Academia.eduAcademia.edu

Outline

Το Καταπέτασμα στον Άγιο Συμεών Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (+1429)

2024

Abstract

«οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», καὶ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς». Στα κεφάλαια 77, 95 της β' έκδοσης του βιβλίου μας περί του Αθεάτου της Αγίας Τράπεζας, αναλύουμε τις αναφορές του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης για το Καταπέτασμα του Ιερού [Κεφάλαια 77, 95 - Το αθέατον της Αγίας Τράπεζας - https://www.academia.edu/117951483 ]

«Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 77 Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης (+1429), [PG 155, 732A] Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁμιλεῖ σὲ τρία σημεῖα γιὰ τὸ Καταπέτασμα. Θὰ τὰ δοῦμε παρακάτω ἀναλυτικά: 77.1 [PG 155, 697] «Τοῦ αὐτοῦ ἐρμηνεία περί τε τοῦ Θείου Ναοῦ [...], οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς Θείας Μυσταγωγίας [...]», [PG 155, 697]. πγʹ. Διατὶ κλείονται μετὰ τὸ σφραγίσαι τὰ ἄγια θύρια. Εἰσελθόντος δὲ [τοῦ Ἀρχιερέως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον καὶ τὸ σφραγῖσαι τὸν λαὸν τῷ τρικηρίῳ] κλείονται αἱ θύραι [τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα], ὅτι οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς». [PG 155, 732A]. Μέχρι τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ἐρμηνείας ([PG 155, 750]) ὁ Ἅγιος δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνοίγματος τῶν ἁγίων θυρίων π.χ. εἰς τὸ Πιστεύω, ὁπότε καὶ βλέπουμε ὅτι μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς («οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια») εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Συμεών. Τὸ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς» εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰν εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια.– – 283 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 77.2 [PG 155, 253-304] Στὸ περὶ τῆς Ἱερᾶς Λειτουργίας ἔργον του [PG 155, 253-304], λέγει: (296A) «μετὰ τοὺς κατηχουμένους, ἡ Δευτέρα μεγάλη εἴσοδος [...]. (296B) Εἶτα κλείονται μὲν αἱ [ἅγιαι τοῦ Ἱεροῦ ἐννοεῖται] θύραι, ὅτι τάξις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια553, ἐπεὶ καὶ τότε κεκαλυμμένος ἔσται πολλοῖς, καὶ κατὰ μικρὸν ἀνοιγόμενος ὁ Ἰησοῦς. Εἶτα [πότε;]554 αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται. Καὶ τῆς ὁμολογίας κηρυχθείσης, καὶ τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως παρὰ πάντων ἀνωμολογηθέντος, τὰ τῆς ἀγάπης ἀγγέλοις τε καὶ ἀνθρώποις διὰ τοῦ Ἀσπασμοῦ555 [...]. Καὶ Ἰησοῦς τὸ κάλλιστον ἱερεῖον μέσον ἔσται πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ, εἰρήνη πάντων ὢν καὶ ἑνότης, καὶ ἱερεὺς καὶ ἱερουργούμενος, καὶ ἑνὼν πάντας, καὶ ἑνούμενος πᾶσι· πλὴν ἀναλόγως· οὐ γὰρ πάντες ἀμέσως τούτου μεθέξουσιν· ἀλλ’ οἱ μὲν ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται, καὶ ὥσπερ ἱερουργοὶ καὶ τῶν τελεωτέρων ἁπτόμενοι». (296D) Κεφάλαιον ϟθʹ. [...] Καὶ τοῦτο δηλοῖ ἐνταῦθα ὁ πρῶτος ἀρχιερεύς, πλησιάζων τε καὶ ἁπτόμενος, καὶ θύων τὰ μυστικά, καὶ αὐτὸν τὸν τυθέντα ὑπὲρ ἡμῶν ἐκτυπούμενος· οἱ δὲ [πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι], διὰ μεσίτου αὐτοῦ μετέχοντές τε καὶ ἀπολαύοντες. [...]. Στὸ ἀνωτέρω ἐδάφιο [296A-296D], καὶ συγκεκριμένα στά: «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια, ἐπεὶ καὶ τότε κεκαλυμμένος ἔσται πολλοῖς, καὶ κατὰ μικρὸν ἀνοιγόμενος ὁ Ἰησοῦς. Εἶτα [πότε;] αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται. Ὅμοια μὲ τὸ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», [PG 155, 732A], καὶ ὁρίζει ὅτι κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰν εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια. 554 Ὅπως θὰ δοῦμε, στὴν Θεία Κοινωνία, δηλ. στὸ Μετὰ φόβου. 555 Ὁ Ἀσπασμὸς ἐδῶ ἀναφέρεται μετὰ τὸ Πιστεύω. 553 – 284 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Καὶ τῆς ὁμολογίας κηρυχθείσης, καὶ τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως ..., ... τοῦ Ἀσπασμοῦ […]. […] οὐ γὰρ πάντες ἀμέσως τούτου [τοῦ Χριστοῦ] μεθέξουσιν· ἀλλ’ οἱ μὲν ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται, καὶ ὥσπερ ἱερουργοὶ καὶ τῶν τελεωτέρων ἁπτόμενοι», φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἀσάφεια. Ἡ ἀσάφεια εἶναι ὅτι ἐνῷ μᾶς λέει ὅτι «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», σαφῶς ὑποδηλώνοντας τὴν Ἁγία Ἀναφορά, μετὰ μᾶς λέει αἱ πύλαι ἀνοίγονται. Μὰ «τὰ ὑψηλά», «τὰ μυστήρια», εἶναι στὴν ἁγία Ἀναφορά, πῶς λοιπὸν ἀνοίγονται πρὶν τὴν ἁγία Ἀναφορά, ἀφοῦ οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια; Ἀργότερα ὅμως λέει ὅτι «…ἀλλ’ οἱ μὲν [Ἱερουργοὶ] ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται…», δηλ. οἱ Ἱερεῖς θὰ μετάσχουν τῆς Θείας Κοινωνίας πρώτοι, ἀφοῦ εἶναι δίπλα στὸν Ἰησοῦν τὸ κάλλιστον ἱερεῖον, καὶ δὲν μεσολαβοῦν παραπετάσματα (ὅπως ἔξω στοὺς Μοναχοὺς καὶ τοὺς Λαϊκούς). Ἄρα ἐμμέσως πλὴν σαφῶς μᾶς λέει ὅτι εἶναι (ἀκόμη) κλειστὰ τὰ Παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ. Πότε ὅμως ἔκλεισαν; Φυσικὰ ἔκλεισαν μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον. Τὸ ἀναφέρει βέβαια ὁ Φουντούλης, βλ. κεφ. 18, σ. 146, «καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου». Ἡ ἐξήγησις τῆς ἀσάφειας εἶναι ἁπλή. Ἡ περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου δὲν ἔχει χρονικὴ συνέχεια στὴν πράξη, ὅπως παρατηρεῖται παρομοίως καὶ ἀλλοῦ556. Πρβλ. ἐπίσης Προθεωρία, Taft, ὑποσ. 243. Ὅτι δὲν ἔχει πάντα ἄμεση χρονικὴ σειρὰ ἡ περιγραφή του, φαίνεται καὶ στό (296D297A) ὅπου ἔχει τὴν θεία Κοινωνία τῶν Ἀρχιερέων, Ἱερέων, Διακόνων, καὶ μετὰ τῶν Ὑποδιακόνων, Ἀναγνωστῶν, Μοναχῶν, καὶ τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἀκριβῶς μετὰ τί λέει στό αὐτό (297A); «Μετὰ δέ γε τὸν ἁσπασμὸν ἡ τῶν μυστηρίων ἱερουργίᾳ τῇ ἐπικλήσει τοῦ Πνεύματος γίνεται. [...]»! 556 Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ στὸ (296D-297A), ἀλλὰ αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ στὴν Προθεωρία, βλ. ὑποσ. 527. – 285 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Συνεπῶς, ὅταν λέει, «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», ἐννοεῖ φυσικὰ ὅτι τὰ ἅγια θύρια εἶναι κλειστὰ καθ’ ὅλη τὴν ἁγία Ἀναφορὰ (στὴν ἁγία Ἀναφορὰ τὰ ὑψηλά καὶ τὸ Μυστήριον). Καὶ ὅταν λέει: «Εἶτα αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται», ἐννοεῖ τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Μοναχῶν καὶ τῶν Πιστῶν. Ὅτι ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα κατὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν (καὶ ὄχι νωρίτερα), σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο, ὑποστηρίζεται ἐπίσης (ὡς ἀναλύσαμε παραπάνω) καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μαρτυρεῖ ὅτι τὰ παραπετάσματα εἶναι ἀκόμη κλειστὰ («παραπετασμάτων χωρίς»557) στὴν Θεία Κοινωνία τῶν κληρικῶν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης (1829-1918)282, τελέσας Διευθυντὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Χαλκίδος, ἀναφέρει ῥητά, ἀσφαλῶς καὶ γιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία558, «τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον559, τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης ὅταν πεῖ ὁ Διάκονος «Τὰς θύρας, τὰς θύρας»560, τὸ ξανὰ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἀμέσως μετὰ τό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», διότι «οὐχὶ πάντες εἶνε ἄξιοι νὰ προσβλέπωσιν εἰς τὰ τίμια δῶρα, εἰμὴ μόνον οἱ ἱερουργοί»561. Καὶ τέλος ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει πάλιν ἡ Ὡραῖα Πύλη ἀκριβῶς πρὸ τοῦ «Μετὰ φόβου»562. Σαφέστατα, τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα κλείνουν, στὴν ἁγία Ἀναφορά, καὶ βάσει τῆς Προθεωρίας· [PG 140, 445D]· «ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδὴ κλείσεως καὶ τοῦ καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἵστασθαι ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ», καὶ βάσει τῆς ἀρχαῖας ΙΕΜΘ, [PG 98, 429A]· «Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας Ἀντιγράφων τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, κεφ. 26, σ. 200. Ἐπὶ τέλους, θὰ πρέπει καὶ οἱ θεματοφύλακες τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων στὴν Θεωρία, νὰ γίνουν καὶ στὴν Πράξη θεματοφύλακες, ὅπως οἱ παλαιοί. 559 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112. 560 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 115. 561 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 118. 562 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 135. 557 558 – 286 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ». Αὐτὰ συγχρονίζονται μὲ τὴν διπλὴ περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν· «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς» [PG 155, 732A], «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια». Συνεπῶς, ἔχουμε τὴν ἑξῆς τάξιν στὸν Ἅγιο Συμεών: Μεγάλη Εἴσοδος Κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα. <Αἰτήσεις // Εὐχὴ Προσκομιδῆς5> <Τὰς θύρας, τὰς θύρας.> Τὸ Πιστεύω.555 Ὁ Ἀσπασμός.563 Ἁγία Ἀναφορά. Ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν. Ὁ Ἀσπασμὸς στὴν περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν εἶναι μετὰ τὸ Πιστεύω. «Μετὰ δέ γε τὸν Ἀσπασμόν ἡ τῶν μυστηρίων ἱερουργία τῇ ἐπικλήσει τοῦ Πνεύματος γίνεται» [PG 155, 297A]. «πδʹ. Διατί τὸ ἱερὸν λέγεται Σύμβολον καὶ ὁ ἀσπασμὸς γίνεται. Μετὰ δὲ τὴν πρώτην εὐχήν, τοῦ ἱεροῦ λεγομένου Συμβόλου, ὁ ἀσπασμὸς γίνεται», [PG 155, 732B]. Βλ. καὶ ὑποσ. 555. 563 – 287 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 77.3 [PG 155, 389C] Τέλος, ἀλλοῦ ὁ Ἅγιος Συμεὼν λέει: «καὶ εὐθὺς ἵσταται ἐπικλινόμενος ἐκ πλαγίου τῇ τραπέζῃ, καθ’ ἑαυτὸν εὐχόμενος, ἕως ἀρθῇ τὸ καταπέτασμα, καὶ ὁ θεῖος γένηται ἀσπασμός», [PG 155, 389C]. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου. Καὶ ἐδῶ πάλι ὑπάρχει ἀσάφεια. Αʹ. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου, καὶ νωρίτερα εἶπε· [Μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον] «τῶν θείων οὖν δώρων τεθέντων, καὶ τοῦ καταπετάσματος, ὃ ἐστιν ὁ ἀήρ» [PG 155, 385C]. Ἄρα ἐδῶ ἐννοεῖ ὡς καταπέτασμα τὸν ἀέρα, ὁ ὁποῖος καὶ σηκώνεται στὸ Πιστεύω. Βʹ. Ἂν θεωρήσουμε ὅτι τὸ Καταπέτασμα ποὺ λέγει ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ, βλ. §77.2.– – 288 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 95 Τὸ Καταπέτασμα στὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσ/νίκης (+1429) Τὸ παρακάτω εἶναι περίληψις τῆς ἀναλύσεώς μας, εἰς τὸ κεφ. 77, σ. 283. Βλ. καὶ τὶς ἀναλύσεις τῆς Προθεωρίας καὶ τῆς «Ἱστορίας Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μυστικῆς Θεωρίας», σσ. 239, 260. Μεγάλη Εἴσοδος Κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα. <Αἰτήσεις // Εὐχὴ Προσκομιδῆς5> <Τὰς θύρας, τὰς θύρας.> Τὸ Πιστεύω555. Ὁ Ἀσπασμός.563 Ἁγία Ἀναφορά. Ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν. Ὁ R. Taft στὴν Προθεωρία, λέει (σωστά) εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὰ καταπετάσματα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον καὶ εἶναι κλειστὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, βλ. στὴν ἀνάλυση τῆς Προθεωρίας, σ. 260. Βλ. ἐπίσης, Φουντούλη, κεφ. 18, σ. 146, κ.ἄ.. Οἱ διάφορες συγχύσεις ἔχουν γίνει νομίζουμε λόγῳ τῆς ἐλλειποῦς περιγραφῆς τῆς Προθεωρίας καὶ τῆς «Ἱστορίας Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μυστικῆς Θεωρίας», σσ. 239, 260, καὶ ἐπίσης οἱ πραγματείες αὐτὲς - ὅπως ἐτονίσθη (§77.2) - σὲ μερικὰ σημεῖα δὲν ἔχουν χρονικὴ σειρὰ στὴν περιγραφή τους. Βλ. καὶ τὴν διάταξη τοῦ Πυρομάλλη, σ. 270. «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», καὶ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς (732Α)». Καὶ «τὰ ὑψηλά», «τὰ μυστήρια», ἀναφέρονται πάντως στὴν ἁγία Ἀναφορά. – 332 –

References (15)

  1. Ὅμοια μὲ τὸ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», [PG 155, 732A], καὶ ὁρίζει ὅτι κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰν εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια. 554 Ὅπως θὰ δοῦμε, στὴν Θεία Κοινωνία, δηλ. στὸ Μετὰ φόβου.
  2. Ὁ Ἀσπασμὸς ἐδῶ ἀναφέρεται μετὰ τὸ Πιστεύω.
  3. Συνεπῶς, ὅταν λέει, «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», ἐννοεῖ φυσικὰ ὅτι τὰ ἅγια θύρια εἶναι κλειστὰ καθ' ὅλη τὴν ἁγία Ἀναφορὰ (στὴν ἁγία Ἀναφορὰ τὰ ὑψηλά καὶ τὸ Μυστήριον).
  4. Πιστῶν (καὶ ὄχι νωρίτερα), σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο, ὑποστηρίζεται ἐπίσης (ὡς ἀναλύσαμε παραπάνω) καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μαρτυρεῖ ὅτι τὰ παραπετάσματα εἶναι ἀκόμη κλειστὰ («παραπετασμάτων χωρίς» 557 ) στὴν Θεία Κοινωνία τῶν κληρικῶν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης (1829-1918) 282 , τελέσας Διευθυν- τὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Χαλκίδος, ἀναφέρει ῥητά, ἀσφαλῶς καὶ γιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουρ- γία 558 , «τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον 559 , τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης ὅταν πεῖ ὁ Διάκονος «Τὰς θύρας, τὰς θύρας» 560 , τὸ ξανὰ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἀμέσως μετὰ τό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», διότι «οὐχὶ πάντες εἶνε ἄξιοι νὰ προσβλέπωσιν εἰς τὰ τίμια δῶρα, εἰμὴ μόνον οἱ ἱερουργοί» 561 . Καὶ τέλος ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει πάλιν ἡ Ὡραῖα Πύλη ἀκριβῶς πρὸ τοῦ «Μετὰ φόβου» 562 . Σαφέστατα, τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα κλείνουν, στὴν ἁγία Ἀναφορά, καὶ βάσει τῆς Προθεωρίας· [PG 140, 445D]· «ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδὴ κλείσεως καὶ τοῦ καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἵστασθαι ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ», καὶ βάσει τῆς ἀρχαῖας ΙΕΜΘ, [PG 98, 429A]· «Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας 557 Ἀντιγράφων τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, κεφ. 26, σ. 200.
  5. Ἐπὶ τέλους, θὰ πρέπει καὶ οἱ θεματοφύλακες τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων στὴν Θεωρία, νὰ γίνουν καὶ στὴν Πράξη θεματοφύλακες, ὅπως οἱ παλαιοί.
  6. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112.
  7. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 115. 561 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 118. 562 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 135. 77.3 [PG 155, 389C]
  8. Τέλος, ἀλλοῦ ὁ Ἅγιος Συμεὼν λέει: «καὶ εὐθὺς ἵσταται ἐπικλινόμενος ἐκ πλαγίου τῇ τρα- πέζῃ, καθ' ἑαυτὸν εὐχόμενος, ἕως ἀρθῇ τὸ καταπέτασμα, καὶ ὁ θεῖος γένηται ἀσπασμός», [PG 155, 389C].
  9. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου. Καὶ ἐδῶ πάλι ὑπάρχει ἀσάφεια.
  10. Αʹ. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου, καὶ νωρίτερα εἶπε· [Μετὰ τὴν Μ.
  11. Εἴσοδον] «τῶν θείων οὖν δώρων τεθέντων, καὶ τοῦ καταπετάσματος, ὃ ἐστιν ὁ ἀήρ» [PG 155, 385C].
  12. Ἄρα ἐδῶ ἐννοεῖ ὡς καταπέτασμα τὸν ἀέρα, ὁ ὁποῖος καὶ σηκώνεται στὸ Πιστεύω. Βʹ. Ἂν θεωρήσουμε ὅτι τὸ Καταπέτασμα ποὺ λέγει ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ, βλ. §77.2.- 95 Τὸ Καταπέτασμα στὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσ/νίκης (+1429)
  13. Τὸ παρακάτω εἶναι περίληψις τῆς ἀναλύσεώς μας, εἰς τὸ κεφ. 77, σ. 283. Βλ. καὶ τὶς ἀναλύσεις τῆς Προθεωρίας καὶ τῆς «Ἱστορίας Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μυστικῆς Θεωρίας», σσ. 239, 260.
  14. Ὁ R. Taft στὴν Προθεωρία, λέει (σωστά) εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὰ καταπετάσματα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον καὶ εἶναι κλειστὰ καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀνα- φορᾶς, βλ. στὴν ἀνάλυση τῆς Προθεωρίας, σ. 260. Βλ. ἐπίσης, Φουντούλη, κεφ. 18, σ. 146, κ.ἄ.. Οἱ διάφορες συγχύσεις ἔχουν γίνει νομίζουμε λόγῳ τῆς ἐλλειποῦς περιγραφῆς τῆς Προθεωρίας καὶ τῆς «Ἱστορίας Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μυστικῆς Θεωρίας», σσ. 239, 260, καὶ ἐπίσης οἱ πραγματείες αὐτὲς -ὅπως ἐτονίσθη ( §77.2) -σὲ μερικὰ σημεῖα δὲν ἔχουν χρονικὴ σειρὰ στὴν περιγραφή τους. Βλ. καὶ τὴν διάταξη τοῦ Πυρομάλλη, σ. 270. «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», καὶ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς (732Α)».
  15. Καὶ «τὰ ὑψηλά», «τὰ μυστήρια», ἀναφέρονται πάντως στὴν ἁγία Ἀναφορά.