγο φαινομενικά, πολύ οὐσιαστικά.
Τὴν μεγαλύτερη «ἔγγραφη ζημιά», μὲ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα, στὴν ἀρχαία ἀποστολική
παράδοση τῆς κλείσεως τῆς Ὠραίας Πύλης, ἤτοι τοῦ κλεισίματος τῶν βημοθύρων καὶ τοῦ βήλου
– καταπετάσματος στὴν Ἁγία Ἀναφορά, τὴν ἔκανε τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1977, μὲ μιὰ σημείωση,
βλ. §19.6, καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἀκολουθήσανε τὴν σημείωσιν ὡς τοῦ 2000. Καὶ οἱ πρώτες
Ἀπαντήσεις τοῦ Φουντούλη (ἐν ἔτει 1967), ἴσως, δὲν εἶναι ἄμοιρες «εὐθυνῶν», καίτοι ξεκαθάρισε
ἀργότερα τὰ πράγματα, βλ. §19.6. Ἀργότερα, τὸ Ἱερατικόν τῶν 2004-2007, ἀντὶ νὰ διορθώσει τὰ
προηγηθέντα, ἦρθε καὶ ἀφαίρεσε τὰ ἀπομεινάρια τῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος.
Στὸ κεφάλαιον χρησιμοποιοῦνται οἱ παρακάτω συντμήσεις:
Κ: κλειστό, Α: ἀνοιχτό, ΧΡΥΣ: Λειτουργία Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, ΒΑΣ: Λειτουργία Μεγ.
Βασιλείου, ΠΡ: Λειτουργία Προηγιασμένων, Ἀ.Δ.: Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ἑλλάδος.
19.1 Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895
ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη μετὰ τὸ Ἀλληλούϊα τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 84.
330
Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022.
– 166 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη.331, 332, 333 Βλ. ἐπίσης, κεφ. 96.
ΒΑΣ: Δὲν ἀναφέρεται οὔτε πότε ἀνοίγει (ἀνεφέρθη στοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου), οὔτε πότε
κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη.
ΠΡ: Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας
Πύλης, σ. 127.
Ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 142.
Φυσικὰ ἦταν τοῖς πᾶσι γνωστὸ ὅτι ὅταν διέρχεται ὁ Ἱερεύς θὰ ἀνοίξει σύντομα καὶ θὰ κλείσει
πάλι ἡ Ὡραία Πύλη, γιὰ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Βλ. τὸν Ἅγιο Φιλόθεο,
Πατριάρχη Κων/πόλεως, κεφ. 75, καὶ τὸν Φουντούλη.334
Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία
λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι
Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη,
Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284.
— Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον διδάσκονταν καὶ οἱ Ἱερεῖς μας, στὸ παρελθόν, στὶς
Ἱερατικές Σχολές, βλ. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, ὑποσ. 284.
332
«τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» (ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον), λεπτομέρειες εἰς κεφ. 18. Βλ. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν
Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112.
333
Τὰ παλαιὰ χρόνια, οἱ Διατάξεις ἦσαν λακωνικώτατες (καὶ λόγῳ κόστους τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἐκτύπωσηςἀντιγραφῆς), καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες τὰ ἐγνώριζαν σχεδὸν «ἀπ’ ἔξω», σὲ ἀντίθεση μὲ σήμερα
ποὺ διϋλίζουμε τὸν κώνωπα στὶς λεπτομέρειες, τὶς καταγράφουμε, κι ἀκόμη ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας «χανόμαστε».
Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.) δὲν ἀναφέρεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε κλείνουν τὰ ἅγια θύρια
καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία καθεαυτή. Ἀναφέρεται ὅμως ὅτι ἀνοίγουν, στὶς διατάξεις τῆς Χειροτονίας,
καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5.
334
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ – Εἰσαγωγὴ στὴ Θεία Λατρεία, ἔκδ. δʹ, Θεσ/νίκη 2004 (ἔκδ. αʹ
1993), κεφ. λζʹ, Ἡ κλείση τῶν Βημοθύρων σ. 241.
331
– 167 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
19.2 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1951
Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν εἶναι ἡ πρώτη ἔκδοσις Ἱερατικοῦ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία, καὶ
στὸ θέμα μας, τὸ ἄνοιγμα καὶ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης (Βημοθύρων καὶ Καταπετάσματος –
Βήλου), συμφωνεῖ μὲ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1895).
ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη335 μετὰ τὸ Ἀλληλούϊα τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 98.
Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. 331, 332
ΒΑΣ: Δὲν ἀναφέρεται οὔτε πότε ἀνοίγει (ἀνεφέρθη στοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου), οὔτε πότε
κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη.
ΠΡ: Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας
Πύλης,336 σ. 146.
Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη335 πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 162.
335
336
Ἐννοεῖται ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα.
Τὸ καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης (τῶν ἁγίων θυρίων) εἶναι μέχρι κάτω τὸ δάπεδο.
– 168 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
Φυσικὰ ἦταν τοῖς πᾶσι γνωστὸ ὅτι ὅταν διέρχεται ὁ Ἱερεύς θὰ ἀνοίξει σύντομα καὶ θὰ κλείσει
πάλι ἡ Ὡραία Πύλη, γιὰ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Βλ. τὸν Ἅγιο Φιλόθεο,
Πατριάρχη Κων/πόλεως, κεφ. 75, καὶ τὸν Φουντούλη.334
Ὅπως ἀναφέρθηκε στὸ κεφ. 18, εἰς τὸ ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἑλλάδος, Ἱερατικόν τοῦ 1892, ἀναφέρεται εἰς τὴν σ. 46, ὑποσ. (α), εἰς τὸ Τὰς θύρας, τὰς
θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν: «Κακῶς καὶ ἐσφαλμένως ποιοῦσι τινὲς τῶν ἱερέων, νὰ ἀνοίγωνται αἱ
θύραι [ἡ Ὡραία Πύλη]· διότι ἡ ἔννοια εἶνε διὰ τὰς ἔξω θύρας· (ἴδε περὶ τούτου τὸν σοφὸν Ἀργέντην,
περὶ Ἀζύμων)»337. Ἄρα κατὰ τὴν παράδοσιν αὐτήν, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ἅγια θύρια (ἡ
Ὡραία Πύλη), ἦσαν κλειστὰ καθόλην τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν, στὴν Ἐκκλ. τῆς Ἑλλάδος, σὲ ὅλες
τὶς Λειτουργίες.
Παρόμοια καὶ στὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1864, ἐκδ. Γ. Καρυοφύλλη, σ. 22.
Πρόσσχες πόσο δυνατὴ ἦταν ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοσις ἀκόμη ἐν ἔτει 1892 στὴν
Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἐνὼ στὸ προαναφερθὲν Ἱερατικὸν δὲν ἀναφέρονται πότε κλείνουν καὶ
πότε ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια (ἡ Ὡραία Πύλη), ἐν τούτοις ὑπάρχει ἡ ὑποσημείωση (α) τῆς σελ. 46,
ποὺ θέλει νὰ διορθώσει τὴν «διασκευὴ» τῆς Παραδόσεως νὰ ἀνοίγονται συντόμως τὰ ἅγια θύρια
στὸ Πιστεύω.
Αὐτὸ δεικνύει ἰσχυροτάτη παράδοση (γιὰ τὸ καταπέτασμα-βῆλον καὶ τὰ ἅγια θύρια),
ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη εἰδικῆς ῥουμπρίκας (εἰδικῶν ἐπεξηγήσεων), ἐπειδὴ ἦταν γενικὴ πρακτική. Βλέπε καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου Βαρθολομαῖο, κεφ. 18.
Ἔτσι πάντως ἐξηγεῖται ἡ συνήθης ἔλλειψις ῥουμπρικῶν (σχολίων) γιὰ τὸ καταπέτασμα καὶ τὰ
ἄγια θύρια, στὰ Εὐχολόγια καὶ Ἱερατικά, ἢ ἡ σπανιοτάτη ὕπαρξις αὐτῶν. Παρόμοια βλέπουμε καὶ
στὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο, Barb.gr.336, βλ. κεφ. 14.5, σ. 130, καί κεφ. 55, σ. 246.
Ἡ Θεία Λειτουργία, ἔκδ. 4η (ἐπηυξημένη), ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Τριπόλει 1892, ἐκδότης Γ.
Καρυοφύλλης, σ. 46.
337
– 169 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
19.3 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962
Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν διαφοροποιήθηκε, νεωτέρισε, ἀπὸ τοῦ 1951, 338 ἀλλὰ στὸ θέμα τοῦ Καταπετάσματος κράτησε τὴν ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἐτοποθέτησε ἐπίσης, ἀμέσως μετὰ τὰ Περιεχόμενα σὲ ἔκταση δύο τρίτων
(2/3) τῆς σελίδος, μὲ κανονικὰ μεγάλα γράμματα, τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/9-6-1956, γιὰ
τὴν αὐστηρὴ τήρησιν τῆς Μυστικῆς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἐκκλησιάσματος Προσευχῆς
(Ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν) τῶν Ἱερέων.339
Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962, γιὰ πρώτη φορὰ ὑπερανέλυσε τὸ Καταπέτασμα, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ
ἔπραξε μόνον γιὰ τὴν Προηγιασμένη.
Γιὰ τὶς Λειτουργίες ὅμως τοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου δὲν τὸ ἔπραξε, γιατί;
Φυσικά, διότι δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη. Τοῦ Χρυσοστόμου ἡ Λειτουργία ἐτελεῖτο καθημερινά καὶ δὲν
εἶχαν ἀνάγκη οἱ Ἱερεῖς νὰ καταγραφοῦν τὰ αὐτονόητα. 331, 332
ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη340 τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος, σ. 146.
Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. 331, 332 Βλ. καὶ τὰ σχόλια στήν §19.2.
ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ, σ. 198.
Βλ. π.χ. τὶς διαφορὲς ποὺ εἰσήγαγε στὸ Ἱερατικὸν Συλλείτουργον αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν 1962 ἐν σχέσει μὲ τοῦ
1951: Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022.
339
Ἐν πολλοῖς, εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων, καὶ ὄμματα μὴ συνιόντων.
340
Ἐννοεῖται ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα.
338
– 170 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
ΠΡ: Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη (Ἡμιβημόθυρα)», σ.
213.
Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, «κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη»,341 σ. 216.
Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται μόνον τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης», σ. 219.
Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο, σ. 219.
Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες),
κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη,341 σ. 222.
Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, ὁ Διάκονος ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη
γιὰ νὰ θυμιάσει, καὶ γιὰ τὴν Εἴσοδον, σ. 228.
Ὅταν εἰσέλθουν, «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, 341 ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ.
228.
Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 234.
341
Ἐννοεῖται κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα.
– 171 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
19.4 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1971
Μὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν (καὶ μᾶλλον ἐνωρίτερον, μὲ τοῦ 1968), ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κάνει
στροφὴ στὴν «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν (1951), μετὰ ἀπὸ τὸ διάλειμμα τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1962.
Οἱ σημειώσεις τοῦ Καταπετάσματος εἶναι ἴδιες μὲ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1951, ἀλλὰ σὲ
διαφορετικὲς σελίδες (ΧΡΥΣ: σ. 107, ΠΡ: σσ. 154, 170).
Βλέπε τὶς λεπτομέρειες, καὶ τὰ σχόλια στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, §19.2.342
Μέγα λάθος τῶν ἰθυνόντων τούτης τῆς ἐκδόσεως, ὅπως καὶ τῆς τοῦ 1951, 1968. Ἔπρεπε νὰ ἀφιερώσουν
κόπο καὶ χρόνο, νὰ καταγράψουν σαφέστατα τὴν παράδοσιν στὸ Ἱερατικόν. Βλ. τί ἔγινε στοῦ 1977.
342
– 172 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
19.5 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977
Καὶ πάλιν ὅμως, τό 1977, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἄφησε τὴν «σειρὰ» τοῦ Ἱερατικοῦ 1951,
1968, 1971, καὶ ἐπέστρεψε στὴν «σειρὰ» τοῦ Ἱερατικοῦ 1962. Τρίτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε «σειρὰ»
τὸ Ἱερατικόν.
Δυστυχῶς ὅμως τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1977 προέβη σὲ μία μικρὴ μὲν φαινομενικὰ προσθήκη ἐν
συγκρίσει μὲ τοῦ 1962, συντριπτικὸ δὲ νεωτερισμὸ ὡς πρὸς τὴν ἔγγραφον ἀλλοίωσιν τῆς
ἀρχαίας Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος. Θὰ τὸν ἀναλύσουμε μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν
διατάξεων, στὴν ἐνότητα §19.6.
Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἐκράτησε, ἀμέσως μετὰ τὰ Περιεχόμενα, τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/96-1956, γιὰ τὴν αὐστηρὴ τήρησιν τῆς Μυστικῆς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἐκκλησιάσματος
Προσευχῆς (Ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν) τῶν Ἱερέων. Βέβαια ἀπὸ τὰ 2/3 τῆς σελίδος ποὺ ἐπεκτεινόταν στοῦ 1962 καὶ μὲ κανονικὰ μεγάλα γράμματα, τώρα ἐναγωνίως ἐχώρεσε στὸ 1/3 τῆς
σελίδος μὲ «ψιλὰ» γράμματα.
ΧΡΥΣ: Μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ τὸ Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν (σὲ ὑποσημείωση): «* Κατὰ τὴν
ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη καὶ ἀνοίγεται μὲ τὴν Κοινωνίαν τῶν Πιστῶν», σ.
130.343
Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη «τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος», σ. 135.
343
Μὲ τὸ χρῶμα γκρί εἶναι οἱ προσθῆκες ἐν σχέσει μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962.
– 173 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ, σσ. 185, 190.
ΠΡ: Ὅμοια μὲ τὸ Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962, ἀλλὰ σὲ διαφορετικὲς σελίδες.
Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη (Ἡμιβημόθυρα)», σ. 202.
Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, «κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 204.
Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται μόνον τὸ Καταπέτασμα (ἄνω μέρος)343 τῆς Ὡραίας
Πύλης», σ. 207.
Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο, σ. 207.
Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες),
κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, σ. 209.
Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, ὁ Διάκονος ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη
γιὰ νὰ θυμιάσει, καὶ γιὰ τὴν Εἴσοδον, σ. 214.
Ὅταν εἰσέλθουν, «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214.
Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 218.
Εἰκ. 19-1. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη,
ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214.
– 174 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
19.6 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977 (ἕως 2000): Ἡ σημείωσις ὅτι τάχα κατὰ τὴν
ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη μόνον κατὰ τὴν κοινωνία
τοῦ Ἱερέως
Ὡς προείπαμε, τὸ Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1977, στὴν σ. 130, προσέθεσε αὐτὴν
τὴν σημείωσιν, μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ τὸ Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν *, γιὰ πρώτη φορά:
«* Κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη
καὶ ἀνοίγεται μὲ τὴν Κοινωνίαν τῶν Πιστῶν».
Ἡ προσθήκη τῆς σημειώσεως,343 ὅτι τάχα μόνον344 μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν κατὰ τὴν ἀρχαία
παράδοσιν κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, δὲν ἔχει προηγούμενο στὰ Ἱερατικά, καὶ στὴν ἀρχαία
Παράδοση ποὺ ἐκτενῶς ἀναλύσαμε στὴν παροῦσα ἐργασία.
Ἐπίσης καὶ τὸ στρώσιμο τῶν λέξεων ἔχει μεγάλη σημασία. Λέει ἡ σημείωσις «κατὰ τὴν
ἀρχαίαν παράδοσιν, …», καὶ ὄχι τοὐλάχιστον «κατὰ τινὰ ἀρχαίαν παράδοσιν». Αὐτὴ «εἶναι» ἡ
ἀρχαία παράδοσις τελεία καὶ παῦλα, σύμφωνα μὲ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1977 καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέχρι
τό 2000 ποὺ τὸ ἀκολούθησαν (ἐκτός τοῦ 1981).
Μὰ ἀφοῦ στὴν Προηγιασμένη, βλ. §19.5, τὸ ἴδιο Ἱερατικόν (1977) ἔχει ὅτι μετὰ τὴν Μ.
Εἴσοδον «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου». Καὶ στὶς ἄλλες
Λειτουργίες ἴδια εἶναι ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος!345 Καὶ μόνον ἡ καταγεγραμμένη
παράδοσις τῆς Προηγιασμένης στὸ ἴδιο Ἱερατικόν (1977), ἀρκεῖ νὰ καταδείξει τὸ ἄκυρον τῆς
σημειώσεως.
«Μόνον», διότι δὲν ἀναφέρεται στὸ ἐν λόγῳ Ἱερατικόν στὶς Λειτουργίες τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ.
Βασιλείου, κλεῖσις τῆς Ὠραίας Πύλης σὲ ἄλλη στιγμή, πέραν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἱερέων.
345
Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία
λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι
Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη,
Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284.
344
– 175 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
Ἐρώτησις: Ποὺ ὅμως ἀπαντᾶται ἡ σημείωσις-παράδοσις τοῦ Ἱερατικοῦ τῆς Ἀ.Δ. 19772000 (μὲ ἐξαίρεση τοῦ 1981), ὅπου ἡ Ὠραία Πύλη μένει διαρκῶς ἀνοιχτή, καὶ κλείνει
μόνο στὴν Κοινωνία τῶν Ἱερέων μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν μέχρι τοῦ Μετὰ φόβου;
Ἀπάντησις: Πουθενά, στὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καὶ τὶς πηγές της ποὺ εἴδαμε στὴν
ἐργασία αὐτή.
Μὲ τὴν ἕως τώρα ἔρευνά μας, καθ’ ἡμᾶς, ἀρχικὰ στὸν Ἰωάννη Μ. Φουντούλη, (καὶ στοὺς
Ἀρμένιους σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη) βλέπουμε νὰ ἀπαντᾶται ἐγγράφως ἡ Παράδοσις τοῦ
Ἱερατικοῦ 1977- :
Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, στὴν ἀρμενικὴ Ἐκκλησία,346 «τὸ μικρὸ καταπέτασμα
τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης σύρεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ».347
(Βέβαια οἱ Ἀρμένιοι κλείνουν καὶ σὲ ἄλλες στιγμὲς τὸ Καταπέτασμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ
παρόντος).
Ὅμως ἀπὸ ὄτι εἴδαμε, ὁ Φουντούλης δὲν τὸ ἀναφέρει (γιὰ εὐνόητους μᾶλλον λόγους), ἐκτὸς
ἀπὸ τοὺς Ἀρμένιους, καὶ οἱ Οὐνίτες, κλείνουν τὸ καταπέτασμα κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ
λειτουργοῦ (καὶ τὸ ἔχουν ἀνοιχτὸ στὴν Ἀναφορά).348 Βέβαια οἱ Οὐνίτες ἀκολουθοῦν τὶς ἀποφάσεις
τοῦ Πάπα Ῥώμης, τῆς ἀντι-Μεταρρύθμισης (ὑποσ. 117), καὶ τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου.
Τὸ κλείσιμο ἑνὸς καταπετάσματος (δὲν ἀναφέρεται κιβώριον, ἴσως ἀφαιρεθήκανε ἐνιαχοῦ ἀργότερα) τὸ
ἐπιβεβαιώσαμε καὶ ἀπὸ τὸ The Divine Liturgy of the Armenian Church, σ. 44, qahana.am: “The curtain
closes while the celebrant offers his own personal prayers and himself receives Holy Communion”, (τὸ εἴδαμε
21/4/2024).
347
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ἔκδ. εʹ 1997 (ἔκδ. αʹ 1967), σ.
106.
348
(Οὐνίτικον) Ἱερατικόν, ἐν Ῥώμῃ, 1950: «Καὶ ἀνακλείεται τὸ καταπέτασμα» μετὰ τὸ Εἷς ἅγιος, σ. 143.
346
– 176 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
Σημειωθήτω, ὅτι στὰ ὅσα συγκεχυμένα λέει ὁ Φουντούλης στά #51, #52,349 οὔτε ὁ Μητροφάνης Κριτόπουλος,350 οὔτε ὁ Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (βλ. κεφ. 77),
ἀναφέρονται στὸ κλείσιμο τοῦ καταπετάσματος κατὰ τὴν Κοινωνία τοῦ Λειτουργοῦ.
Ὁ Φουντούλης, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναφορά του, στὴν ἀρμένικη Ἐκκλησία, ὅτι «τὸ μικρὸ
καταπέτασμα τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης σύρεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ
λειτουργοῦ»,347 συνεχίζει περισσότερο τὴν σύγχυση:
«Συμπεραίνομε λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὅτι τὸ κλείσιμο τοῦ καταπετάσματος τῆς ὡραίας
πύλης κατὰ τὴν ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ, ποὺ διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στὶς ἐνορίες, [!] ἔχει τὸ
ἔρεισμά του σὲ ἀρχαία [!] λειτουργικὴ συνήθεια, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν πράξι τῶν
μοναστηρίων [!] καὶ τῶν σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν [!], ἀκόμη καὶ τῆς ἀρμενικῆς [!] Ἐκκλησίας καὶ
ἀπὸ μερικοὺς παλαιοὺς κώδικας [τοὺς ὁποίους δὲν ἀναφέρει γιὰ νὰ τοὺς μάθουμε].»347
Δηλ. στὸ παραπάνω, ὁ Φουντούλης συγχέει α). τὴν Παράδοσιν τῶν Μοναστηριῶν, ὅπου
ἡ Ὡραία Πύλη εἶναι ἐντελῶς κλειστὴ στὴν Ἀναφορά (ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὸ
Μετὰ φόβου), μὲ β). τὴν ἀρμένικην Παράδοσιν (κατὰ τὸν Φουντούλην) ποὺ σύρουν τὸ μικρὸ
καταπέτασμα τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ
[ἀλλὰ στὴν Ἀναφορὰ τὸ ἔχουν ἀνοιχτό-τραβηγμένο]. Ἐπίσης σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, αὐτὸ
«διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στὶς ἐνορίες». [!]
Ὅμως ποιοί, καὶ σὲ τί ποσοστό, δικοί μας Κληρικοὶ (Ἐνορίες) ἀκολουθοῦσαν τὸ κλείσιμο τοῦ
Καταπετάσματος τῆς Ὡραίας Πύλης κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ (ποὺ ἦταν καὶ ἀρμένικη κατὰ
τὸν Φουντούλη Παράδοση), ὅταν ἀργότερα στόν βʹ τόμο, #267, ἐμπειρώτερος πλέον λέει:
«Ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία
μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμο ῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ
ἴδια πράξις.»351
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ὅ.π., σσ. 103-107.
Ἰωάννου Ν. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
Τόμος ΙΙ, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 538.
351
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία
1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284.
349
350
– 177 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ στόν βʹ τόμο, #267,351 τελικὰ ξεδιαλύνει κάπως τὰ πράγματα.
Αὐτὸ ποὺ ἀνέφερε ὡς «ἀρχαία λειτουργικὴ συνήθεια» στὸν αʹ τόμο (#51, #52), στόν βʹ
τόμο τὸ ἀναφέρει ὡς «νεωτέρα πρᾶξις».351 Γράφει:
«καίτοι ἄρχισε ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς νὰ ἐπεκτείνεται καὶ σ’ αὐτὴν [ἐννοεῖ στὴν Προηγιασμένη
Θεία Λειτουργία] ἡ νεωτέρα πρᾶξις, νὰ μὴ κλείεται δηλαδὴ ἡ ὡραία πύλη παρὰ μόνον κατὰ [τὸ]
κοινωνικό, ἐν τούτοις κατὰ τὸ πλεῖστον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ παλαιότερο ἔθος καὶ τὰ
βημόθυρα καὶ τὸ καταπέτασμα κλείονται κατ’ αὐτὴν εὐθὺς μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν δώρων,
γιὰ νὰ ἀνοιχθοῦν στὸ Μετὰ φόβου Θεοῦ... .
Στὴν πάλη αὐτὴ τῆς νεωτέρας πρὸς τὴν παλαιοτέρα πρᾶξι, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ προβλέψῃ
κανεὶς ποιὰ τελικῶς θὰ ὑπερισχύσῃ».352 [!]
Δυστυχῶς ὁ Φουντούλης δὲν πῆρε τότε θέσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχαίας παραδόσεως (παλαιοτέρας
πράξεως). 353
Φυσικὰ μὲ τὴν σχετικὴν σημείωσιν στὰ Ἱερατικά (1977-) ποὺ κράτησε μέχρι τό 2000, καὶ τὴν
πρὸ ἑτῶν καὶ ὑπὸ διαφόρων τρόπων ἀσκουμένην πίεσιν στοὺς Κληρικούς ἀπὸ διαφόρους προωθητὲς353 τῆς Λειτουργικῆς (τάχα) ἀναγεννήσεως, ἡ πλάστιγγα ἔγειρε ὑπὲρ τῆς νεωτέρας πράξεως.
Ἀργότερα (1993), ὁ Φουντούλης, ἀπὸ «νεωτέρα πρᾶξις», τὸ ἀναφέρει «ὑπόλειμμα τῆς
παλαιᾶς πράξεως»:354
«[...] στὸ πρόσφατο παρελθὸν εἶχε ἐπικρατήσει καὶ στὶς ἐνορίες ἡ μοναχικὴ τάξη,355 ποὺ
κρατοῦσε καὶ κρατεῖ κλειστὰ τὰ βημόθυρα τὸν περισσότερο χρόνο καὶ τὰ ἀνοίγει μόνο γιὰ
χρηστικοὺς λόγους. Γιὰ νὰ μὴ μποῦμε σὲ λεπτομέρειες, τὰ βημόθυρα ἀνοίγουν μόνο κατὰ τὶς
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ὅ.π., σσ. 284-285.
«Μὲ τὸ ἴδιο ὄραμα, αὐτὸ δηλαδὴ τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης, ἄρχισε τὴν ἐπιστημονική του διαδρομὴ
καὶ ὁ Φουντούλης, ἀκολουθῶντας ἀπὸ τό 1956 μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Τρεμπέλα μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὰ
μεγάλα κέντρα τῆς περίφημης «Λειτουργικῆς Κίνησης», ποὺ προώθησαν τὴν «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» σ’
ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο, μὲ κύριο σταθμὸ βέβαια τὴν Β Βατικανὴ Σύνοδο τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», ὁμιλία καθ. Πέτρου Βασιλειάδη στὸ διεθνές συνέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ καθ. Ἰωἀννου Φουντούλη. Σελίδα
«Θεολογικά Δρώμενα», 21/2/2014. (1/12/2023)
354
Φυσικὰ καὶ εἶναι ὑπόλειμμα, καὶ μᾶλλον σχετίζεται μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἀντι-Μεταρρύθμισης (ὑποσ. 117),
καὶ τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου ἢ τέλος πάντων μὲ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον (ἐνίοτε) καὶ καθ’ ἡμᾶς ὑπέβοσκε
ἢ ὑποβόσκει.
355
Ὡς ἔχουμε ἀποδείξει ἐκτενῶς στὴν ἐργασία αὐτή, ἔχει λάθος ὁ Φουντούλης (διαιωνίζων τὸν δυτικὸν
μύθον τῶν Mathews, Taft, Wybrew, π.χ. βλ. κεφ. 64, καὶ ὑποσ. 478), δὲν εἶναι καθόλου μοναχικὴ
τάξη, ἀλλὰ εἶναι τάξις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.
352
353
– 178 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
εἰσόδους, τὶς θυμιάσεις, τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν κοινωνία τοῦ λαοῦ μέχρι τὴν
ὀπισθάμβωνο. Ἡ ἀπόλυση γίνεται ἔξω μὲ κλειστὰ τὰ βημόθυρα, οἱ δὲ διάκονοι εἰσέρχονται ἀπὸ
τὴ νοτία πύλη τοῦ Ἱεροῦ καὶ ἐξέρχονται ἀπὸ τὴ βορεία. [...]. Ὁμοίως ἐκλείετο καὶ τὸ
καταπέτασμα ἀπὸ τοῦ Συμβόλου [τῆς Πίστεως] μέχρι τῆς Κοινωνίας τοῦ Λαοῦ, οἱ δὲ
εὐλογίες ἐδίδοντο ἀπὸ μέσα μὲ κλειστὸ τὸ καταπέτασμα ἢ ἀφοῦ συρθεῖ ἐπ’ ὁλίγο. Ὡς
ὑπόλειμμα αὐτῆς τῆς παλαιᾶς πράξεως, ποὺ διατηρεῖται [ἡ παλαιὰ πρᾶξις] στὶς Μονὲς356
καὶ στὶς σλαβικὲς ἐκκλησίες [καὶ στὴν Προηγιασμένη], ἔμεινε ἡ κλείση τῶν βημοθύρων
ἢ καὶ τοῦ καταπετάσματος κατὰ τὸ κοινωνικό, ποὺ γίνεται σὲ ὁρισμένους, ὄχι σὲ ὅλους
[!], τοὺς ἐνοριακοὺς ναούς».357
Πάντως ὁ Φουντούλης (1927-2007), στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του (2002), φάνηκε
ἔντρομος νὰ παρακολουθεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς κατ’ εὐφημισμὸν «λειτουργικῆς ἀναγέννησης»
ἢ «λειτουργικῆς ἀνανέωσης», καὶ παραδέχεται, γενικά,358 ὅτι «Καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ
τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Τὸ δὲ “θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας
ἀναφορᾶς”359 ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο360 τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ “ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν”.361 Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ ἂς μὴν
ἐπιτρέψει νὰ τοῦ ἐπιβάλλουμε βρόγχους εἰς κρίμα καὶ εἰς κατάκριμα».
Δυστυχῶς ὑπάρχουν Μονές σήμερα (μᾶλλον οἱ περισσότερες, πλὴν Ἁγίου Ὄρους), πολλὲς ἐν ἀγνοίᾳ, ποὺ
ἀκολουθοῦν τὴν νεωτεριστικὴ πράξη ἐνοριῶν, νὰ εἶναι τὰ πάντα διάπλατα.
357
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ – Εἰσαγωγὴ στὴ Θεία Λατρεία, ἔκδ. αʹ, ἐκδ. Ἰ.Μ. Φουντούλης,
Θεσ/νίκη 1993, κεφ. λζʹ, Ἡ κλείση τῶν Βημοθύρων σσ. 241-242.
358
Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα
Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224.
359
Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἐλαίου (Εὐχελαίου), Εὐχή μετά τό Εʹ Ευαγγέλιον.
360
Ὄχι μόνο αὐτό βέβαια, ἀλλὰ καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας.
361
Αὐτὸ τὸ ἀντέγραψε καὶ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Βλ. Ἐγκλύκλιος ΔΙΣ
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ
Μέσα». Ὅμως φαίνεται καταπατεῖται στὶς ἡμέρες μας κυρίως ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ
Κληρικούς.
356
– 179 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
Παρὰ ταῦτα, πῶς λοιπὸν πέρασε (1977) καὶ ἐκράτησε αὐτὴ ἡ σημείωση, δυστυχῶς, γιὰ χρόνια,
μέχρι τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 2000, καὶ ο ὔ τε δ ι ο ρ θ ώ θ η κε π ο τέ ;
Ἐν κατακλείδι,
Στὴν οὐσία αὐτὴ ἡ σημείωση (ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος) «ξεγέλασε ἐγγράφως» τοὺς παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς ποὺ τηροῦσαν τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν τῆς κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ
μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, ὥστε νὰ τὴν κλείνουν τώρα μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ νὰ ἀφήνουν
πλέον ἀνοιχτὸ τὸ Ἱερὸ σὲ ὅλη τὴν Ἀναφορὰ τῆς Θείας Λειτουργίας, ποὺ φυσικὰ ἦταν καὶ
εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῶν νεωτεριστῶν τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως» ἢ «Λειτουργικῆς Ἀνανεώσεως», καὶ κέλευσμα τῶν Δυτικῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς «Μεταρρυθμίσεως» καὶ
«Ἀντιμεταρρυθμίσεως»117 καὶ τοῦ «Διαφωτισμοῦ» (βλ. §7.3), καὶ ὄχι μόνον, βλ. ὑποσ. 354.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἐνῷ ὁ Φουντούλης, ξεκαθάρισε ἀργότερα τὰ πράγματα (ὡς τὸ
ἀναλύσαμε παραπάνω) αὐτὴ ἡ σημείωσις ἔμεινε ἕως τό 2000, καὶ οὔτε κἂν διορθώθηκε. Ἀργότερα (ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω) καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας, κατάλυσις σχεδὸν εἰς πάντα.
Σημειωθήτω ὅτι ἡ σημείωση αὐτὴ μεγάλως συνετέλεσε νὰ μὴν μεταλαμπαδευτεῖ ἡ ἀρχαιοτάτη
Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στοὺς νέους Ἱερεῖς.
Ἰω. Φουντούλης, βλ. ὑποσ. 345.
– 180 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
19.7 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1981
Μὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1981 ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κάνει πάλι στροφὴ στὴν «σειρὰ»
τῶν Ἱερατικῶν (1951, 1968, 1971), σὲ μιὰ ἴσως ἀπέλπιδα προσπάθεια ἐπαναφορᾶς τῆς
Παραδόσεως, μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο διάλειμμα τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1977 (1962), ποὺ ὅπως εἴδαμε
ἀλλοίωσε τὴν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος. Τέταρτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε σειρὰ τὸ Ἱερατικόν.
Δυστυχῶς αὐτὴ ἦταν νομίζουμε ἡ τελευταῖα (ἐπι)στροφὴ πρὸς τὴν σειρὰν τῶν Ἱερατικῶν
1951, 1968, 1971, (1981).
Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, περάσανε σχεδὸν δύο γενιὲς Ἱερέων καὶ Πιστῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων
δὲν γνωρίζουν τὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος.
Οἱ ἰθύνοντες ὅμως καὶ αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως, ἀντὶ νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ καταγράψουν μὲ
λεπτομέρεια τὴν παράδοσιν τῆς κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης (διότι οἱ καιροὶ ἄρχισαν νὰ τὰ
θέλουν ὅλα γραμμένα), ἐπαναπαυτήκανε μόνο σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ παλαιοτέρας ἔκδοσης.
Οἱ σημειώσεις τοῦ Καταπετάσματος εἶναι ἴδιες μὲ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1971, καὶ στὶς ἴδιες
σελίδες (ΧΡΥΣ: σ. 107, ΠΡ: σσ. 154, 170), βλ. §19.4. Ὡς πρὸς τοῦ 1951 (γιὰ τὸ Καταπέτασμα)
διαφέρει μόνον στὸ ἀριθμὸ τῶν σελίδων.
Βλέπε τὶς λεπτομέρειες, καὶ τὰ σχόλια στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, §19.2.
– 181 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
19.8 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1987
Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Γʹ, ἀναφέροντας μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ἀποσιωπῶντας τὶς
(ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981!
Τελευταῖα μᾶλλον φορὰ (ὡς φαίνεται), ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἄφησε τὴν παραδοσιακὴ σειρὰ
τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, 1968, 1971, 1981, καὶ ἐπέστρεψε στὴν σειρὰ τοῦ Ἱερατικοῦ 1977 (1962).
Πέμπτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε «σειρά» τὸ Ἱερατικόν.
Τὸ Ἱερατικὸν Ἀ.Δ. τοῦ 1987, δυστυχῶς κράτησε τὴν ἐσφαλμένη σημείωσιν (μὲ τὴν
συντριπτικὴν ἐπίπτωσιν στὴν Παράδοσιν) τοῦ ἀντιστοίχου Ἱερατικοῦ Ἀ.Δ. τοῦ 1977, καὶ βλέπε
τὰ σχόλιά μας στὴν ἐνότητα §19.6.
Παρήγορο εἶναι, ἂν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κανείς, ὅτι ἀκόμη (ἐν ἔτει 1987) ἡ Παράδοσις στὴν
Προηγιασμένη δὲν ἀλλοιώθηκε.
Μόνο ἡ ἔγγραφη Παράδοσις τῆς Προηγιασμένης πάντως, θὰ μποροῦσε ἀκόμη νὰ
διορθώσει τὴν ἐσφαλμένη σημείωση τοῦ 1977 (καὶ τοῦ 1987) (§19.6).
Κατὰ τὰ ἄλλα, γιὰ τὸ Καταπέτασμα, εἶναι ὅμοιον μὲ τοῦ 1977, καὶ στὶς ἴδιες σελίδες, βλ.
§19.5.
– 182 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
19.9 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1995
Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Εʹ, ἀναφέροντας κι αὐτὸ μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ὁμοίως μὲ
τοῦ 1987 ἀποσιωπῶντας τὶς (ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981!
Τὰ ἴδια σχόλια (γιὰ τὸ Καταπέτασμα) μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ. τοῦ 1987, βλ. §19.8.
19.10 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000
Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Ζʹ, ἀναφέροντας κι αὐτὸ μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ἀποσιωπῶντας τὶς (ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981! Ἐπίσης δὲν ἀναφέρεται ἡ ἔκδοσις
1977, βλ. §19.5, §19.6.
Παρήγορο εἶναι, ἂν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κανείς, ὅτι ἀκόμη (ἐν ἔτει 2000) ἡ Παράδοσις στὴν
Προηγιασμένη δὲν ἀλλοιώθηκε.
Μόνο ἡ ἔγγραφη Παράδοσις τῆς Προηγιασμένης πάντως, θὰ μποροῦσε ἀκόμη νὰ
διορθώσει τὴν ἐσφαλμένη σημείωση τοῦ 1977 (καὶ τῶν 1987-2000) (§19.6).
Τὰ ἴδια σχόλια (γιὰ τὸ Καταπέτασμα) μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ. τοῦ 1977, 1987, βλ. §19.8.
– 183 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
Εἰκ. 19-2. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς
(Εἴπωμεν πάντες), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 209.
Εἰκ. 19-3. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη,
ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214.
– 184 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
19.11 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2004, καί 2007
Φτάσαμε στὸ Ἱερατικὸν Ἀ.Δ. τοῦ 2004 καὶ τοῦ 2007, τοῦ π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη,
ἐγκρίσει τῆς Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου τῇ 8/7/2002.
Ἐδῶ πλέον, ἀφαιρέθηκε στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου,
κάθε ἴχνος ἀναφορᾶς στὴν ἀδιάκοπο παλαιοχριστιανικὴ Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος,362
ἀφαιρέθηκε καὶ ἡ ἀδιάκοπος παλαιοχριστιανικὴ Παράδοσις τῆς μυστικῆς (μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ
Λαοῦ) προσ-Εὐχῆς τῶν Ἱερέων (Μυστικῶν Εὐχῶν), μαζὶ μὲ τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/96-1956.
Αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν, δὲν ἄφησε ἴχνος Καταπετάσματος στὴν Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ
Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως καὶ δὲν ἄφησε ἴχνος «μυστικῆς» προσ-Εὐχῆς τοῦ
Ἱερέως. Αὐτὰ τὰ δύο, τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος (κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης),
καὶ οἱ «Μυστικὲς» Εὐχὲς τῶν Ἱερέων, πᾶνε μαζί, βλ. ὑποσ. 312, 313. Βλ. τὰ ἄρθρα μας γιὰ
τὴν Παράδοσιν τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν,363 καὶ τὸ ἄρθρο μας γιὰ τὸ Ἱερατικό Συλλείτουργο, καὶ τὴν
ἐκεῖ ἀνάλυση τοῦ ἐν λόγῳ Ἱερατικοῦ.364
Γιὰ τὴν Προηγιασμένη, ἄφησε ἕνα ὑπόλειμμα Καταπετάσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι κι αὐτὸ
τελεία ἀλλοίωσις τῆς ἀδιάκοπης Παράδοσης ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Ποὺ πῆγε τό «στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Βʹ Θεσ. βʹ 15);
Ἀκόμη καὶ ὁ Φουντούλης, ἀναφέρει τὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν, καὶ τὸ ἔχουμε πολλάκις ἀναφέρει. Βλ. ἰδιαίτερα τὴν ἐνότητα §19.6.
Ἴσως πεῖ κάποιος, ὅτι στὴν ὑποσ. 333, ἀναφέρεις ὅτι «Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.)
δὲν ἀναφέρεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία καθεαυτή.
Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγουν, στὶς διατάξεις τῆς Χειροτονίας, καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5.» Ναί, ἀλλὰ σήμερα εἶναι
ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφὴ τῆς Παραδόσεως, τότε δὲν ἦταν ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφὴ διότι ὅλοι οἱ Ἱερεῖς ἐγνώριζον
καὶ ἐτηροῦσαν τὴν Παράδοσιν. Βλ. Φουντούλη,331 καὶ ὑποσ. 365.
363
Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF],
[PDF], 3/4/2022. Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, [PDF], [PDF],
30/10/2022.
364
Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022.
362
– 185 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικὰ τὸ ἐν λόγῳ Ἱερατικόν:
ΧΡΥΣ: Δὲν ἀναφέρεται καθόλου ἄνοιγμα (ἢ κλείσιμο) τῆς Ὡραίας Πύλης.365
ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ.
ΠΡ: Ἀφαιρέθηκε τό: Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη
(Ἡμιβημόθυρα)».366
«Ἀρχομένης τῆς Στιχολογίας [τοῦ Ψαλτηρίου], κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 219.
Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται [μόνον] τὸ Καταπέτασμα [(ἄνω μέρος)] τῆς Ὡραίας
Πύλης, σ. 221.
Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ γίνεται Εἴσοδος, δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα
γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο,367 σ. 221.
Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), δὲν
ἀναφέρει ὅτι κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, σ. 223.
Ἄρα, καὶ Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, δὲν ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει ἡ
Ὡραία Πύλη γιὰ τὴν Εἴσοδον (ἀφοῦ δὲν τὴν ἔκλεισε μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω), σ. 229.
Ὅταν εἰσέλθουν ἀπὸ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον, δὲν ἀναφέρει καθόλου ὅτι κλείεται ἡ Ὡραία
Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου, σ. 229.
Καὶ φυσικὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 233.
Στὸ Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2004 καί 2007 ἀφαιρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ τῶν Ἱερατικῶν Ἀ.Δ. 1951, 1962, 1971,
1977, 1981, 1987, 1995, 2000, ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος. Τινὲς ἴσως ποῦν γιατὶ
χρειάζεται ἡ ἀναγραφή, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἀνοιχθεῖ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλή: ἡ
ὕπαρξις αὐτῆς τῆς διατάξεως περὶ ἀνοίγματος τῆς Ὡραίας Πύλης, εἶναι ἀναγκαῖα (στὶς ἡμέρες μας ποὺ
ἔχει ἀλλοιωθεῖ ἢ λησμονηθεῖ ἡ Παράδοσις), διότι σημαίνει ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κάποια στιγμή ἔκλεισε.
Φυσικὰ σύμφωνα μὲ τὴν Ἐκκλησιαστική Παράδοση κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, βλ. ἐπίσης,
Φουντούλη, ὑποσ. 331, καί §14.7. Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τὸ διδάσκονταν καὶ οἱ Ἱερεῖς μας στὸ παρελθόν
στὶς Ἱερατικές Σχολές, καὶ τότε δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀναγράφεται ῥητῶς, βλ. ὑποσ. 284, 362. Ὅπως ξέρουμε ὅτι
στὸ Ἅγιος ὁ Θεός, κάνουμε τὸν Σταυρό μας, ἔτσι ἤξεραν ὅτι μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη.
366
Μὲ τὸ γαλάζιο χρῶμα εἶναι οἱ ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962, καὶ τῶν
Ἱερατικῶν Ἀ.Δ. τῶν ἑτῶν 1977, 1987-2000.
367
Ξέχασε κλειστὰ τὰ βημόθυρα. Φυσικὰ μπορεῖ νὰ ὑποννοήσει κάποιος τὸ ἄνοιγμά τους γιὰ νὰ γίνει ἡ Εἴσοδος,
ἀλλὰ λόγῳ τῆς προηγηθείσης ἀναλύσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθεῖ ῥητῶς.
365
– 186 –
Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας
Ἰω. Φουντούλης, βλ. ὑποσ. 331.
19.12 Τίς πταίει;
Θὰ ἀναρρωτηθεῖ κανεὶς μετὰ τὴν παραπάνω ἀνάλυση τῆς ἐνότητος §19. Ἰστορικῶς, τὰ
Ἱερατικά φταῖνε γιὰ τὴν ἀλλοίωση καὶ λήθη τῆς ἀδιακόπου Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος,
στὶς Ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος;
Ἡ σύντομος ἀπάντησις εἶναι: Τὰ Ἱερατικά, εἶναι ἁπλὰ ὁ καρπός.
Ἡ σταδιακὴ ἀλλοίωσις, ὁ κλονισμὸς τῶν κιόνων τῆς Παραδόσεως, γινόταν καὶ γίνεται,
χρόνια προτοῦ καταχωρηθεῖ σταδιακὰ στὰ Ἱερατικά.368, 352
Ἐμεῖς νὰ εὐχηθοῦμε νὰ ἐπανέλθει τὸ Ἱερατικόν ὅπως ἔγινε τόσες φορὲς στὸ παρελθόν, μὲ ὅσες
ἀναγκαῖες παραδοσιακὲς ἀναλύσεις / ἐπεξηγήσεις, ἰδίως τώρα ποὺ μὲ τὴν νεώτερη ἔρευνα, ἔχουν
ἀποδειχθεῖ ὡς ἀντιπαραδοσιακοὶ οἱ νεωτερισμοί.
Ὅμως θαρσεῖτε, ἀκόμη κρατεῖ ἡ Παράδοσις στὴν Ἐκκλησία μας (διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου), βλ.
§18.1.
Γιὰ παράδειγμα τὰ 3 Ἀμήν (Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν) τῆς Ἀναφορᾶς, ποὺ τὰ Ἱερατικὰ λένε ὅτι εἶναι τοῦ Διακόνου
(ποὺ ἔχει Ἱερωσύνη, τόν αʹ βαθμό). Παλαιότερα ἦσαν μόνον τοῦ Ἱερέως. Καὶ πιὸ παλαιὰ δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖ
Ἀμήν. Ἀφοῦ τὰ Ἱερατικὰ γράφουν ὅτι εἶναι τοῦ Διακόνου, πῶς λοιπὸν Κληρικοὶ στὶς ἡμέρες μας κάνουν τὰ
ἀντίθετα, καὶ δασκαλεύουν τοὺς Ψάλτες νὰ ἀλλάξουν τὴν Παράδοσιν καὶ νὰ σωπαίνουν, γιὰ νὰ λέει ὀ Ψάλτης ἢ ὁ
Λαὸς τὰ Ἀμήν τοῦ Διακόνου, καὶ ἐξαπλώνεται ταχύτατα αὐτὸς ὁ νεωτερισμός; Φεῦ, πόσο εὔκολα μεταδίδεται
καὶ ἐγκολπώνεται ὁ νεωτερισμός, καὶ πόσο δύσκολη εἶναι ἡ διατήρησις τῆς Παραδόσεως! Φεῦ, ἕνας
νεωτερισμὸς κάνει τὸν γῦρο τοῦ κόσμου, πρὶν κἂν ἡ Παράδοση προλάβει νὰ σηκώσει κεφάλι!
368
– 187 –
20 Ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει ἐντελῶς στὴν Ἁγία Ἀναφορά, χωρὶς
νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀναγραφή σχετικῆς διατάξεως στὰ
Ἱερατικά
Γιὰ τοὺς παραδοσιακοὺς Διακόνους, Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους αὐτὸ εἶναι δεδομένο.
Γιὰ δέ τοὺς λοιποὺς θὰ διαλεχθοῦμε ἐν συντομίᾳ ὡς ἑξῆς·
Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴν προφορικὴ Ἀποστολικὴ Παράδοση, καὶ δὲν ἦσαν/εἶναι τὰ
πάντα γραμμένα στὰ Ἱερατικά, Εὐχολόγια, Χειρόγραφα. Βλ. κανόνα ϟαʹ Μεγάλου Βασιλείου.
Λέει ὁ Φουντούλης: «Τὰ χειρόγραφα καὶ αἱ διατάξεις τῆς θείας λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων δὲν μαρτυροῦν γιὰ τὸ κλείσιμο αὐτὸ τῶν θυρῶν μετὰ τὴν μεγάλη εἴσοδο». Καὶ ἐν τούτοις
στὴν Προηγιασμένη σήμερα κρατεῖ ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος! Συνεχίζει ὁ Φουντούλης: «Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασία, γιατὶ εἶναι γνωστό, ὅτι ὄχι μόνο στὴν λειτουργία
τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν δώρων
ἐκλείοντο τὰ βημόθυρα καὶ τὸ καταπέτασμα». Καὶ ἐπίσης λέει ὅτι: «οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς
ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἰδία πράξις.»273
Κακῶς ὅμως λέει ἴσχυε (τό 1967, 1994), ἔπρεπε νὰ πεῖ ἰσχύει ἀκόμη (διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου
βέβαια), ὡς εἴδαμε στὴν ἐνότητα §18.1.
Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης, τὸ διδάσκονταν οἱ Ἱερεῖς μας ἀπὸ τὴν προφορικὴ παράδοση, ἀπὸ τὴν ζῶσα παράδοση ἀπὸ τοὺς παλαιότερους Ἱερεῖς (ἰδίοις ὀφθαλμοῖς), καὶ ἐπίσης
τὸ διδάσκονταν στὶς Ἱερατικές Σχολές,369 καὶ ἔτσι δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀναγράφεται ῥητῶς,
βλ. ἐπίσης, Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίον, ὑποσ. 284.
Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.) δὲν ἀναγράφεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε
κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία. Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγουν, στὶς
διατάξεις τῆς Χειροτονίας, καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5. Δὲν ἀναγράφεται στὴν Λειτουργία
καθεαυτή, διότι τότε ἦσαν λακωνικώτατα τὰ Χειρόγραφα, καὶ δὲν ἦταν ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφή,
ἀφοῦ οἱ Ἱερεῖς ἐγνώριζον καὶ ἐτηροῦσαν τὴν Παράδοσιν, καὶ μάλιστα παρότι δὲν ἀναγραφόταν ἡ Παράδοσις αὐτὴ ἔφτασε ὡς τὶς μέρες μας! Βλ. §18.1.
Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι τὴν σημερινὴ ἐποχὴ ἰδίως, ἡ κάθε Μητρόπολις, ὁ κάθε παραδοσιακός Μητροπολίτης,
πρέπει νὰ δίνει αὐτὸς τὶς βάσεις τῆς Λειτουργικῆς στὴν Μητρόπολή του. Νὰ κάνει δηλαδὴ Ἱερατικό σχολειό μὲ
παλαιοὺς παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς ποὺ θὰ διαλέξει, ποὺ θὰ μεταλαμπαδεύσουν τὴν Παράδοση στοὺς νέους Ἱερεῖς. Ἢ
νὰ διαμένουν οἱ νέοι Ἱερεῖς μας γιὰ ἕνα διάστημα, σὲ παραδοσιακὸ καὶ φιλακόλουθο Μοναστήρι τῆς Μητροπόλεως,
ὅπου θὰ διδαχθοῦν τὴν παραδοσιακὴ λειτουργική καὶ τελετουργική, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅταν οἱ νέοι
Ἱερεῖς πάρουν γερὲς βάσεις, τότε - ἂν θέλουν - νὰ πᾶνε στὴν Ἱερατική Σχολή.
369
– 188 –
«Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς»
21 Τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος μὲ Ἀρχιερέα
Πολλαχοῦ στὴν παροῦσα ἐργασία μαρτυρεῖται ὅτι ἔκλεινε τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἁγία
Ἀναφορά παρόντος Ἀρχιερέως. Γιὰ παράδειγμα:
- στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως, βλ. σσ. 128, 211.
- στὸ χειρόγραφο Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιον τοῦ 8ου αἰ. Barb. Gr. 336, βλ. σσ. 130, 246.
- στὴν διάταξιν τοῦ διακόνου Ἰσιδώρου Πυρομάλλη τοῦ 10ου αἰ., βλ. σσ. 128, 270.
- στὴν Προθεωρία, 11ος αἰ., βλ. κεφ. 65, σ. 260.
- στὸν Ἅγ. Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης, 15ος αἰ., βλ. κεφ. 95, σ. 332.
- σὲ διατάξεις χειροτονιῶν Διακόνου, [D II, σ. 345 (14ος αἰ.), σ. 655 (15ος αἰ.), σ. 772 (1538)],
βλ. κεφ. 76, σ. 282.
- στὴν Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς τοῦ Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου (1829-1918), βλ. σ. 146.
- στὴν παράδοσιν τῶν Παλαιοπίστων Ῥώσσων (μέχρι καὶ τὴν σύγχρονη ἐποχή), βλ. σ. 339.
- στὴν σημερινὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, σὲ Ἀρχιερατική Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, βλ. §18.1.
καὶ σὲ ἄλλες μαρτυρίες.
Εὐχόμαστε νὰ τηρηθεῖ αὐτὴ ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς
κλείσεως τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἀναφορά, καὶ παρόντος Ἀρχιερέως, ὅπως τηρεῖται σήμερα
στὴν Προηγιασμένη ἀκόμη, στὸ Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, καὶ στὶς Μητροπόλεις μας (βλ.
§18.1).
– 189 –
Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024
22 Λογικὴ ἀπόδειξις τοῦ ἀθεάτου τῆς Ἁγίας Τράπεζας κατὰ τὴν
Ἁγίαν Ἀναφοράν
Μία λογικὴ ἀπόδειξις ἄνευ τινῶν ἀναφορῶν.
Γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν τὰ Ἀμφίθυρα καὶ τὰ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ.
Ὁ σκοπὸς τῶν θυρῶν καὶ τῶν καταπετασμάτων εἶναι νὰ κρύψουν τί.
Ἔστω ὅτι ὑπῆρχαν γιὰ νὰ κλείνουν (ἁπλώνουν) ἐκτὸς Λειτουργίας, καὶ στὴν Λειτουργία νὰ
ἀνοίγουν (μαζεύουν).
Ἂν ὅμως ἀνοίγουν στὴν Λειτουργία, ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κρυφτεῖ τί στὴν Λειτουργία,
τότε περισσότερο δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κλείνουν καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει Λειτουργία, ἄρα δὲν
χρειάζονται καθόλου.
Ἄτοπον, ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν Ἀμφίθυρα καὶ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ, καὶ
χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ κρύψουν τί.
Ἄρα ἐκ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, συμπεραίνουμε ὅτι κλείνουν (ἁπλώνουν) στὴν
Λειτουργία τὰ Καταπετάσματα, καὶ κλείνουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποκρύψουν ὅτι πιὸ
«ὑψηλό»370, τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου (εἰς τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν).
Σημειωτέον, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀποκρύπτεται ἀπὸ τὸν Λαόν, δὲν εἶναι φυσικὰ ἡ Θεία
Κοινωνία, ἀφοῦ κοινωνοῦμε (Ἰω. ϛʹ 48-59), ἀλλὰ ἀποκρύπτεται ἡ Τέλεσις τοῦ Μυστηρίου
τῆς Θείας Εὐχαριστίας (ἡ Ἁγία Ἀναφορά), σύμφωνα μὲ τὴν πράξιν τοῦ Κυρίου371, 370 (Ἰω. ιγʹ 2),
«οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά», [PG 155, 296B-C]· «οὐ τοῖς πᾶσιν
ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», [PG 155, 732A], βλ. κεφ. 77, σ. 283.
371
ἐκτὸς φυσικὰ τῶν ἐκφωνήσεων ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης (Ματθ. ϛʹ 26-28, Μάρκ. ιδʹ 22-24, Λουκ. κβʹ 1720).
370
– 190 –
«Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς»
ὁ Ὁποῖος ἐτέλεσε τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ (ἐνῷ φυσικὰ θὰ
μποροῦσε ἂν ἤθελε), ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων Του μόνο.372, 373, 374, 375
Καὶ ἀποκρύπτεται διότι εἶναι τῆς Ἱερωσύνης ἀποκλειστικὸν ἔργον καὶ ἱερὸν προνόμιον,376 καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν Τάξεις μὲ σαφῆ ὅρια ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.4
Ἀποκρύπτεται διότι αὐτὴν τὴν ἱερὴ στιγμὴ ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ προσευχηθεῖ μὲ
ὅλη τὴν δύναμίν του, καὶ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, καὶ ὄχι νὰ διαχέεται καὶ νὰ περισπᾶται, κάνοντας
στὴν οὐσία παρουσίαση τῆς Εὐχαριστίας στὸν Λαό.
Ἀποκρύπτεται διότι ἡ Προσευχὴ εἶναι μυστική.
Καί στοὺς Δυτικούς, καὶ στὴν Ῥώμη, ἀκόμη καὶ τὸν 13ον αἰ. ἔκλειναν τὰ Καταπετάσματα τοῦ
Κιβωρίου στὴν Ἁγία Ἀναφορά377 (μὲ τὸν Ἱερέα ἐντός), καὶ μέχρι τὸν «Διαφωτισμό»:
«Τὰ Καταπετάσματα (κουρτίνες) ποὺ ἀπλώνουν σὲ κάθε γωνία τῆς Ἁγίας Τραπέζης
[Κιβωρίου], καὶ ἀπὸ τὰ ὁποία ὁ Ἱερεὺς εἰσέρχεται στὸ Μυστικό Μέρος (Secretum)545»
(βλ. παρακάτω, κεφ. 73, σ. 279).
Πῶς ἐτέλεσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν «θείαν Εὐχαριστίαν» εἰς τὸν Μυστικὸν Δείπνον, μυστικῶς
ἢ εἰς ἐπήκοον;, [PDF], [PDF], 2/12/2020.
373
Τὴν θέση αὐτή (μαζὶ μὲ ἄλλες), χρησιμοποιεῖ ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος (990-1080), ὡς ἐμάθαμεν ἀπὸ
τὴν πρόσφατον ὀμιλίαν τοῦ πρεσβ. Γεωργίου Διαμαντοπούλου, βλ. §64.
374
G. Diamantopoulos, Die Hermeneutik des Niketas Stethatos, Münchner Arbeiten zur
Byzantinistik, 3, Neuried 2019 [ἀνατύπωση München 2021].
375
Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν
ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, [ἐπίσης ἐδῶ], 11/6/2023.
376
«Τὸ δὲ “θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς” ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο
τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ “ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν”», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα
Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ
2002, σσ. 209-224.
377
T. M. Thibodeau, The Rationale Divinorum Officiorum of William Durand of Mende, A new
translation of the Prologue and Book One, Columbia University Press, 2010, σ. 43: “In the first – namely
the curtains which are spread out on either corner of the altar, through which the priest enters the secret
place [secretum]”.
372
– 191 –