Academia.eduAcademia.edu

Outline

Το αθέατον της Αγίας Τράπεζας, στην Κωνσταντινούπολη, στην Ελλάδα, και από Ανατολή σε Δύση, την ώρα της Αναφοράς — Τας θύρας, τας θύρας· Ποιες θύρες; Τό Ιερόν Κιβώριον, τα Καταπετάσματα-Παραπετάσματα-Βήλα, το Φράγμα του Ιερού Βήματος, το Φράγμα του Πρεσβυτερίου (Σολέα), το Σύνθρονον - [Β' έκδοση]

Abstract

Β' έκδοση (2nd version), με αρκετά νέα στοιχεία, και κεφάλαια. Ειδικά, - Τό κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τά Βημόθυρα καί τό Καταπέτασμα) στά Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας — Σύγκριση, σχόλια - Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό - Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Φράγματος τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, καὶ περὶ τοῦ Συνθρόνου - Τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (Lenten Veil) - Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος - Ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει ἐντελῶς στὴν Ἁγία Ἀναφορά, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀναγραφή σχετικῆς διατάξεως στὰ Ἱερατικά - Μαρτυρία Τέμπλου στοὺς Κέλτες (500 μ.Χ.) – Cogitosus (650 μ.Χ.) - Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων [PG 99, 1689] - Νικήτας Χωνιάτης (1155-1216)· Περιγραφὴ Καταπετάσματος Ἁγίας Σοφίας [PG 139, 1044A] - Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Ῥωσσίας (1200) – Περιγραφὴ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας - Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης (+1429), [PG 155, 732A] - Τὸ Καταπέτασμα στὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσ/νίκης (+1429) - Τὸ Καταπέτασμα, στὶς Σλαβικὲς (γενικὰ) Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες και διάφορες (μικρο) διορθώσεις, ἀποσαφηνίσεις, μικρότερες ἢ μεγαλύτερες (εἰδικά στόν Ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, §77), καὶ νέες σχετικὲς εἰκόνες.

Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς — Τὰς θύρας, τάς θύρας· Ποιὲς θύρες; Τό Ἱερόν Κιβώριον, τά Καταπετάσματα-Παραπετάσματα-Βῆλα, τὸ Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸ Φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), τὸ Σύνθρονον The invisible of the Altar (hidden Sanctuary), in Constantinople, in Greece, and from East to West, at the time of the Anaphora - The doors, the doors; Which doors? The Ciborium, the Curtains-Vela, the Screen of the Bema, the Screen of the Presbytery (Solea), the Synthronon –3– Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς — Τὰς θύρας, τάς θύρας· Ποιὲς θύρες; Τό Ἱερόν Κιβώριον, τά Καταπετάσματα-Παραπετάσματα-Βῆλα, τὸ Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸ Φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), τὸ Σύνθρονον Αʹ ἔκδοσις, 5/2/2024. Bʹ ἔκδοσις, 23/4/2024. Ψηφιακὴ τοποθεσία βʹ ἐκδόσεως: https://independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical https://analogion.gr/katapetasma Συγγραφεύς καί © 2024 Παναγιώτης Δ. Παπαδημητρίου Δρ. Ἠλεκτρολόγος Μηχανικός – Φυσικός ἠλ. ταχ.: typikonenorion@gmail.com © Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπὸ τὸ Διαδίκτυον, ἀπὸ Ἐργασίες καὶ Βιβλία, καὶ μερικὲς εἶναι δικές μας. Τὰ πνευματικὰ δικαιώματα ἀνήκουν στὶς ἀντίστοιχες πηγές τους ποὺ ἀναφέρονται στὶς λεζάντες, καὶ στὸ κείμενο. Οἱ δικές μας εἰκόνες ἀναφέρονται στὴν λεζάντα μὲ τό «Φωτ. ΠΔΠ». Καὶ ἐσὺ εὐλαβέστατε Ἀναγνῶστα, ποὺ τυχὸν ὠφελεῖσαι ἀπὸ τὸ παρὸν βιβλίον λέγε μετὰ κατανύξεως, «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς, καὶ τὸν δοῦλόν Σου Παναγιώτη καὶ τὴν οἰκογένειά του» –4– Κεφάλαια 1 Πρόλογος αʹ ἐκδόσεως ..................................................................................... 22 2 Πρόλογος βʹ ἐκδόσεως .................................................................................... 24 3 Τὸ κλείσιμο τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ ..................................................... 25 4 Ἡ Διάταξις τῶν Ναῶν (Δʹ - Εʹ αἰ.) ................................................................... 27 5 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό ................................................................ 31 5.1 Ἰστορικὴ ἐπισκόπησις .............................................................................. 31 5.2 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων (313-387) ......................................................................................... 49 5.3 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἱππόλυτο (Δʹ αἰ.)49 5.4 Ὁ ὁπτικὸς διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (+407) ............................................................................................... 49 5.5 430) 5.6 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Αὐγουστῖνο (35452 Ὁ ἀσπασμὸς τῆς εἰρήνης .......................................................................... 53 6 Δὲν εἶναι Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅλα τά Φράγματα στά Παλαιοχριστιανικά Μνημεῖα τῆς Ἑλλάδος (Θυσιαστήριον-Βῆμα-Πρεσβυτέριον/Σολέας) ................................. 54 7 Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Φράγματος τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, καὶ περὶ τοῦ Συνθρόνου ............................................................... 58 7.1 Περίληψη ἰστορικῶν στοιχείων ................................................................. 58 –5– Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 8 7.2 Σύγχρονο παράδειγμα Ἱεροῦ Βήματος καὶ Σολέα ......................................... 79 7.3 Τὸ γκρέμισμα τῶν Τέμπλων (Εἰκονοστασίου), καὶ τῶν Εἰκόνων του ............... 83 Τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen) - Δύση .............................................. 86 8.1 Πότε μαρτυρεῖται τό πρῶτο ὑψηλὸ φράγμα (στὴν θέσιν τοῦ Rood Screen), πέραν τοῦ Καταπετάσματος; ................................................................................... 94 9 Ὁ ἐπιβλητικὸς Ἄμβων, καὶ ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν................................................ 95 10 Τὰ Ἀμφίθυρα – Καταπετάσματα – Παραπετάσματα – Βῆλα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ... 102 11 10.1 Τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (Lenten Veil) ...................................... 109 10.2 Ὅτι τὸ κεκλεισμένον Καταπέτασμα ἐστὶ καὶ Ταμιεῖον Προσευχῆς................ 110 Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον μὲ τὰ Παραπετάσματα (Τετράβηλα) .................................... 111 11.1 Ἄβηλον Τετράβηλον; (Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων); ........................... 114 11.2 Ὅτι τὸ κεκλεισμένον Κιβώριον ἐστὶ καὶ Ταμιεῖον Προσευχῆς ...................... 117 12 «Τὰς θύρας» τῶν Διακονικῶν τῶν Κατηχουμένων .............................................. 121 13 Ἡ θέσις τοῦ «Πιστεύω»................................................................................. 124 14 «Τάς θύρας, τάς θύρας» πρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς .............................................. 126 14.1 Πότε εἰσῆλθε στὴν Λειτουργία; ............................................................... 126 14.2 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις λογική ................................................................ 127 14.3 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (4ος αἰ.) ......... 128 14.4 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὴν Διάταξιν τοῦ Πυρομάλλη (10ος αἰ.) ............. 128 14.5 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὸν Βαρβερινὸ κώδικα (8ος αἰ.) ......................... 130 14.6 Ποίας θύρας; Ἄλλες ἀναφορὲς χειρογράφων .............................................. 131 14.7 Πότε ἔκλειναν; Πότε ἄνοιγαν; ................................................................ 132 15 Ἀναίρεσις θέσεως ὅτι τάχα στὴν Ἁγία Σοφία ἐκ παραδόσεως τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τὴν θέα πρὸς τὸ Ἱερό ...................................................................................................... 135 16 Ἀναίρεσις θέσεως ὅτι τάχα ἔκλειναν μόνον οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ, καὶ μόλις μετὰ τὸν 11ον αἰ. ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὸ καταπέτασμα), …στὴν Κων/πολη 142 17 Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὸ Ἅγιον Ὄρος .............................................................................. 143 17.1 Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου ............................................................................. 145 18 Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ............................................................. 146 –6– «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 18.1 Σημερινὰ παραδείγματα τῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος (Κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης) ................................................................................................... 162 19 Τό κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τά Βημόθυρα καί τό Καταπέτασμα) στά Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας — Σύγκριση, σχόλια ............................................ 166 19.1 Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895 ............................................. 166 19.2 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1951 ............................................................................. 168 19.3 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962 ............................................................................. 170 19.4 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1971 ............................................................................. 172 19.5 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977 ............................................................................. 173 19.6 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977 (ἕως 2000): Ἡ σημείωσις ὅτι τάχα κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη μόνον κατὰ τὴν κοινωνία τοῦ Ἱερέως ...................... 175 19.7 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1981 ............................................................................. 181 19.8 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1987 ............................................................................. 182 19.9 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1995 ............................................................................. 183 19.10 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000 ............................................................................. 183 19.11 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2004, καί 2007 .............................................................. 185 19.12 Τίς πταίει; ........................................................................................... 187 20 Ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει ἐντελῶς στὴν Ἁγία Ἀναφορά, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀναγραφή σχετικῆς διατάξεως στὰ Ἱερατικά ................................................................ 188 21 Τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος μὲ Ἀρχιερέα ................................................. 189 22 Λογικὴ ἀπόδειξις τοῦ ἀθεάτου τῆς Ἁγίας Τράπεζας κατὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν....... 190 23 Διαταγαὶ Ἀποστόλων, Βιβλίον Βʹ, «Διατύπωσις Ἐκκλησίας καὶ κλήρου, καὶ τί ἕκαστος ἐπιτελεῖν ὀφείλει τῶν συναθροιζομένων κληρικῶν ἢ λαϊκῶν ἐν τῇ συνάξει», [PG 1, 737] .... 192 24 Διαταγαὶ Ἀποστόλων, Βιβλίον Ηʹ, «Ἐπίκλησις τῶν πιστῶν», [PG 1, 1089] ......... 194 25 Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (9-96), Μυστήριον συνάξεως, [PG 3, 425C-428A] 195 26 Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (9-96), Ἐπιστολή Ηʹ. Δημοφίλῳ θεραπευτῇ, [PG 3, 1088D-1089B] ....................................................................................................... 200 27 Εὐσέβιος Καισαρείας (265-340), [PG 20, 865C] .............................................. 201 28 Ἅγιος Μακάριος Ἱεροσολύμων (+335) – Κανονικὴ Ἐπιστολὴ εἰς τοὺς Ἀρμενίους, γιὰ τὴν θέσπιση Κανονικῶν Διατάξεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ........................................ 202 29 Κωνστάντιος Βʹ Αὐτοκράτωρ (337-361), Ἀπλώματα καὶ Ἀμφίθυρα, Πασχάλιον [PG 92, 737A] .............................................................................................................. 204 –7– Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 30 Ἁγίου Μεγάλου Ἀθανασίου (357) – Ἐπιστολὴ πρὸς μοναχοὺς τὰς δυσεβείας τῶν Ἀρειανῶν καθιστοροῦσα (Historia Arianorum) 56 [PG 25, 760] ................................... 205 31 Σύνοδος τῆς Λαοδικείας (364) – ΚΒʹ Κανών ..................................................... 206 32 Κανόνες τοῦ Ἁγίου Ἱππολύτου (The Canons of Hippolytus) , σχετικὰ μὲ τὸ Καταπέτασμα (Δʹ αἰ.).............................................................................................. 207 33 Ἁγίου Μεγάλου Βασιλείου (330-379) – Θεοδωρήτου Κύρου (393-457) Περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου [...], [PG 82, 1161] .................................................................................. 208 34 «Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (Testamentum Domini), Δʹ - Εʹ αἰ. .......................... 209 35 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407 μ.Χ.), Ὁμιλία λστʹ πρὸς Κορινθίους Αʹ· «Ὅτι τὸ τύπους εἶναι μόνον σώζομεν [...], καὶ ὅτι μεθ’ ἡσυχίας, καὶ θορύβου παντὸς ἄνευ δεῖ ἡμᾶς συνέρχεσθαι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», [PG 61, 313] ............................................................... 210 36 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία γʹ πρὸς Ἐφεσίους· «Περὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος, καὶ ὅτι τὸν [πιστὸν καὶ] μὴ μετέχοντα τούτου οὐ δεῖ οὐδὲ ἐπὶ τῶν Εὐχῶν τῶν ἐν τῇ Προσφορᾷ παρεῖναι», [PG 62, 29] ............................................... 211 37 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία οαʹ Πρὸς Ματθαῖον· «Οἱ δέ Φαρισαῖοι [...] Διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ;», [PG 58, 666] .................... 213 38 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία κγʹ Πρὸς Ματθαῖον «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε, [...]», [PG 57, 310-311] .................................................................... 215 39 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), «Λόγος πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, [...], καὶ ὅτι οἱ ἀτέλεστον καταλιμπάνοντες τὴν θείαν λειτουργίαν, καὶ πρὸ τῆς τελευταίας εὐχῆς ἐξερχόμενοι τὸν Ἰούδαν μιμοῦνται», [PG 49, 370-372] ......................... 217 40 Τὰ Καταπετάσματα τῆς Κωνσταντινουπόλεως (4ος-5ος αἰ.) καὶ τῆς Ῥώμης (7ος-9ος αἰ.) T. F. Mathews ....................................................................................................... 219 41 Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444), «Περὶ τῆς ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας Λόγος τρισκαιδέκατος», [PG 68, 848].................................. 221 42 Βίος Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου (377-477) - Τερέβων ὁ Σαρακηνός ................. 222 43 Θεοδωρήτου Κύρου (393-457) - Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία [PG 82, 988] ............... 225 44 Μαρτυρία Τέμπλου στοὺς Κέλτες (500 μ.Χ.) – Cogitosus (650 μ.Χ.) ................. 226 45 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Τέμπλου καὶ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120: στίχοι 682 – 838], .......................................................................................... 227 46 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Καταπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στίχοι 682 – 838] ............................................................................. 230 47 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Καταπετασμάτων Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στίχοι 682 – 838] ............................................................................. 231 48 Ἰωάννης Μόσχος (550-619), Λειμωνάριον, [PG 87C, 3016C]............................. 233 –8– «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 49 Ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων (560-638) [PG 87C, 3984D] ............................. 234 50 Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (580-662), Μυσταγωγία, Κεφ. ΙΕʹ, [PG 91, 693B] 235 51 Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (580-662), Σχόλια εἰς τὰς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Ἐπιστολάς, [PG 4, 548D] ..................................................................... 236 52 Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία, ΙΕΜΘ (Ἰστορία Μυσταγωγική Ἐκκλησιαστική) (~ 6ου-7ου αἰ.) – I – [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 389A-421B] .............. 237 53 Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία ΙΕΜΘ (Ἰστορία Μυσταγωγική Ἐκκλησιαστική) (~ 6ου-7ου αἰ.) – II – [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 424B-429C]............. 239 54 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Τὰς θύρας, φ. 28β ................................... 245 55 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου, φ. 166 ................ 246 56 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Ἁγία Ἀναφορά, καὶ μετὰ Εὐχὴ ἥγουν ποίησις μύρου, φ. 124 ......................................................................................................... 247 57 Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων [PG 99, 1689] 248 58 Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Κιβώριον [PG 99, 1793] ......................... 249 59 Ἐγκαίνια Βασιλικῆς (Ναοῦ) – Angoulême Sacramentary (800) ........................ 250 60 Ἀφιέρωσις Ναοῦ – Drogo Sacramentary (826-855) ......................................... 251 61 ΕΒΕ 210, Χειρόγραφον μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου [φ. 93β] (τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ.) ................................................................................................ 252 62 Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ - Ἱερὸν Κιβώριον καὶ τὸ Καταπέτασμα, [Vat. gr. 1613, φ. 324] (Iʹ αἰ.)............................................................................................... 253 63 Ἕτερες Ἀπεικονίσεις Καταπετασμάτων ........................................................... 257 64 Ὅσιος Νικήτας Στηθᾶτος, Ἠγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου (990-1080) ............... 258 65 [Νικόλαος καὶ] Θεόδωρος ἐπ. Ἀνδίδων (1055-1063), Προθεωρία Κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων, [PG 140, 444-448]· ....... 260 66 Ἰσιδώρου Πυρομάλλη – Διάταξις τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ΙΑΙΒʹ αἰ.), Εὐχολόγιον Goar (1647), σσ. 180-183 ........................................................... 270 67 Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis) - Ἄνοιγμα ἁγίων θυρίων, 12ος αἰ., φ. 27β ..... 272 68 Leo Tuscus (12ος αἰ.) - Καταγραφὴ τῆς Θείας Λειτουργίας στὴν Κωνσταντινούπολη 273 69 Νικήτας Χωνιάτης (1155-1216)· Περιγραφὴ Καταπετάσματος Ἁγίας Σοφίας [PG 139, 1044A] .......................................................................................................... 274 –9– Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 70 Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Ῥωσσίας (1200) – Περιγραφὴ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας .......................................................................................................... 275 71 Γεωργίου Παχυμέρη (1242-1310)· Παράφρασις εἰς τὰς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Ἐπιστολάς, Εἰς τήν Ηʹ Ἐπιστολήν [PG 4, 468D-469Α] ............................. 277 72 Rationale Divinorum Officiorum (ΙΓʹ αἰ.) – Τρία Καταπετάσματα ................... 278 73 Rationale Divinorum Officiorum (ΙΓʹ αἰ.) – Secretum, Κλειστὸν Κιβώριον στὴν Ἁγία Ἀναφορά ........................................................................................................ 279 74 Rationale Divinorum Officiorum (ΙΓʹ αἰ.) – Secreta («Τὰ Μυστικά», Ἁγία Ἀναφορά / Μυστικὲς Εὐχές) ..................................................................................... 280 75 Ἅγιος Φιλόθεος (Κόκκινος) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1300-1379), Τάξις Ἱεροδιακονίας, [PG 154, 752] ................................................................................... 281 76 Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου, Λειτουργικὰ Χφφ, [D II, σ. 345 (ΙΔʹ αἰ.), κ.ἀ.] ............ 282 77 Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης (+1429), [PG 155, 732A] ............................. 283 78 77.1 [PG 155, 697] ..................................................................................... 283 77.2 [PG 155, 253-304] .............................................................................. 284 77.3 [PG 155, 389C] .................................................................................. 288 Διακονικά Κατηχουμένων .............................................................................. 289 78.1 [PG 1, 717D-718D] ............................................................................. 289 78.2 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (+407), [PG 59, 520] ................................ 290 78.3 Προηγιασμένη Λειτουργία – Σινᾶ χφ. 1040 [D II, σ. 130]524, 12ος αἰ. .......... 290 78.4 Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis), 12ος αἰ., IAK , [S, σ. 238] 568............. 290 78.5 Paris gr. 2509, 12ος αἰ., IAK 565, [S, σ. 239] 568 ........................................ 291 78.6 Vat. gr. 2281 (Rotulus Vaticanus), 13ος αἰ., ΜΚ , [S, σ. 22] ................... 291 79 Ἀνάλυσις τῶν Παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν (Ναῶν) τοῦ Δʹ αἰῶνος ἐν Ἑλλάδι .... 292 80 Ὁ Ἄμβων τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως (Ἰουστινιανοῦ) (563-1204) .................. 294 81 Ἕτεροι Ἄμβωνες.......................................................................................... 299 81.1 Ὁ Ἄμβων ἐκ τοῦ Μηνολογίου Βασιλείου τοῦ Βʹ......................................... 299 81.2 Ὁ Ἄμβων (ἐν τῷ Σολέᾳ) τοῦ Ὀκταγώνου Φιλίππων (Δʹ αἰ.) ....................... 300 81.3 Ὁ Ἄμβων (ἐν τῷ κέντρῳ) τοῦ Ὀκταγώνου Φιλίππων (Δʹ αἰ.) ..................... 302 81.4 Ὁ Ἄμβων τοῦ Ἱ. Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Καλαμπάκας 303 81.5 Ὁ Ἄμβων τῆς Βασιλικῆς στό Valle Porclaneta, Ἰταλία (1000-1050) ........... 304 – 10 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 82 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα στὸν Παλαιοχριστιανικὸ Ναὸ τοῦ Ἀπ. Πέτρου Ῥώμης μὲ Καταπετάσματα (Λειψανοθήκη τῆς Pola), 440 μ.Χ. ..................................................... 305 83 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως (Ἰουστινιανοῦ) (563-1204) ....... 306 84 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα σὲ ἀπεικόνιση Δισκαρίου τοῦ 565 ......................................... 308 85 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα Βυζαντινοῦ Ναοῦ στὴν Βενετία (639) .................................... 309 86 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα τῆς Βασιλικῆς στό Valle Porclaneta, Ἰταλία (1000-1050) ....... 310 87 Τὸ ὑψηλὸ φράγμα μὲ Καταπετάσματα στὸν Ἅγιο Μάρκο Βενετίας (1063) ........... 313 88 Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως (Ἰουστινιανοῦ) (563-1204) ...... 317 89 Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον σὲ ἀπεικόνιση Δισκοπότηρου τοῦ 6ου-7ου αἰ............................. 319 90 Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον σὲ ἁγιογραφία Ἀρμένικου Ναοῦ (10ος αἰ.).............................. 320 91 Ἅγιος Γεώργιος Θεσ/νίκης Ῥοτόντα (4ος-5ος αἰ.) ................................................ 321 91.1 Ἅγιος Γεώργιος Ῥοτόντα – Ἱερὸν Κιβώριον μετὰ Καταπετάσματος ............... 321 91.2 Ἅγιος Γεώργιος Ῥοτόντα – Ἕτερον Κιβώριον μετὰ Καταπετάσματος ............ 322 91.3 Ἅγιος Γεώργιος Ῥοτόντα – Ἄμβων ἢ Κιβώριον Ἁγ. Τραπέζης; καὶ Σταυρός ... 323 91.4 Ἅγιος Γεώργιος Ῥοτόντα – Ὑψηλὸν φράγμα μὲ Καταπετάσματα ................. 324 92 Ἅγιος Ἀπολλινάριος (ὁ Νέος) Ῥαβέννας (561 μ.Χ.) – Ἱερὰ Κιβώρια, καὶ Παραπετάσματα ..................................................................................................... 326 93 Ἁγ. Ἀπολλινάριος στὴν Κλάση (549 μ.Χ.) - Τὸ τελευταῖον Ἱερὸν Κιβώριον ........... 327 94 Παναγία Ἑκατονταπυλιανή (Πάρος), Εὐφρασιανὴ Βασιλική (Κροατία) – Ἱερὰ Κιβώρια 328 95 Τὸ Καταπέτασμα στὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσ/νίκης (+1429) ................................... 332 96 Τὸ Καταπέτασμα στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία (Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον) ἐν ἔτει 1655 333 97 Τὸ Καταπέτασμα στὸ Πατριαρχεῖον τῆς Ῥωσσίας ............................................. 335 98 Τὸ Καταπέτασμα στοὺς Ῥώσσους τῆς Διασπορᾶς (ROCOR) .............................. 337 99 Τὸ Καταπέτασμα στοὺς Παλαιόπιστους Ῥώσσους.............................................. 339 99.1 Μὲ Ἀρχιερέα (Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία, Συλλείτουργον) ............................. 339 99.2 Ἄνευ Ἀρχιερέως (Συλλείτουργον)............................................................ 341 100 Τὸ Καταπέτασμα στὴν «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν Ἀμερική» (OCA)................... 343 101 Τὸ Καταπέτασμα στὸ Πατριαρχεῖον τῆς Ρουμανίας ........................................... 346 102 Τὸ Καταπέτασμα, στὶς Σλαβικὲς (γενικὰ) Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ........................ 347 – 11 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 103 Τὸ Καταπέτασμα στοὺς Δυτικούς ................................................................... 348 104 Τὸ Καταπέτασμα στοὺς Ἀρμένιους, Ἀσσύριους, Χαλδαίους, Αἰθίοπες, καὶ Κόπτες μέχρι τὴν σήμερον............................................................................................................ 350 105 Ἐπίλογος .................................................................................................... 356 106 Ἀναφορές .................................................................................................... 358 107 Σχετικά μας ἄρθρα ....................................................................................... 369 – 12 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εὑρετήριον Εἰκόνων Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπὸ τὸ Διαδίκτυον, ἀπὸ Ἐργασίες καὶ Βιβλία, καὶ μερικὲς εἶναι δικές μας. Τὰ πνευματικὰ δικαιώματα ἀνήκουν στὶς ἀντίστοιχες πηγές τους ποὺ ἀναφέρονται στὶς λεζάντες, καὶ στὸ κείμενο. Οἱ δικές μας εἰκόνες ἀναφέρονται στὴν λεζάντα μὲ τό «Φωτ. ΠΔΠ». Εἰκ. 4-1. Παλαιοχριστιανική τρίκλιτη Βασιλική στό Βουθρωτό (4ος – 6ος αἰ.). Τὸ Ἱερὸν Βῆμα ἐξ ὁλοκλήρου στὴν Κόγχη, καὶ τὰ κλίτη τοῦ Ναοῦ χωρίζονται ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν μὲ φαρδιὲς πεσσοστοιχίες. .............................................. 28 Εἰκ. 4-2. Τὸ Σύνθρονον (6ος αἰ.) τῆς ἐκκλησίας Παναγία τῆς Χάριτος στὸ Γκράντο τῆς Ἰταλίας, λιτόν, καὶ ἀσκητικόν, καὶ ὑπερυψωμένο τὸ στασίδι τοῦ Ἐπισκόπου κατά τρεῖς βαθμίδες. ..................................................................................... 30 Εἰκ. 5-1. Ῥώμη, Βασιλική Ἁγ. Παύλου ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη (4ος αἰ.). Ξεχωριστὴ εἴσοδος γιὰ κάθε κλῖτος. ....................... 33 Εἰκ. 5-2. Βασιλικὴ τοῦ Ὑψηλομετώπου Λέσβου· Κίονες σὲ ὑψωμένο στυλοβάτη, καὶ μετ’ ἐγκοπῶν κατὰ τὰς βάσεις.27 ............................................................................................................................................................................................ 35 Εἰκ. 5-3. Βασιλική Βʹ Φιλίππων (μέσα 6ου αἰ.). Ὑψωμένοι στυλοβάτες τῶν κιονοστοιχιῶν. ........................................ 35 Εἰκ. 5-4. Μονή Στουδίου (462). Κωνσταντινούπολις. Κιονοστοιχία μὲ ὑψωμένο στυλοβάτη...................................... 36 Εἰκ. 5-5. Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα (ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς τοῦ Παρθενώνα Ἀθηνῶν, 5ος-6ος αἰ.).29 ................................ 36 Εἰκ. 5-6. Συνεχόμενα Στασίδια στὶς κιονοστοιχίες τοῦ κεντρικοῦ κλίτους. Πατρ. Ναὸς Ἁγίου Γεωργίου. Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Βλ. ἐπίσης Εἰκ. 6-1 (α). .............................................................................................................................. 37 Εἰκ. 5-7. Χωρίσματα-στασίδια σὲ Ἱερὰ Μονή, (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). ........................................................................... 38 Εἰκ. 5-8. «Πρὸς γυναικωνίτη» (ὑπερῴον). Ξεχωριστὴ εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες στὸν Ναόν. Ἱερὸς Ναὸς Ὁσίου Ἀντωνίου Βεροίας (1904), (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). ........................................................................................... 38 Εἰκ. 5-9. Ἡ ἐντυπωσιακὴ κάτοψις στὸ ἐπίπεδο τῶν ὑπερῴων (gallery) στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Ἰουστινιανοῦ. ............... 39 Εἰκ. 5-10. Ἡ θέσις τῆς Βασίλισσας στὴν Ἁγία Σοφία, στὸν δυτικὸ γυναικωνίτη (φαίνεται ὁ δίσκος στὸ πάτωμα στὸ κέντρο, ὅπου ἡ θέσις της)..................................................................................................................................................... 40 – 13 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-11. Κολοσσιαῖα Βασιλική τοῦ Ἁγίου Λεωνίδη (5ος αἰ.) στὴν ἀρχαῖα Κόρινθο (λιμάνι Λεχαίου)., (μῆκος ἁψίς/κόγχη – νάρθηξ = π. 114 μ., χορδή ἁψίδος/κόγχης – νάρθηξ = π. 106 μ.) ................................................................. 43 Εἰκ. 5-12. Κολοσσιαῖα Βασιλική τοῦ Ἁγίου Λεωνίδη (5ος αἰ.) στὴν ἀρχαῖα Κόρινθο (λιμάνι Λεχαίου) . ....................... 43 Εἰκ. 5-13. Ἅγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης (5ος αἰ.). Δυτικὴ πρόσοψις. Ἄνευ κεντρικῆς ἐξωτερικῆς θύρας/εἰσόδου. Μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες δεξιά, καὶ μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τὶς γυναῖκες ἀριστερά. (σήμερα δὲν τηρεῖται ὁ διαχωρισμός στὶς εἰσόδους). (Φωτ. ΠΔΠ, 2024)............................................................................................... 44 Εἰκ. 5-14. Ἅγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης, Δυτικὴ πρόσοψις κατὰ τὸν 5ον αἰ.. Ἄνευ κεντρικῆς ἐξωτερικῆς θύρας/εἰσόδου. Μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες δεξιά, καὶ μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τὶς γυναῖκες ἀριστερά. Ὁμοίως καὶ θύρες/εἴσοδοι στὰ πλάγια................................................................................................................. 44 Εἰκ. 5-15. Kildare Cathedral (St Brigid's Cathedral), Kildare, Ἰρλανδία (1222 μ.Χ.). Ἄνευ εἰσόδου στὴν πρόσοψη, μὲ μία θύρα εἰσόδου σὲ κάθε πλευρά (γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες ἀντίστοιχα), καὶ μία πίσω γιὰ τοὺς Ἱερεῖς. (Καὶ ἡ παλαιότερη ἐκκλησία τοῦ 523 μ.Χ. εἶχε παρομοίως τὶς θύρες.) Wikipedia, Kildare Cathedral ......................................... 45 Εἰκ. 5-16. St Canice's Cathedral (Kilkenny Cathedral), Kilkenny, Ἰρλανδία (13ος αἰ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St Canice’s Cathedral. .................................................................................................................... 45 Εἰκ. 5-17. St Joseph's Cathedral, Swansea, Οὐαλία (1888 μ.Χ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St Joseph's Cathedral, Swansea. ............................................................................................................................................ 46 Εἰκ. 5-18. St. Colman's Church, Claremorris, Ἰρλανδία (1904 μ.Χ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St. Colman's Church, Claremorris. .................................................................................................................................. 46 Εἰκ. 5-19. Basilica di Santa Anastasia (1280 μ.Χ.), Βερόνα, Ἰταλία. Wikipedia, Basilica di Santa Anastasia. .......... 47 Εἰκ. 5-20. Basilique Notre-Dame d'Afrique, Ἀλγέρι, Ἀλγερία (1858 μ.Χ.). Μὲ δύο θύρες εἰσόδου στὴν πρόσοψη. Wikipedia, Notre-Dame d'Afrique. ................................................................................................................................. 47 Εἰκ. 5-21. St. James Episcopal Church, Accomac, Βιρτζίνια, Η.Π.Α. (1838 μ.Χ.). Μὲ δύο θύρες εἰσόδου στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St. James Church (Accomac, Virginia). ........................................................................................ 48 Εἰκ. 6-1. Ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος, χαμηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Ξυλόστεγος Βασιλική, Ἱ.Ν. Ἁγ. Βαρβάρας (Ἀχαρναῖ). Μετόχιον Ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ. Ὁ Σολέας ὑπερυψωμένος μία βαθμίδα, καὶ τὸ Ἱερὸν Βῆμα τρεῖς βαθμίδες ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν. Τὸ φράγμα τοῦ Σολέα ἔχει διάτρητα θωράκια, καὶ τοῦ Βήματος συμπαγῆ θωράκια. Οἱ Χοροὶ καὶ ὁ θρόνος τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι στὸ κεντρικὸν κλῖτος ἐντὸς τοῦ Σολέα (φωτογραφία ΠΔΠ, 2017). .................... 55 Εἰκ. 7-1. Βασιλικὴ στὴν περιοχὴ Ἀσκληπιείου Δήλου. Τὸ ὑπερυψωμένο Βῆμα, βλ. κεφ. 79. ..................................... 59 Εἰκ. 7-2. Τὸ ἐπίπεδο δυτικὸν τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου (σημερινὸς Σολέας) καὶ τὸ Βῆμα (δεξιὰ) στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη τῆς Βασιλικῆς Δαφνουσίων Λοκρίδος, ἀπό νότου, βλ. κεφ. 79. ............................................................................... 59 Εἰκ. 7-3. Τὸ Βῆμα στὴν ὑψωμένη Κόγχη. Παλαιοχριστιανική Βασιλική στό Βουθρωτό (4ος – 6ος αἰ.)......................... 60 Εἰκ. 7-4. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη. Saint Gayane Ἐκκλησία (630), Ἀρμενία. Φαίνεται καὶ τὸ καταπέτασμα, ἐπὶ τῆς χορδῆς τῆς Κόγχης τοῦ Βήματος, βλ. 350. ...................................................................................... 60 Εἰκ. 7-5. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη. Akhtala (10ος αἰ.), Ἀρμενία. Τὸ καταπέτασμα, ἐπὶ τῆς χορδῆς τῆς Κόγχης τοῦ Βήματος, βλ. 350............................................................................................................................................. 61 Εἰκ. 7-6. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη/Ἁψίδα. Burdj Hedar, Συρία. .............................................................. 61 Εἰκ. 7-7. Ἅγιος Δημήτριος Θεσ/νίκης. Μετακιόνιο Βῆλο - Καταπέτασμα στὸ Τρίβηλο. (Παλαιὰ δὲν ὑπῆρχαν καρέκλες· βλ. παλαιότερες φωτογραφίες τοῦ ἐσωτερικοῦ). (φωτ. ΠΔΠ, 2024). ................................................................ 62 Εἰκ. 7-8. Θεία Κοινωνία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Κλειστά (ἁπλωμένα) Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. ........... 63 Εἰκ. 7-9. Ἁγία Σοφία, ἔνθετη μαρμάρινη πλάκα πάνω ἀπὸ τὴν Βασιλικὴ Πύλη. Φαίνεται καὶ ἡ ῥάβδος ἀπὸ κίονα σὲ κίονα, καὶ οἱ κρίκοι ἀπὸ ὅπου κρεμόταν τὸ Καταπέτασμα. .................................................................................................. 63 Εἰκ. 7-10. Ἁγία Σοφία, Μετακιόνιοι ῥάβδοι στὸν κυρίως Ναό, καὶ στὰ Ὑπερῴα (Γυναικωνίτης). Σίγουρα ὑπῆρχαν μετακιόνια (ἡμιδιάφανα στὰ κλίτη) καταπετάσματα., Βλ. ἐπίσης, Κεφ. 5, Κεφ. 92. .......................................................... 64 Εἰκ. 7-11. Ἅγιος Δημήτριος Θεσ/νίκης πρὸ τῆς πυρκαγιᾶς. Μετακιόνιοι ράβδοι. ....................................................... 64 Εἰκ. 7-12. Τό Σύνθρονον (6ος αἰ.) στὸν Ἅγιο Βιτάλιο, Ῥαβέννα, Ἰταλία. Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 4-2. .................................... 66 – 14 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 7-13. Ἱερὸς Ναὸς Ἁγ. Νικολάου στὰ Μύρα τῆς Λυκίας (520 μ.Χ.), μὲ τὸ ὑπερυψωμένο ἀμφιθεατρικὸ Σύνθρονον, τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸ ὑπερευρύχωρον Κιβώριον, καὶ τὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος........................................................ 69 Εἰκ. 7-14. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθήμενοι σὲ τύπο Συνθρόνου........................................ 70 Εἰκ. 7-15. Χαμηλὸ φράγμα δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα) μὲ διάτρητα θωράκια κατὰ μίμησιν τῶν ἀρχαίων ξυλίνων δρυφάκτων. Βασιλικὴ τῶν Δαφνουσίων Λοκρίδος (4ος αἰ.), βλ. κεφ. 79.............................................................................. 73 Εἰκ. 7-16. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα. Παλαιοχριστιανικὸς Ναὸς τοῦ Ἁπ. Πέτρου Ῥώμης (4ος-5ος αἰ.), κεφ. 82, σ. 305. ............................................................... 74 Εἰκ. 7-17. Φράγμα μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα, Παρεκκλήσι S. Prosdocimo (6ος αἰ.), Padova. ............................................................................................................................................ 74 Εἰκ. 7-18. Οἱ δύο εὑρεθέντες ἀνόμιοι ἄνευ ἀπολήξεως πεσσίσκοι στὴν Βασιλικὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Χαλκοπράτειας.110 ............................................................................................................................................................................................ 76 Εἰκ. 7-19. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα, Ἅγιος Μάρκος Βενετίας (1850), κεφ. 87, σ. 313................................................................................................................. 76 Εἰκ. 7-20. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ Κίονες. Byzantine-Venetian Torcello Cathedral (Βενετία), 7ος αἰ., κεφ. 85, σ. 309. Τὰ Καταπετάσματα σήμερα ἔχουν ἀφαιρεθεῖ. ........................................................................................... 78 Εἰκ. 7-21. Ἱερὸν Βῆμα τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἀποστόλου Παύλου Κορίνθου μὲ τὴν ὑπερμεγέθη Ἁγία Τράπεζα. Στὴν κρηπίδα, μποροῦσε ἄνετα νὰ μπεῖ Ἱερὸν Κιβώριον, μὲ παραπετάσματα, ὥστε ὁ Ἱερεὺς νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστα ἐντὸς αὐτοῦ (μὲ κλειστὰ τὰ παραπετάσματα) τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς, ὅπως παλαιά. Τὸ Σύνθρονον εἶναι σύγχρονη προσθήκη τῆς τελευταίας δεκαετίας. Φαίνεται καὶ ἡ νότια Ἁψίδα ἐπὶ τοῦ στενοῦ «ἐγκαρσίου κλίτους» τοῦ Βήματος. Μεταξὺ Συνθρόνου καὶ Ἁγίας Τράπεζας πρέπει νὰ ὑπάρχει Σταυρός (φωτογραφία ΠΔΠ, 2023). .................................................................... 79 Εἰκ. 7-22. Ἱερὸς Μητρ. Ναὸς Ἀπ. Παύλου Κορίνθου (φωτ. ΠΔΠ, 2023). Μὲ Ἀμφίθυρα, μὲ τὸ Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, μὲ τὸ Φράγμα τοῦ Σολέα, καὶ τοὺς Χοροὺς ἐντὸς τοῦ Σολέα (καὶ τοῦ «κεντρικοῦ κλίτους»), καὶ μὲ τὸν Ἄμβωνα καὶ τὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο ἐντὸς τοῦ Σολέα, βλ. σσ. 27, 300. ............................................................................................. 80 Εἰκ. 7-23. Χαμηλὸ φράγμα δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), καὶ ὑψηλὸ φράγμα Βήματος κατὰ τὴν Παράδοσιν. Ἅγιος Θωμᾶς Ἀμπελοκήπων. Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2021). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 6-1........................................................ 80 Εἰκ. 7-24. Πεσσίσκοι μετὰ συμφυῶν κιονίσκων στό φράγμα τοῦ Βήματος. Ἅγιος Νικόλαος Κορίνθου (ἀριστερά), καὶ Ἅγία Βαρβάρα Ἀμφιάλης Κερατσινίου (δεξιά). Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). .................................................... 81 Εἰκ. 7-25. Κιονίσκοι ὄχι ἐπὶ πεσσίσκων, ἀλλὰ ἐπὶ θωρακίων, στὸ φράγμα τοῦ Βήματος. Ἀπόστολος Παῦλος Κορίνθου. Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). Βλ. Εἰκ. 86-1........................................................................................................ 82 Εἰκ. 8-1. Ἡ θέσις τοῦ Τέμπλου μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen), στοὺς Δυτικοὺς Ναούς. ............................................ 86 Εἰκ. 8-2. Ἅγιος Μάρκος Βενετίας μὲ τὸ Τέμπλο (Rood Screen) μετὰ μετακιονίων Καταπετασμάτων (1850), καὶ ἄνευ Καταπετασμάτων (σύγχρονη ἐποχή), βλ. κεφ. 87. ............................................................................................................. 87 Εἰκ. 8-3. Santa Maria, Cosmedin138,. Λείπουν οἱ θύρες, καὶ τὰ μετακιόνια Καταπετάσματα καὶ τοῦ φράγματος, καὶ τοῦ Κιβωρίου. Φαίνεται ἐπίσης, τὸ Τέμπλον, καὶ ὁ «Κλῆρος» (Schola Cantorum, ὁ χῶρος δηλαδὴ τοῦ Ἄμβωνος (2) καὶ τῶν Ψαλτῶν) μὲ σχετικὰ ὑψηλὸν τοῖχον, βλ. δικό μας σημερινὸ Σολέα. ............................................................................. 87 Εἰκ. 8-4. Δυτικός Ναός, Ἐπιβιώσαν Rood Screen ἄνευ Καταπετασμάτων (εὔχομαι νὰ μὴ φθάσουμε νὰ λέμε «ἐπιβιώσαν» γιὰ τὰ Τέμπλα μας). Λείπει ἐπίσης τὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ. .................................................................. 88 Εἰκ. 8-5. Rood Screen (=Χώρισμα/Τέμπλο μὲ Σταυρό).132 Εἰδικὰ τὸ Cathedral Screen (ἀριστερά) εἶναι συμπαγέστατο σὰν τὸ δικό μας Τέμπλο. Τὸ δεξιὸ δὲν εἶναι συμπαγές, ἀλλὰ πρὶν τὴν Μεταρρύθμιση καὶ τὸν «Διαφωτισμό» εἶχε μετακιόνια καταπετάσματα. ............................................................................................................... 89 Εἰκ. 8-6. Τὸ Ἀναλόγιον στὸ κέντρον τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, μετὰ τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρόν. ............................. 89 Εἰκ. 8-7. Τό Rood Screen (φράγμα τοῦ Σολέα) τοῦ Westminster Abbey (πρὸς ἀνατολάς)........................................ 90 Εἰκ. 8-8. Τό Rood Screen τοῦ Westminster Abbey, καὶ ὁ σημερινὸς (συρρικνωμένος) χῶρος τῶν Ψαλτῶν (πρὸς δυσμάς).Πρβλ. Εἰκ. 9-8. .................................................................................................................................................... 90 Εἰκ. 8-9. Τό κατεδαφισθὲν συμπαγές Rood Screen τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων....................................................... 91 – 15 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 8-10. Frans Hogenber – The Calvinist Iconoclastic Riot of August 20, 1566. Δηλ. ἡ Καλβινιστικὴ Εἰκονοκλαστικὴ (Εἰκονομαχικὴ) ἐξέγερση τῆς 20ῆς Αὐγούστου 1566. Wikimedia, 11/11/2023..................................... 92 Εἰκ. 8-11. Βασιλικὴ τῆς Παναγίας στό Lago (Moscufo), Ἰταλία, μὲ γκρεμισμένο/ἀφαιρεμένο τό ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Rood Screen). Σύγκρινε μέ τό κεφ. 86. ..................................................................................................... 93 Εἰκ. 9-1. Ἁγία Σοφία. Ὁ κυρίως Ναός, ὁ Ἄμβων καὶ τὸ Ἱερόν Βῆμα μὲ τὸ ὑψηλὸ φράγμα, τὸ Ἱερὸν Κιβώριον, τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν, καὶ τὸ πολύβαθμον Σύνθρονον. ............................................................................................................... 96 Εἰκ. 9-2. Ὁ Ἄμβων τῆς Ἁγίας Σοφίας (563-1204), βλ. κεφ. 80. Πίσω φαίνεται τὸ Ἱερὸν μὲ κλειστὰ (ἁπλωμένα) τὰ Καταπετάσματα, καὶ τὸ Ἱερὸν Κιβώριον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Λείπουν τὰ ἅγια θύρια (Ἀμφίθυρα) βέβαια. ...................... 96 Εἰκ. 9-3. Ὁ 2ος ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), βλ. κεφ. 80. ............................................................................... 97 Εἰκ. 9-4. Ἱερὸς Ναὸς Περάματος Ἰωαννίνων (1920), μὲ τὰ δύο Ἀναλόγια πολὺ κοντά, στὸ κεντρικὸν κλῖτος. ............ 98 Εἰκ. 9-5. Ἅγ. Χαράλαμπος Κατερίνης (φωτ. ΠΔΠ 2011). Οἱ χοροὶ τῶν Ψαλτῶν (Ἀναλόγια) στὸν Σολέα (δὲν εἶναι περιφραγμένος, ἀλλὰ εἶναι ὑπερυψωμένος κατὰ μία βαθμίδα) στὸ κεντρικὸ κλῖτος τοῦ Ναοῦ. ........................................... 98 Εἰκ. 9-6. Παλαιόπιστοι Ῥώσσοι: Ψάλλοντας τὸ Χερουβικὸν (ἐνωμένοι οἱ δύο Χοροί στὸ κέντρο ἔμπροσθεν τῶν ἁγίων θυρίων, Ὡραίας Πύλης) ἀπὸ τὴν θέση τοῦ παλαιοῦ Ἄμβωνος, σ. 339. ............................................................................... 99 Εἰκ. 9-7. Δυτικός Ναός, Οἱ χοροὶ τῶν Ψαλτῶν στὸ κέντρον καὶ ἔμπροσθεν τοῦ Βήματοςμὲ κεντρικὸν Ἀναλόγιον (φαίνεται καὶ «μοντέρνο» (ἐποχῆς) Κιβώριον μὲ 3 καταπετάσματα· ἔχει ἀφαιρεθεῖ τὸ Καταπέτασμα ἢ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ μετὰ τὴν Μεταρρύθμιση καὶ τὸν Διαφωτισμό). Βλέπε καὶ τὸ Westminster Abbey. ........................................................100 Εἰκ. 9-8. Westminster Abbey (περ. 1897-1922). Ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν (στὰ στασίδια δεξιὰ καὶ ἀριστερά) ἐντὸς τοῦ Rood Screen (ἡ φωτογραφία πρὸς ἀνατολάς). Σήμερα ἔχει συρρικνωθεῖ πρὸς τὰ ἄκρα, ὁ διάδρομος διπλασιάστηκε. Φαίνεται καὶ κεντρικὸ Ἀναλόγιον στὸ βάθος. Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 8-8. .................................................................................101 Εἰκ. 10-1. Ἀναπαράσταση τοῦ φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς Ἁγίας Σοφίας, , μὲ κλειστὰ (ἁπλωμένα) τὰ Παραπετάσματα. ..............................................................................................................................................................105 Εἰκ. 10-2. Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), κεφ. 83. Λείπουν τὰ Ἀμφίθυρα, καὶ φυσικὰ οἱ Κιγκλίδες / Κίονες εἶχαν Παραπετάσματα ἀνάμεσά τους, μὲ Σταυρούς, σχέδια/εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, κ.ἄ. ..........................................................................................................................................................................................106 Εἰκ. 10-3. Λειψανοθήκη τῆς Pola (Samagher), Κροατία, 440 μ.Χ., κεφ. 82..............................................................106 Εἰκ. 10-4. Ἅγιος Μάρκος Βενετίας. Μετακιόνια Παραπετάσματα.............................................................................107 Εἰκ. 10-5. Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς στὸν Καθεδρικό Ναό Gurk τῆς Αὐστρίας (1458).178...............................110 Εἰκ. 11-1. Παλαιὸν ἀρτοφόριον κρεμάμενον ἐπὶ τοῦ Κιβωρίου. .................................................................................111 Εἰκ. 11-2. Τό Ἱερὸν Κιβώριον τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), σ. 317. Λείπουν τὰ Καταπετάσματα ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση. ..........................................................................................................................................................................................113 Εἰκ. 11-3. Καταπετάσματα στὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα (Choir Screen / Chancel) τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, σ. 309. Τὴν σήμερον, ἔχουν φυσικὰ ἐξαφανιστεῖ. ................................................................................116 Εἰκ. 12-1. Ἁγία Σοφία. Θύρα στὸν Νάρθηκα. Τὰ ὀριζόντια τμήματα τῶν Σταυρῶν ἔχουν ἀφαιρεθεῖ. Φαίνονται καί οἱ γάντζοι ἐπάνω γιὰ τὸ Καταπέτασμα τῆς θύρας. .................................................................................................................123 Εἰκ. 15-1. Παλαιοχριστιανικὴ πεντάκλιτος Βασιλικὴ Ἁγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Θέα πρὸς Ἀνατολὰς καὶ τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸ νοτιότερο κλῖτος, σὲ ἄδειο Ναό (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 5-6. Παλαιά, πέραν τῶν κιόνων, ὑπῆρχαν καὶ μετακιόνια χωρίσματα, βλ. κεφ. 5. ..............................................................................................................................138 Εἰκ. 15-2. Παλαιοχριστιανικὴ πεντάκλιτος Βασιλικὴ Ἁγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Θέα πρὸς Ἀνατολὰς καὶ τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο νότιο κλῖτος, σὲ ἄδειο Ναό (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 5-6.......................................................138 Εἰκ. 15-3. Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Κάτοψις τοῦ Βήματος (τὸ Κιβώριον δὲν ἀπεικονίζεται). ....................139 Εἰκ. 18-1. Θεία Κοινωνία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Κλειστά (ἁπλωμένα) Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. .......147 Εἰκ. 18-2. Βῆλα-παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὶς Εἰκόνες. Ξυλόστεγος Βασιλική, Ἱ.Ν. Ἁγ. Βαρβάρας (Ἀχαρναῖ). Μετόχιον Ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ (φωτ. ΠΔΠ, 2017). ...................................147 Εἰκ. 18-3. Ἐκκλησία, μὲ Βῆλα-Παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.....................................................148 – 16 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 18-4. Παρεκκλήσιον Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, μὲ Βῆλα-Παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Χρυσοστόμου Σμύρνης καὶ Ἁγ. Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης, Δερβενάκια Κορινθίας (φωτ., ΠΔΠ, 2003). ..........................................................................................................................................................................................148 Εἰκ. 18-5. Κυριακή 10 Μαΐου 1998, Ἱ. Καθεδρικὸς καὶ Μητρ. Ναὸς Ἀθηνῶν, στὴν ἱερότερη στιγμή. Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «Ἕνα πάντως θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθεῖ, νομίζω χωρὶς ἀντίρρηση καὶ συζήτηση. Ἡ τοποθέτηση μηχανημάτων λήψεως μέσα στὸ ἅγιο βῆμα. 298, Βλ. ἐπίσης, Ἐγκλύκλιος ΔΙΣ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα»...........................................................................154 Εἰκ. 18-6. «Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη». Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020). ......................................................................................................................162 Εἰκ. 18-7. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου». Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020).327 .........................................................................................163 Εἰκ. 18-8. «Ἱδοὺ θυσία μυστική» μὲ κλειστὸ πλέον τὸ Καταπέτασμα (ὄχι καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020). 327 ........................................................................................163 Εἰκ. 18-9. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα (ὄχι καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020). 327 .....................................................................163 Εἰκ. 18-10. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ βημόθυρα. Προηγιασμένη Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία, Τρίκαλα, Ἱ.Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς Σαραγίων (27/3/2024). youtube, wbzPUR9ipw . ................................................................................................................................................................164 Εἰκ. 18-11. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα. Προηγιασμένη, Θεσσαλονίκη, Ἱ.Ν. Ἁγίου Δημητρίου (22/3/2024). youtube, H-4oV5RyZLs . ...........................................................164 Εἰκ. 18-12. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ ἅγια θύρια (βημόθυρα). Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, Βόλος, Ἱ.Ν. Ἁγ. Νικολάου (20/3/2024). youtube, pfJ69R3b0U8 .....165 Εἰκ. 18-13. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα (καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία, Κύπρος, Μόρφου, Ἱ.Ν. Παναγίας Χρυσελεούσης Ἀκακίου (27/3/2024). youtube, yBvEckHxMRQ .......................................................................................................................165 Εἰκ. 19-1. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214. .............................................................................................................................................174 Εἰκ. 19-2. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 209. ....................................................................................................................184 Εἰκ. 19-3. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214. .............................................................................................................................................184 Εἰκ. 25-1. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Ἱ.Μ. Ὁσίου Λουκᾶ Στειριώτου) ........................................................196 Εἰκ. 30-1. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας. Εἰκὼν ἀπὸ τό toeilhtarion. ........................................................................205 Εἰκ. 37-1. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. ΕΒΕ 210, φ. 93β, τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ., κεφ. 61, σ. 252. ....................214 Εἰκ. 39-1. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ἱ.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Σοφικοῦ Κορινθίας. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). .....218 Εἰκ. 45-1. Ἀναπαράσταση Τέμπλου καὶ Ἱεροῦ Ἁγίας Σοφίας170. Βλ. ἐπίσης, σσ. 305, 317. ......................................228 Εἰκ. 45-2. Ἀναπαράσταση τοῦ ἀργυροῦ κιβωρίου τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πολης μὲ πυραμιδωτὴ στέγη (Ὀρλάνδος). Δὲν ἀπεικονίσθη τὸ Τετράβηλο (Καταπέτασμα -Παραπετάσματα). Βλ. κεφ. 88, σ. 317.................................................229 Εἰκ. 46-1. Ἀναπαράσταση τῶν Καταπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ἁγ. Σοφίας.170 Βλ. ἐπίσης, σσ. 305, 317................230 Εἰκ. 47-1. Ἱερὸν Κιβώριον, Θεσσαλονίκη, Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα, Μωσαϊκὸ ἀψίδος - CC BY-NC, καὶ ἀναπαράστασις. .................................................................................................................................................................232 Εἰκ. 51-1. Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητῆς. Εἰκὼν ἀπὸ antifono.gr. ...........................................................................236 Εἰκ. 52-1. Ἁγία Εὐφημία, Κωνσταντινούπολις, 7ος αἰ.. Ὁ Ἄμβων, ὁ Σολέας (διάδρομος), οἱ Κιγκλίδες μὲ τὸ περιστύλιον, τὸ Ἱερὸν μὲ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν καὶ τὸ Κιβώριον, καὶ ὁ Ἀρχιερατικὸς Θρόνος (λείπουν τὸ τετράβηλον τοῦ Κιβωρίου, τὸ μέγα Καταπέτασμα ἢ τὰ καταπετάσματα ἀνάμεσα στὶς Κιγκλίδες, οἱ Εἰκόνες). .........................................238 Εἰκ. 54-1. Τμῆμα χειρογράφου Εὐχολογίου, Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ., Βιβλιοθήκη Βατικανοῦ. ....................................245 – 17 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 58-1. Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Εἰκών ἀπὸ romfea.gr. ...............................................................................249 Εἰκ. 61-1. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. ΕΒΕ 210, φ. 93β, τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ.. ...........................................252 Εἰκ. 62-1. Ἡ Προσκύνησις τῆς τιμίας ἀλύσεως τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Πέτρου (16/1). Ἔγχρωμη εἰκόνα. Παρόμοια ὑπάρχει καὶ στὸ Imperial Menologion.............................................................................................................................253 Εἰκ. 62-2. Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τὸ Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων. Μονὴ Δαφνίου. Βλ. ἐπίσης καὶ στὸ Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ. ....................................................................................................................................254 Εἰκ. 62-3. Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Σολομῶντος. Τὸ Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων. Ἁγιογραφία/ Φωτογραφία ἀπὸ ἀνώνυμο Ἡμερολόγιον. ..............................................................................................................................................255 Εἰκ. 62-4. Ἡ Ὑπαπαντή. Τὸ Κιβώριον μετὰ παραπετασμάτων. Αἴγινα, Παληοχώρα. (Φωτ. ΠΔΠ, 2019)............256 Εἰκ. 63-1. Ἀπεικόνισις ὑψηλοῦ Φράγματος μὲ Καταπετάσματα, καὶ τὸ Μέγα Καταπέτασμα σηκωμένο. .................257 Εἰκ. 63-2. Ἀπεικονίσεις Καταπετασμάτων.500 ............................................................................................................257 Εἰκ. 67-1. Ἄνοιγμα ἁγίων θυρίων. Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis), 12ος αἰ., φ. 27β.530 ......................................272 Εἰκ. 75-1. Τοιχογραφία Μονῆς Ῥαβάνιτσα (Ravanica), δεκαετία 1380 (κοντὰ στὸ ἕτος κοίμησής του!), Ἡ Σύνοδος τῶν Βλαχερνῶν τοῦ 1351 (κώδικα Paris. gr. 1242, φ. 5v), περ. 1370-1375. ....................................................................281 Εἰκ. 80-1. Ὁ Ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), 584...............................................................................................294 Εἰκ. 80-2. Ὁ Ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204). ..................................................................................................295 Εἰκ. 80-3. Ὁ Ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204)573 ................................................................................................296 Εἰκ. 80-4. Ὁ 2ος ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204). Ἑτέρα ἀποκατάστασις, 584. Λείπουν τὰ Καταπετάσματα τοῦ ὑψηλοῦ φράγματος τοῦ Ἱεροῦ, καὶ τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου.....................................................................................................297 Εἰκ. 80-5. Ὁ 2ος ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204). Ἑτέρα ἀποκατάστασις. Ἔπρεπε νὰ ἔχουν μπεῖ καὶ τὰ Καταπετάσματα στὴν ἀπεικόνιση. ....................................................................................................................................298 Εἰκ. 81-1. Ὁ Ἄμβων ἐκ τοῦ Μηνολογίου Βασιλείου τοῦ Βʹ. .......................................................................................299 Εἰκ. 81-2. Ὁ ἐν τῷ Σολέᾳ τοῦ Ὀκταγώνου Φιλίππων Ἄμβων. ..................................................................................300 Εἰκ. 81-3. Ὀκταγωνικὴ Ἐκκλησία Φιλίππων, Στυλ. Πελεκανίδης, ΠΑΕ(1978), Μέρος ἐκ τοῦ Παρενθέτου Πίνακος Βʹ. ......................................................................................................................................................................................301 Εἰκ. 81-4. Ὁ ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ Ὀκταγώνου Ἄμβων. ..................................................................................................302 Εἰκ. 81-5. Ὁ Ἄμβων τοῦ Ἱ. Μητροπ. Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Καλαμπάκας................................................303 Εἰκ. 81-6. Ὁ Ἄμβων τῆς Βασιλικῆς Santa Maria στό Valle Porclaneta, Abruzzo, τῆς Ἰταλίας. Ὁ Ἄμβων ἐφάπτεται τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Βλ. περισσότερα, κεφ. 86.588 .................................................................................................304 Εἰκ. 82-1. Λειψανοθήκη τῆς Pola (Samagher) ἀπὸ ἐλεφαντοστό, Κροατία, 440 μ.Χ., δεικνύουσα τὸν Παλαιοχριστιανικὸ Ναὸ τοῦ Ἁπ. Πέτρου Ῥώμης (Ἱερό, Πρεσβυτέριον, καὶ μαρτυρεῖο τοῦ Ἀπ. Πέτρου) μὲ ὑψηλὸ φράγμα Πρεσβυτερίου, καὶ μετακιόνια καταπετάσματα. ...............................................................................................................305 Εἰκ. 83-1. Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204). Τὰ τεῖχη ὅμως ποὺ λέει ὁ Παῦλος ὁ Σιλεντιάριος εἶναι σίγουρα πολὺ πιὸ ψηλά. Ἐπίσης μᾶλλον οἱ τρεῖς ἀκριανοὶ κίονες σὲ κάθε ἄκρη, θὰ πρέπει να’ναι κάθετοι στὴν πρόσοψη. Δηλ. 6 κίονες μπροστά, 3+3 στὰ πλάγια. .................................................................................................306 Εἰκ. 83-2. Φράγμα τοῦ Βήματος μὲ εἰκόνες ἀντὶ καταπετασμάτων. Ἅγ. Θωμᾶς Ἀμπελοκήπων. (Λείπει ὁ Σταυρός ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια – Ὡραία Πύλη). ........................................................................................................................307 Εἰκ. 83-3. Ἑτέρα ἀπεικόνισις τῶν Κιγκλίδων / Τέμπλου, Ἄμβωνος, Ἱεροῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας...................................307 Εἰκ. 84-1. Ὑψηλὸ φράγμα σὲ Δισκάριον (6ος αἰ.) μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῆς Κοινωνίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (Dumbarton Oaks)..........................................................................................................................................................308 Εἰκ. 85-1. Τὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Byzantine-Venetian Torcello Cathedral (Βενετία). Λείπουν φυσικά -τὴν σήμερον- τὰ Παραπετάσματα. ........................................................................................................309 Εἰκ. 86-1. Τὸ ὑψηλὸ φράγμα στὸν Ναό Santa Maria στό Valle Porclaneta, Abruzzo, τῆς Ἰταλίας.588 Διακρίνεται ὁ Ἄμβων, τὸ Πρεσβυτέριον (Σολέας) καὶ τὸ ὑπερυψωμένο Βῆμα μὲ τὸ Κιβώριον. Φαίνεται καὶ ὁ κώδων τοῦ Βήματος. ....310 – 18 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 86-2. Τὸ ὑψηλὸ φράγμα στὸν Ναό Santa Maria στό Valle Porclaneta, Abruzzo, τῆς Ἰταλίας. Διακρίνεται ὁ κώδων τοῦ Βήματος, ἀλλὰ καὶ ἐπιπλέον ἄλλη δοκὸς ἢ ῥαβδος κατὰ μῆκος τοῦ ὁρίου τοῦ Βήματος. Ἴσως νὰ χρησίμευε γιὰ τὸ Καταπέτασμα τοῦ Βήματος, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἄλλη κατασκευή.588 ..................................................................................311 Εἰκ. 86-3. Τό Βῆμα, πέντε βαθμίδες ὑψηλότερα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα. 588 Διακρίνεται καὶ ὁ κώδων τοῦ Βήματος, καὶ κομμένη (;) δοκός ψηλὰ στὰ δεξιὰ τοῦ ὁρίου τοῦ Βήματος, βλ. Εἰκ. 86-2. ..................................................................312 Εἰκ. 87-1. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Βενετίας τό 1881. ..........................................................................................................313 Εἰκ. 87-2. Ἑτέρα ἀπεικόνισις τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, μὲ μετακιόνια Παραπετάσματα (ἐκτὸς ὥρας ἀκολουθίας). Σήμερα φυσικὰ δὲν ὑπάρχουν. ..........................................................................................................................................313 Εἰκ. 87-3. Καταπετάσματα στὸν Ἅγιο Μάρκο Βενετίας. Καὶ ὁ τεράστιος Σταυρὸς καὶ στὸ Τέμπλον (Rood Screen), καὶ πίσω ἀπὸ τὴν Τράπεζα. ...............................................................................................................................................314 Εἰκ. 87-4. Ἅγιος Μᾶρκος Βενετίας, σήμερα. Ἄνευ, φυσικά, παραπετασμάτων. .........................................................315 Εἰκ. 87-5. Ἅγιος Μάρκος Βενετίας μὲ τὸ ὑψηλὸ Φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα,Τέμπλο (Rood Screen) μετὰ Καταπετασμάτων (1850), καὶ ἄνευ Καταπετασμάτων (σύγχρονη ἐποχή), βλ. σ. 309. .....................................................316 Εἰκ. 88-1. Τό 2ον Ἱερὸν Κιβώριον τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204). Δὲν ἀπεικονίσθη τὸ Τετράβηλο (Καταπέτασμα Παραπετάσματα)..............................................................................................................................................................317 Εἰκ. 88-2. Ἁγία Σοφία, ἔνθετη μαρμάρινη πλάκα πάνω ἀπὸ τὴν Βασιλικὴ Πύλη. Βλ. ἐπίσης Ἀντωνιάδου. ..............318 Εἰκ. 89-1. Γυάλινο ἅγιο Δισκοπότηρον μὲ ἀπεικόνιση Κιβωρίου μετὰ Παραπετασμάτων (βήλων), Dumbarton Oaks. ..........................................................................................................................................................................................319 Εἰκ. 90-1. Akhtala (Pghindzavank) (10ος αἰ.), Ἀρμενία. Βλ. ἐπίσης κεφ. 104, σ. 350...............................................320 Εἰκ. 91-1. Ἱερὸν Κιβώριον. Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα (Θεσσαλονίκη), Μωσαϊκὸ ἀψίδος - CC BY-NC. .......................321 Εἰκ. 91-2. Ἱερὸν Κιβώριον. Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα (Θεσσαλονίκη) - CC BY-NC. ...................................................322 Εἰκ. 91-3. Ἄμβων ἢ Κιβώριον. Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα (Θεσσαλονίκη), Μωσαϊκὸ ἀψίδος. ........................................323 Εἰκ. 91-4. Ὑψηλὸν φράγμα μὲ Καταπετάσματα........................................................................................................324 Εἰκ. 91-5. Λεπτομέρεια. Ὑψηλὸν φράγμα μὲ Καταπετάσματα. Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα (Θεσσαλονίκη). ..................325 Εἰκ. 92-1. Ἅγιοι ἐντὸς Ἱεροῦ Κιβωρίου, μὲ ἀνελκυσθέντα παραπετάσματα................................................................326 Εἰκ. 92-2. Παραπετάσματα σὲ παλάτι. ......................................................................................................................326 Εἰκ. 93-1. Ἱ.Ν. Ἁγ. Ἀπολλιναρίου στὴν Κλάση (549 μ.Χ.). Φωτογραφία τῶν μέσων τοῦ 19ου αἰῶνος......................327 Εἰκ. 94-1. Ἁγία Τράπεζα μὲ Σταυρόν καὶ Κιβώριον (μὲ τὰ σίδερα γιὰ νὰ κρέμαται τὸ τετράβηλον τὸ ὁποῖον λείπει), Παναγία Ἑκατονταπυλιανή, Πάρος. (Φωτ. ΠΔΠ, 2019). ..............................................................................................328 Εἰκ. 94-2. Τὸ Κιβώριον, ἡ Ἁγία Τράπεζα, τὸ Σύνθρονον, Παναγία Ἑκατονταπυλιανή, Πάρος. ................................329 Εἰκ. 94-3. Παναγία Ἑκατονταπυλιανή, Πάρος. Προφανῶς ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι πολὺ νεώτερη. Παλαιὰ οἱ Ἅγιες Τράπεζες ἦσαν μικρότερες ἀπὸ τὶς σημερινές, και ἦσαν ἀρκετὰ ἐντὸς τοῦ Κιβωρίου νὰ χωράει τὸν Ἱερέα ἐντὸς μὲ τὰ βῆλα (παραπετάσματα) κλειστά. ...............................................................................................................................................330 Εἰκ. 94-4. Κιβώριον (μὲ τὰ σίδερα γιὰ νὰ κρέμαται τὸ τετράβηλον τὸ ὁποῖον λείπει), Εὐφρασιανὴ Βασιλική, Κροατία. Οἱ κίονες εἶναι τοῦ 6ου αἰ., ἐνῷ ὁ θόλος τοῦ 1277. ..............................................................................................................331 Εἰκ. 98-1. Τὰ ἅγια θύρια (εἶναι ὑψηλά μέχρι ἐπάνω) κλείνουν στὸ Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις.638 ..........................................338 Εἰκ. 99-1. Ψάλλοντας τὸ Χερουβικὸν (ἐνωμένοι οἱ δύο Χοροί) ἀπὸ τὴν θέση τοῦ παλαιοῦ Ἄμβωνος.292 ....................340 Εἰκ. 99-2. Ἡ Μ. Εἴσοδος, κατὰ τὴν ὁποῖαν ὁ Διάκονος ἔχει στὴν κεφαλὴ τὸν ἅγ. Δίσκον κεκαλυμμένον..................340 Εἰκ. 99-3. Ἡ στιγμὴ ποὺ κλείνει τὸ Μεγάλο Καταπέτασμα στὴν Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία (μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, Χερουβικόν). .....................................................................................................................................................................340 Εἰκ. 99-4. Ὁ Διάκονος προσφωνῶντας τὴν Συναπτὴ Εὐχή, ἔμπροσθεν τοῦ κλειστοῦ μεγάλου Καταπετάσματος μὲ τὸν Σταυρόν (σὲ Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία). .............................................................................................................................341 Εἰκ. 99-5. Μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα. .......................................................341 Εἰκ. 99-6. Ὁ Διάκονος προσφωνῶντας τὴν Συναπτὴ Εὐχή μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα ..............342 Εἰκ. 100-1. Ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Ἱερεὺς κλείνει τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον (μετὰ τὸ Χερουβικόν). .....................................................................................................................................................................343 – 19 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 100-2. Ὁ Διάκονος προσφωνῶντας τὴν Συναπτὴ Εὐχή μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα. ...........344 Εἰκ. 100-3. Τὸ Πιστεύω (φαίνεται καὶ ὁ ῥιπιζόμενος ἀήρ) μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρα, ἀνοιχτὸ τὸ καταπέτασμα. .........344 Εἰκ. 100-4. Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ Ῥώσσοι (ὑπο)κλίνονται (βαθιά) πρὸς τὸν λαόν ὅταν τὸν εὐλογοῦν, καὶ δέχονται «Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου.» ..................................................................................................344 Εἰκ. 100-5. Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ ... , καὶ κλείνεται τὸ Καταπέτασμα. ...........................................345 Εἰκ. 100-6. Ὁ Ἱερεὺς ἀνοίγων τὰ ἅγια θύρια πρὸς τῆς Θείας Κοινωνίας, (ὑπο)κλίνεται (βαθιά) πρὸς τὸν λαόν. Τὸ Καταπέτασμα ἀνοίχθη ὑπὸ τοῦ Διακόνου. ........................................................................................................................345 Εἰκ. 104-1. Ἀρμένικος Ναός μὲ τὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἰεροῦ ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας. .....................................................351 Εἰκ. 104-2. Saint Gayane Church (630), Ἀρμενία. ..................................................................................................352 Εἰκ. 104-3. Geghard (1215), Ἀρμενία. ......................................................................................................................352 Εἰκ. 104-4. Haghpatavank (10ος-13ος αἰ.), Ἀρμενία. ..................................................................................................353 Εἰκ. 104-5. Akhtala (10ος αἰ.), Ἀρμενία. ....................................................................................................................353 Εἰκ. 104-6. Αἰθιοπικὸς Ναός. Εχουν «Τέμπλο» μετὰ Καταπετασμάτων, καὶ Κιβώριον ἐπὶ τῆς Τραπέζης ἐπίσης μὲ Καταπετάσματα. Τὰ Καταπετάσματα ἀνοίγουν καὶ κλείνουν. Ἡ πάνω φωτογραφία δείχνει τὴν στιγμὴ ποὺ ἀνοίγουν τὰ Καταπετάσματα................................................................................................................................................................354 Εἰκ. 104-7. Ἕτερος Αἰθιοπικὸς Ναός, μὲ διπλὴ σειρὰ Καταπετασμάτων (Ἱεροῦ, καὶ Κιβωρίου). ..............................355 – 20 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εὑρετήριον Πινάκων Πίναξ 17-1. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. .............................................................................144 Πίναξ 18-1. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. ............................................................160 Πίναξ 18-2. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γιὰ Ἐκκλησίες χωρὶς χαμηλὰ Βημόθυρα. ..........................................................................................................................................................................................161 Πίναξ 18-3. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Βλ. §19..............................................................................................................................................................................161 – 21 – 1 Πρόλογος αʹ ἐκδόσεως Πρὶν τὸ Πιστεύω ὁ Διάκονος λέγει· Τάς θύρας, τάς θύρας· Ἐν σοφίᾳ πρόσσχωμεν1. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα ἀπὸ πολλούς· Τί ὑποννοεῖται; «Τὰ ἅγια θύρια»2, 3, ἢ οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ; Μὲ ἀφετηρία αὐτὴν τὴν ἐρώτηση, προχωρήσαμε στὴν ἀνάλυση διαφόρων σχετικῶν θέσεων τῆς βιβλιογραφίας. Διαπιστώσαμε ὅμως ὅτι τὸ εὕρος τῆς ἐργασίας διαρκῶς χρειαζόταν νὰ ἐπεκταθεῖ, καὶ ἀναλύοντας ἕνα θέμα, ἄλλα νέα θέματα ξεπετάγονταν ποὺ κι αὐτὰ ἀπαιτοῦσαν ἀνάλυση, καὶ ἔτσι ἐπεκτάθηκε αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐπὶ πολλῶν ἐπὶ μέρους θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα, κι ἀκόμη ὑπάρχει πολὺ ὑλικὸ γιὰ ἔρευνα. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸ «Τὰς θύρας, τὰς θύρας», ἀναγκαστικὰ προχωρήσαμε στὴν ἀνάλυση τῶν Διακονικῶν, τῶν Καταπετασμάτων / Παραπετασμάτων / Βήλων, τῶν Κιβωρίων τῆς Ἁγίας Τραπέζης, καὶ φυσικὰ στὴν ἀνάλυση τοῦ ἀθεάτου τῆς Ἁγίας Τραπέζης, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση ἀπὸ τὸ παρελθὸν μέχρι σήμερα, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς. Κατόπιν ἀναγκαστικὰ προχωρήσαμε καὶ στὴν ἀνάλυση τοῦ φράγματος τοῦ Βήματος, τοῦ φράγματος τοῦ (δυτικοῦ τμήματος τοῦ) Πρεσβυτερίου (Σολέα), τοῦ Ἄμβωνος, τοῦ Συνθρόνου, καὶ ἐν τέλει στὴν μελέτη τῶν ἀνασκαφέντων Ἱερῶν Ναῶν (Βασιλικῶν) τοῦ Δʹ αἰ.. Οἱ ἀναλύσεις ἦσαν πρωτίστως, εὑρισκόμενες ἀναφορὲς στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στὰ σχετικὰ ἀντίστοιχα θέματα, καὶ ἀναφορὲς σὲ σχετικὰ ἄλλα ἀρχαῖα ἔργα ὑψηλῆς ἀρχαιολογικῆς σημασίας. Ἐπεκταθήκαμε ἐπίσης καὶ στὶς παραδόσεις τῶν ἑτεροδόξων, ὄχι γιὰ Οἰκουμενιστικοὺς λόγους, ἀλλὰ γιὰ τὴν λειτουργιολογική τους ἰστορία, ὅπου δείχνουμε ὅτι τὰ στοιχεῖα τοῦ Πρόσ-σχωμεν (προσ-σχῶμεν) = ὑποτακτικὴ ἀορίστου τοῦ προσ-έχω, [PG 140, 444], [ΘΛΒ2, σ. 111], [logeion.uchicago.edu/morpho/πρόσσχωμεν]. Ἐνὼ τὸ πρό-σχωμεν εἶναι τοῦ ῥήματος προ-έχω. Ὅμως τόσους αἰώνες, καὶ τὸ πρόσχωμεν στὴν Ἐκκλησία ἔχει ἀποκτήσει τὴν ἔννοια τοῦ ἂς προσέξουμε. 2 Τὰ ἅγια θύρια, οἱ ἅγιες θύρες, τὰ βημόθυρα, τὰ βηλόθυρα, τὰ ἀμφίθυρα, εἶναι ὅτι ἔχει ἐπικρατήσει σήμερα νὰ λέγεται Ὡραῖα Πύλη. 3 Ὑπῆρχαν ἐκκλησίες (πέραν τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου καὶ τῶν βῆλων-παραπετασμάτων του) εἴτε μὲ ὑψηλὸ καταπέτασμα (ἀρχαῖα ἐποχή), εἴτε μὲ μεγάλα ἅγια θύρια μέχρι τὸ ἐπιστήλιο, καὶ παράλληλο καταπέτασμα ἔσωθεν τῶν ἁγίων θυρίων, εἴτε μὲ μεγάλα ἅγια θύρια κατὰ περίπου τὰ 3/4 τοῦ ὕψους τοῦ ἐπιστηλίου, καὶ μὲ καταπέτασμα (Ῥωσσικοὶ ναοί), εἴτε καὶ μὲ ἅγια θύρια μέχρι περίπου τὸ μισὸ τοῦ ὕψους τοῦ ἐπιστηλίου καὶ καταπέτασμα (ὅπως καὶ σήμερα Ἐνορίες, καὶ Μοναστηριακοὶ Ναοί). Τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης ἦταν πάντοτε μέχρι τὸ δάπεδο, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὕψους τῶν ἁγίων θυρίων. 1 – 22 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Καταπετάσματος καὶ τοῦ Κιβωρίου καὶ τοῦ ἀθεάτου τῆς Ἁγίας Τραπέζης στὴν Ἀναφορά, εἶναι στοιχεῖα τῆς Παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Τέλος προχωρήσαμε στὴν καταγραφὴ τῆς ζώσας Παραδόσεως τῶν Καταπετασμάτων, τῶν Βήλων, στοὺς Ὀρθόδοξους Λαούς, καὶ στὴν Ἑλλάδα, καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Εὔχομαι τὸ ἄρθρο νὰ βοηθήσει τοὺς παραδοσιακοὺς Κληρικούς, καὶ ἐκκλησιαστικοὺς στὴν εὐρύτερη κατανόηση τῆς παραδόσεως, καὶ νὰ τοὺς δώσει κίνητρα γιὰ τὴν διαφύλαξιν καὶ μεταλαμπάδευσιν αὐτῆς σὲ νέους κληρικούς, ὅπως τὴν παραλάβαμε ζῶσα (καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ ἀρχαῖα ἄλαλα χειρόγραφα) ἀπὸ τοὺς Πατέρες ἡμῶν. Στὴν παρατεθεῖσα βιβλιογραφία παρακάτω χρησιμοποιοῦμε τὰ ἑξῆς σημεῖα, στὰ σχετικὰ κεφάλαια: Α: ἡ πηγὴ ἀναφέρεται, ἐν γένει, στὶς θύρες τοῦ Ἱεροῦ, τὰ «ἅγια θύρια», ἢ παλαιότερα στὰ καταπετάσματα (παραπετάσματα) τοῦ Ἱεροῦ ἢ/καὶ στὸ Ἱερὸν Κιβώριον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Β: ἡ πηγὴ ἀναφέρεται, ἐν γένει, στὶς ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ. *: σημαίνει ὅτι ἡ πηγὴ ἀναφέρεται στὴν χρονικὴ στιγμὴ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον. +: σημαίνει ὅτι ἡ πηγὴ ἀναφέρεται στὴν χρονικὴ στιγμὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. – 23 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 2 Πρόλογος βʹ ἐκδόσεως Τὴν ἔκδοση αὐτή, τὴν δημοσιεύουμε λίγο πρὶν τὶς τελευταίες Προηγιασμένες Λειτουργίες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς (2024), καθότι ἀκόμη στὴν Προηγιασμένη, στὶς Ἐνορίες, στὴν Ἑλλάδα, τηρεῖται τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὴν Κοινωνία τῶν Πιστῶν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς αʹ ἐκδόσεως, ἕνας Κληρικός μᾶς εἶπε ὅτι οὐδένα Ἱερατικόν τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ μέχρι σήμερα, ἀναφέρεται σὲ ἄνοιγμα ἢ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης στήν Θεία Λειτουργία. Μὲ ἐτούτη τὴν ἀφορμήν, μελετήσαμε, ἐρευνήσαμε τὰ Ἱερατικά τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου 1895, καὶ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951-2007, καὶ ὁ καρπὸς αὐτῆς τῆς ἔρευνας εἶναι τὸ νέον κεφάλαιον «Τό κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τά Βημόθυρα καί τό Καταπέτασμα) στά Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας — Σύγκριση, σχόλια», §19. Τελικά, ἀποδείχθηκε, ὅτι ὁ Κληρικὸς δὲν ἔχει δίκαιο. Πέραν τοῦ ἀνωτέρω νέου κεφαλαίου, τὰ ὑπόλοιπα νέα κεφάλαια, καὶ οἱ κυριότερες προσθῆκες, ἀλλαγές, ἢ ἀποσαφηνίσεις, εἶναι: - - - Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Φράγματος τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, καὶ περὶ τοῦ Συνθρόνου Τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (Lenten Veil) Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει ἐντελῶς στὴν Ἁγία Ἀναφορά, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀναγραφή σχετικῆς διατάξεως στὰ Ἱερατικά Μαρτυρία Τέμπλου στοὺς Κέλτες (500 μ.Χ.) – Cogitosus (650 μ.Χ.) Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων [PG 99, 1689] Νικήτας Χωνιάτης (1155-1216)· Περιγραφὴ Καταπετάσματος Ἁγίας Σοφίας [PG 139, 1044A] Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Ῥωσσίας (1200) – Περιγραφὴ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης (+1429), [PG 155, 732A] Τὸ Καταπέτασμα στὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσ/νίκης (+1429) Τὸ Καταπέτασμα, στὶς Σλαβικὲς (γενικὰ) Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅμως ὑπάρχουν καὶ ἀλλοῦ διάφορες ἀλλαγές, (μικρο) διορθώσεις, ἀποσαφηνίσεις, μικρότερες ἢ μεγαλύτερες (εἰδικά στόν Ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, §77), καὶ νέες σχετικὲς εἰκόνες. Γιὰ ὅποια ἐν ἀγνοίᾳ λάθη ἢ ἀσάφειες, συγχωρέστε με, καὶ παρακαλῶ γιὰ τὴν εὐγενῆ ὑπόδειξίν τους. Εὔχεσθε. Καλή Ἀνάσταση! Ἔγραφον τῇ ἑβδομάδι πρὸ τῶν Βαΐων, 22/4/2024, μνήμῃ τοῦ Ἀπ. Ναθαναήλ. – 24 – 3 Τὸ κλείσιμο τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ Εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ ἔκλειναν τὰ ἀρχαῖα χρόνια. Ἔκλειναν δέ γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Α. Γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθουν μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ Κατηχούμενοι, οἱ Μετανοοῦντες (καὶ οἱ ἄπιστοι, ἢ ἀμύητοι), μετὰ τὴν ἐκβολή τους, γιὰ νὰ μὴν (λάθρα) κοινωνήσουν, καὶ γιὰ νὰ μὴν συμπροσευχηθοῦν στὴν Ἀναφορά μὲ τοὺς Πιστούς, διότι στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν Τάξεις μὲ σαφῆ ὅρια ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.4 Β. Γιὰ νὰ μὴν τυχὸν ἀνοιχθοῦν οἱ θύρες, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Ἀναφορᾶς, γιὰ νὰ μὴν ἀποσπαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Πιστῶν, καὶ φυσικὰ τῶν Κληρικῶν, σὲ αὐτὴν τὴν ἱερότατη χρονικὴ περίοδο. Γ. Καὶ γιὰ νὰ μὴν μπαινοβγαίνουν οἱ Πιστοί, ὡς τινὲς τὴν σήμερον. Παρακάτω, καὶ στὶς ἀντίστοιχες σημειούμενες σελίδες τοῦ παρόντος ἄρθρου θὰ εὕρητε περαιτέρω ἀνάλυσιν. Διαταγαὶ Ἀποστόλων [PG 1, {737, 1089}], σσ. 192, 194, Ἁγ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου [PG 3, 425C-428A], σ. 195, ΚΒʹ Κανὼν Συνόδου τῆς Λαοδικείας, σ. 206, Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου [PG 57, 310-311], σ. 215, Τοῦ αὐτοῦ [PG 49, 370-372], σ. 217, Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ [PG 91, 693B], σ. 235. Τάξεις μὲ σαφῆ ὅρια ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ στὸ κράτος, καὶ στὶς ἑταιρεῖες καὶ παντοῦ, καὶ ποτὲ ὁ ἐργάτης, ἢ καὶ ὁ διευθύνων μηχανικός, δὲν συμμετέχει στὶς τακτικὲς συνελεύσεις τῶν ἀνωτέρων του, οὔτε καὶ ἀκούει τὰ λόγια τους, ἐκτὸς ὅσων οἱ ἀνώτεροί τους τοὺς λένε ἢ ἐνημερώνονται βάσει τῶν κανονισμῶν. Τὸ αὐτὸ καὶ στὸ κράτος, καὶ στὶς δημόσιες ὑπηρεσίες, καὶ τὶς κυβερνήσεις. Γιατὶ στὴν Ἐκκλησία νὰ εἶναι χῦμα ὅλα ὅπως θέλουν τινὲς τάλανες μεταῤῥυθμίζοντες καὶ οἱ ἀλιβάνιστοι, καὶ δὲν σέβονται οὔτε Παράδοση, οὔτε Ἐκκλησία, οὔτε τίποτε; 4 – 25 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ὅμως, εἶναι ἐπίσης γεγονός, παραθεωρεῖται ἀπὸ τὴν βιβλιογραφία τῶν ἑσχάτων χρόνων, ὅτι καὶ στὰ ἀρχαῖα χρόνια ἔκλεινε ἐπίσης καὶ ἡ θέα πρὸς τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἔκλειναν δηλ. τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα, τὰ Ἀμφίθυρα τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς.5 Τὰ Ἀμφίθυρα μαρτυροῦνται ἤδη στὴν πρώτη Ἁγία Σοφία, κεφ. 29, σ. 204. Θὰ τὸ δοῦμε ἀργότερα. Τὰ ἀρχαία χρόνια (6ος-7ος αἰ.), Ἀναφορά, λογιζόταν καὶ ἡ Εὐχὴ τῆς Προσκομιδῆς (ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα στὰ Ἱερατικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον): «ἤρξατο ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, καὶ πληρώσας τὴν εὐχὴν τῆς ἁγίας προσκομιδῆς...», Ἰωάννης Μόσχος (550-619), Λειμωνάριον, [PG 87C, 3016B]. 5 – 26 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 4 Ἡ Διάταξις τῶν Ναῶν (Δʹ - Εʹ αἰ.) Στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς, στό κεφ. ΝΖʹ «Διατύπωσις Ἐκκλησίας καὶ κλήρου…», βλέπουμε: «ὁ οἶκος [ὁ Ναός] ἕστω ἐπιμήκης, κατ’ ἀνατολὰς τετραμμένος, ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν τὰ παστοφόρια πρὸς ἀνατολήν, ὅς τις ἕοικε νηί», [PG 1, 724]. Τό (ἀπόκρυφον) βιβλίον τοῦ Δʹ - Εʹ αἰ. «Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (Testamentum Domini)6, 7 , πρωτογράφηκε στὰ Ἑλληνικά, ἀλλὰ χάθηκε τὸ Ἑλληνικὸ πρωτότυπο, εἶναι σημαντικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἰστορία, καὶ τὶς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας (παλαιοχριστιανικοὶ χρόνοι), καὶ χρονικὰ κατάτάσσεται στὴν ἴδια ἐποχή (ὁλίγον πρὸ8 ἢ μετὰ9) τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (Constitutiones Apostolorum). Ὁ μεγάλος ἀρχαιολόγος Ἀναστάσιος Κ. Ὀρλάνδος, καὶ τὶς Ἀποστολικὲς Διαταγές, καὶ τὴν Διαθήκη τοῦ Κυρίου, τὰ ἀναφέρει ὡς πολύτιμες ἐκκλησιαστικὲς πηγές, διότι περιέχουν παραγγέλματα περὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας καὶ πληροφορίες περὶ τοῦ σχήματος τῆς ἐκκλησίας, τοῦ προσανατολισμοῦ αὐτῆς, τῆς θέσεως τῶν διαφόρων αὐτῆς μερῶν, τῶν προσαρτημάτων της, τῶν ἱερῶν ἐπίπλων, τοῦ τόπου στάσεως τῶν διαφόρων κατηγοριῶν πιστῶν, κλπ.9 Ἀπὸ τὰ παραγγέλματα τῆς «Διαθήκης τοῦ Κυρίου», ἔχουμε τὰ ἑξῆς στοιχεῖα, ὅπως μᾶς τὰ διασώζει ὁ Ὀρλάνδος:10 «Ἡ ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἔχῃ τρεῖς εἰσόδους. Τὸ διακονικὸν νὰ κεῖται δεξιᾷ τῆς δεξιᾶς εἰσόδου, νὰ ἔχῃ δὲ αἴθριον μετὰ περιστυλίου. Testamentum Domini Nostri Jesu Christi, Ignatius Ephraem II Rahmani, 1899. The Testament of our Lord, translated by J. Cooper, and A. J. MacLean, Edinburgh, 1902. 8 Παν. Ν. Τρεμπέλα, Αἱ Τρεῖς Λειτουργίαι – κατὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις κώδικας, ἐκδ. Σωτήρ, 1997, σ. 104 στὴν ὑποσημείωση. 9 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ τῆς Μεσογειακῆς Λεκάνης, Βιβλιοθήκη τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἀριθ. 36, ἔκδ. δευτέρα, Ἀθῆναι 1994, σ. 28. 10 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική …, ὅ.π., σσ. 28-29. 6 7 – 27 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἐντὸς τοῦ αἰθρίου πρέπει νὰ εἶναι τὸ βαπτιστήριον μὲ μίαν εἴσοδον καὶ τρεῖς ἐξόδους. Ἡ ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἔχῃ οἶκον [θέσιν]11 τῶν κατηχουμένων (χρησιμεύοντα καὶ ὡς οἶκον τῶν ἐξορκιζομένων) μὴ χωριζόμενον δὲ τοῦ κυρίως ναοῦ· διότι οἱ (κατηχούμενοι) εἰσερχόμενοι καὶ ἱστάμενοι ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ ἀκούωσι τὰ ἀναγνώσματα, τὰ πνευματικὰ ᾄσματα καὶ τοὺς ψαλμούς. Ὁ θρόνος (τοῦ ἐπισκόπου) ὀφείλει νὰ εἶναι πρὸς ἀνατολάς, βλ. Σύνθρονον εἰς Εἰκ. 4-2, ἔχων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ τὰς ἕδρας των πρεσβυτέρων, νὰ εἶναι δὲ κατὰ τρεῖς βαθμίδας ὑπερυψωμένος12, ἐπειδὴ ἐκεῖ πρέπει νὰ τοποθετηθῇ καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα. Ὁ καθαυτὸ οἶκος (ἐκκλησία) ὀφείλει νὰ ἔχῃ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ (τῆς μέσης) δύο στοάς [κλίτη] (μίαν) διὰ τοὺς ἄνδρας καὶ (ἑτέραν) διὰ τὰς γυναῖκας. Εἰκ. 4-1. Παλαιοχριστιανική τρίκλιτη Βασιλική στό Βουθρωτό (4ος – 6ος αἰ.).13 Τὸ Ἱερὸν Βῆμα ἐξ ὁλοκλήρου στὴν Κόγχη, καὶ τὰ κλίτη τοῦ Ναοῦ χωρίζονται ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν μὲ φαρδιὲς πεσσοστοιχίες. Πάντα τὰ μέρη του πρέπει νὰ φωτίζωνται, τόσον διὰ νὰ εἶναι εὐκρινὲς τὸ σχῆμα του, ὅσον καὶ χάριν τῶν ἀναγνωσμάτων. Τὰ ἐντὸς ἀγκυλῶν εἶναι ἡμέτερες ἐπεξηγήσεις. Ἐννοεῖται, τρεῖς βαθμίδες ὑπερυψωμένος μόνον ὁ θρόνος τοῦ ἐπισκόπου, ὄχι οἱ ἕδρες τῶν πρεβυστέρων. 13 Η Παλαιοχριστιανική Βασιλική στο Βουθρωτό, Orthodoxia News Agency, 29/6/2019. (16/11/2023). 11 12 – 28 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἡ Ἁγία Τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ καταπέτασμα (βῆλον) ἐκ καθαρᾶς βήσσου ἐπειδὴ εἶναι ἄσπιλος, διὰ βήλου δ’ ὡσαύτως πρέπει νὰ καλύπτεται τὸ βαπτιστήριον (ἡ κολυμβήθρα). Νὰ κτίζεται τόπος ἐν ᾧ ὁ ἱερεὺς καθήμενος μετὰ τοῦ πρωτοδιακόνου καὶ τῶν ἀναγνωστῶν νὰ ἐγγράφῃ τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἵτινες προσάγουν προσφοράς, ὁ δ’ ἀναγνώστης ἢ ὁ πρωτοδιάκονος νὰ μνημονεύουν αὐτούς, ἔπειτα δ’ οἱ ἱερεῖς καὶ ἡ ὁμήγυρις νὰ ἐπαναλαμβάνωσι τὰ ὀνόματά των δεόμενοι ὑπὲρ αὐτῶν. Ἡ θέσις τοῦ πρεσβυτέρου πρέπει νὰ εἶναι ἔσωθεν τοῦ βήλου παρὰ τὸν τόπον τῆς μνημονεύσεως. […] Ὁ τόπος τῆς ἀναγνώσεως14 [(ἄμβων)]15 ν’ ἀπέχῃ ὀλίγον τῆς ἁγίας Τραπέζης [νὰ εἶναι λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα].16 […]». Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν ἀρχαιότερη ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Ἱεροσολύμων πρὸς τοὺς Ἀρμενίους (335 μ.Χ.): «Ἡ ἁγία Τράπεζα βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα, ὅπου κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἡ Κολυμβήθρα εἶναι τοποθετημένη στὸν ἴδιο χώρο δεξιὰ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Καὶ οἱ Κληρικοὶ στὶς διάφορες τάξεις τους θὰ τελοῦν ἐκεῖ τὶς ἀκολουθίες τους, καὶ ὁ λαὸς θὰ βρίσκεται ἐκτὸς τοῦ [δευτέρου] Καταπετάσματος, καὶ οἱ Κατηχούμενοι στὶς [ἐξωτερικὲς] θύρες νὰ Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική …, ὅ.π., σ. 540: «Τὸ βῆμα τῶν ἀναγινωσκόντων». 15 Ἡ παρένθεσις «(ἄμβων)» προστέθηκε ἀπὸ τὸν Ὀρλάνδο. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση ἔχει: «let the place of the lection (or, of the reading) be a little outside the altar», The Testament of our Lord, …, ὅ.π., κεφ. 19, σ. 64. Βέβαια ὁ Ἄμβων μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ παλαιοχριστιανικὰ χρόνια, βλ. γιὰ παράδειγμα παρακάτω, Ὀκτάγωνο Φιλίππων, κεφ. 79. 16 Ἡ μετάφρασις ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ ἀνωτέρω, ἔχει ὡς «ὁ τόπος τῆς ἀναγνώσεως νὰ εἶναι λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα». Βλέπουμε ὅτι ἀλλάζει ἡ …Κάτοψις μὲ τὴν σωστὴ μετάφραση, καὶ ἂν ἐξηγηθεῖ μόνη ἡ παράγραφος αὐτὴ τοῦ Ὀρλάνδου, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸ ὅλον κείμενον θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανένα ἐμπόδιο μεταξὺ Ἁγίας Τραπέζης καὶ Ἄμβωνος. Ὅταν ὅμως λέει λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, σημαίνει ὅτι ἡ Ἁγία Τράπεζα ἦταν κάπου μέσα. Πού; Φυσικὰ μέσα ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα. Καὶ ἡ πρώτη δέ μετάφρασις τοῦ Συριακοῦ κειμένου στὰ Λατινικά ἔχει ὡς: “Locus legendi lectiones extra altare parum ab ipso distet”, Testamentum Domini Nostri Jesu Christi, ὅ.π., κεφ. 19, σ. 25. 14 – 29 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ἀκοῦνε. Γιὰ νὰ μὴν καταπατηθοῦν αὐτοὶ οἱ διαχωρισμοὶ (τῶν τάξεων), ἂς μένει ὁ καθένας στὴν δική του θέση ἄμεμπτος», βλ. κεφ. 28, σ. 202. Ἀργότερα θὰ δοῦμε πλήθος ἄλλων σχετικῶν ἀναφορῶν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, καὶ ἄλλες πηγές. Εἰκ. 4-2. Τὸ Σύνθρονον (6ος αἰ.) τῆς ἐκκλησίας Παναγία τῆς Χάριτος στὸ Γκράντο τῆς Ἰταλίας17, λιτόν18, καὶ ἀσκητικόν, καὶ ὑπερυψωμένο τὸ στασίδι19 τοῦ Ἐπισκόπου κατά τρεῖς βαθμίδες. Shawn Tribe, Basilica di Santa Maria delle Grazie, Grado, Italy (27/4/2012). 15/10/2023. Howard Crosby Butler, Early Churches in Syria – Fourth to Seventh Centuries, Princeton University, 1929, σ. 212: “In many of the churches of Southern Syria, notably in the West, North and Southwest Churches at Umm idj-Djimal, and in Saint George at Zorah, there is found a ledge of solid masonry, 50cm. high and 60cm. deep, extending all around the curve of the apse, which much have been a bench for the presbyters and deacons”, δηλ. σὲ πολλοὺς Ναοὺς τῆς νότιας Συρίας, «βρέθηκε προεξοχὴ ἀπὸ συμπαγῆ τοιχοποιῒα, 50 ἑκ. ὕψος καί 60 ἑκ. βάθος, ποὺ ἐκτείνεται γύρω ἀπὸ τὴν καμπύλη τῆς ἁψίδας, ἡ οποῖα (προεξοχή) ὑπῆρξε πάγκος/στασίδι γιὰ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς διακόνους». 19 Τὸν ὅρο «στασίδι» γιὰ τὴν «Ἐπισκοπικὸ θρόνο», τὸν ἀκούσαμε σὲ ὁμιλία τοῦ Πανιερ. Μητρ. Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου. 17 18 – 30 – 5 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Στοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους, ὁ διαχωρισμὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ τὶς γυναῖκες, (καὶ τῶν γυναικῶν ἀπὸ τοὺς ἄνδρες), ἀκόμη καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ παντρεμμένου ζεύγους, ἐτηρεῖτο αὐστηρά, συνήθεια ποὺ ἐκράτησε στὴν Ἑλλάδα μέχρι καὶ τὰ τέλη τοῦ 20ου αἰώνα, καὶ ἀκόμη κρατεῖ στὴν Ἑλλάδα, στὰ Μοναστήρια, καὶ σὲ μερικὲς Ἐνορίες μὲ παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς. 5.1 Ἰστορικὴ ἐπισκόπησις Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναὸν εἶναι Ἀποστολικὴ Παράδοσις, ποὺ κρατεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα, ἀλλὰ χλευάζεται ἀπό τινες κληρικούς καὶ λαϊκούς, στηρίζεται στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. εʹ 28), καὶ ἐπεξηγεῖ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ὅτι στὴν Ἐκκλησία στεκόμαστε χωριστά, «ἄνδρες μετὰ ἀνδρῶν, καὶ γυναῖκες μετὰ γυναικῶν· μὴ γένηται ἡ ὑπόθεσις τῆς σωτηρίας, πρόφασις ἀπωλείας», [PG 33, 356A, Προκατήχησις], βλ. §5.2. Αὐτὴ ἡ Παράδοσις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὑπῆρχε καὶ στοὺς Καθολικούς,20 καὶ στοὺς Ἀγγλικανούς,21 στοὺς Ἀμερικανούς (Προτεστάντες),22 καὶ σίγουρα ἀπὸ Ἀνατολή σὲ Δύση, καθότι Ἀποστολική Παράδοσις. Ἀκόμη καὶ στοὺς Καθολικούς, στό 1917 Codex Iuris Canonici (1917 Code of Canon Law), ὁ κανόνας 1262 §1, λέει: «Εἶναι ἐπιθυμητό, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαῖα Παράδοση, οἱ γυναῖκες νὰ διαχωρίζονται ἀπὸ τοὺς ἄνδρες στὴν Ἐκκλησία.» 21 Cogitosus’ Life of St Brigid the Virgin, “The church has many windows, and an ornamented door on the right side titrough which the priests and the faithful of male sex enter the building. There is another door on the left through which the virgins and the congregation of the female faithful are accustomed to enter”, Liam de Paor, Saint Patrick's world : the Christian culture of Ireland's apostolic age, University of Notre Dame Press, 1996 (1993), σ. 222. Δηλ. ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ θύρα στὰ δεξιὰ ἀπὸ ὅπου μπαίνουν οἱ Ἱερεῖς καὶ οἱ Πιστοί ἄνδρες, καὶ μία ἄλλη θύρα στὰ ἀριστερὰ ἀπὸ ὅπου μπαίνουν οἱ Παρθένες (=Μοναχές) καὶ οἱ Πιστὲς γυναῖκες (παράδοσις τοῦ 6ου-7ου αἰῶνος στοὺς Κέλτες). 22 Caroline Everard Athey Warner, Let All Things Be Done Decently and in Order: Gender Segregation in the Seating of Early American Churches, M.A. Thesis, William & Mary College, 2009. 20 – 31 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἴδαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο, ἀπὸ τὰ παραγγέλματα τῆς «Διαθήκης τοῦ Κυρίου», ὅπως μᾶς τὸ διασώζει ὁ Ὀρλάνδος:23 «Ὁ καθαυτὸ οἶκος (ἐκκλησία) ὀφείλει νὰ ἔχῃ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ (τῆς μέσης) δύο στοάς [κλίτη] (μίαν) διὰ τοὺς ἄνδρας καὶ (ἑτέραν) διὰ τὰς γυναῖκας». Ἀργότερα, στίς ἐνότητες §5.2 - §5.5 βλέπουμε τὴν Παράδοσιν ἀναλυτικὰ σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγ. Κύριλλο Ἱεροσολύμων, Ἅγ. Ἱππόλυτο, Ἅγ. Ἰωάννη Χρυσόστομο, Ἅγ. Αὐγουστῖνο. Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμιλεῖ καὶ περὶ ὁπτικοῦ διαχωρισμοῦ μέσῳ ξυλίνου τείχους, βλ. §5.4. Τὸ ξύλινο δέ τεῖχος διασώζεται ὡς τὶς ἡμέρες μας, ὅπως θὰ δοῦμε. Στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς, σ. 192, βλέπουμε, «οἱ λαϊκοὶ καθεζέσθωσαν μετὰ πάσης ἡσυχίας καὶ εὐταξίας· καὶ αἱ γυναῖκες κεχωρισμένως καὶ αὐταὶ καθεζέσθωσαν, σιωπὴν ἄγουσαι», [PG 1, 725-728]. «Στηκέτωσαν δὲ οἱ μὲν πυλωροὶ εἰς τὰς εἰσόδους τῶν ἀνδρῶν, φυλάσσοντες αὐτὰς, αἱ δὲ διάκονοι εἰς τὰς τῶν γυναικῶν», [PG 1, 732]. Δηλαδὴ οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες εἰσέρχονταν ἀπὸ ξεχωριστὲς εἰσόδους / θύρες στὴν ἐκκλησία, καὶ ἴσταντο σὲ ξεχωριστοὺς τόπους, στὰ κλίτη, δεξιὰ καὶ ἀριστερά ἀντίστοιχα. Τὶς θύρες τῶν ἀνδρῶν τὶς φύλασσαν οἱ (ἄνδρες λαϊκοί) πυλωροί, καὶ τῶν γυναικῶν οἱ διάκονοι.24 Βλ. τὸν Ἅγιο Δημήτριο Θεσ/νίκης μὲ δύο θύρες/εἰσόδους στὴν δυτικὴ πρόσοψη, Εἰκ. 5-13. Αὐτὸ ἐπίσης σημαίνει ὅτι ἀφοῦ ἔμπαιναν χωριστὰ στὴν ἐκκλησία, καὶ μέσα στὸν Ναό ἦσαν ἐντελῶς χωριστά, καὶ δὲν μετακινοῦνταν οἱ μὲν στὶς δέ καὶ τ’ ἀντίστροφο. Ἐπίσης στὶς ἡμέρες μας, συνήθως, ἡ πρόσβαση στὰ κλίτη τοῦ Ναοῦ γίνεται μέσω τοῦ κεντρικοῦ κλίτους. Δηλ. ἡ πρόσβαση γίνεται μέσω μιᾶς ἢ τριῶν εἰσόδων οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μόνον στὸ κεντρικὸν κλῖτος. Εἰσέρχονται οἱ πιστοὶ στὸ κεντρικὸν κλῖτος, καὶ μετὰ πηγαίνουν στὶς στοές, στὰ κλίτη, στὰ πλάγια. Στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς Ναοὺς ὅμως τὸ κάθε κλῖτος εἶχε καὶ δική του εἴσοδον, κυρίως ἀπὸ δυτικά, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ ἀπὸ τὰ πλάγια. Αὐτὸ φαίνεται εὔκολα ἀπὸ τὶς κατόψεις τους. Βλ. Εἰκ. 5-1. Αὐτὸ βοηθοῦσε τὸν διαχωρισμὸ τῶν Φύλων. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική …, ὅ.π., σσ. 28-29. Διαταγαὶ Ἀποστόλων, «Οἱ δὲ διάκονοι ἱστάσθωσαν εἰς τὰς τῶν ἀνδρῶν θύρας, καὶ οἱ ὑποδιάκονοι εἰς τὰς τῶν γυναικῶν», βλ. κεφ. 24. 23 24 – 32 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Εἰκ. 5-1. Ῥώμη, Βασιλική Ἁγ. Παύλου ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη (4ος αἰ.). Ξεχωριστὴ εἴσοδος γιὰ κάθε κλῖτος.25 Εἴπαμε, ὅτι ἀφοῦ ἔμπαιναν χωριστὰ στὴν ἐκκλησία οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες (καὶ οἱ κατηχούμενοι φυσικά, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀναλύουμε ἐδῶ), τότε καὶ μέσα στὸν Ναό δὲν μετακινοῦνταν οἱ μὲν στὶς δέ καὶ τ’ ἀντίστροφο. Αὐτὸ ἐπιβαλλόταν καὶ μέσῳ τῶν ἑξῆς· Κατὰ πρῶτον ἀπὸ τοὺς Διακόνους ποὺ περπατάγανε ἀνάμεσα στὸν λαόν, καὶ ἐποπτεύανε τὸν Ναόν· «Καὶ ἄλλοι διάκονοι περιπατείτωσαν, καὶ σκοπείτωσαν τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας, ὅπως μὴ θόρυβός τις γένηται, καὶ μή τις νεύσῃ, ἢ ψιθυρίσῃ, ἢ νυστάξῃ», [PG 1, 1089]. «Εἰ δέ τις εὑρεθῇ παρὰ τόπον καθεζόμενος, ἐπιπλησσέσθω ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὡς πρωρεύς», [PG 1, 732]. 25 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 215. – 33 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Κατὰ δεύτερον, ἀπὸ τοὺς στυλοβάτες, καὶ ἐν γένει τὴν ἀρχιτεκτονική τῶν ναῶν: «ὅταν ὁ στυλοβάτης (τῶν κιονοστοιχιῶν) ἀπέβαινεν ὑψηλότερος μιᾶς συνήθους βαθμίδος (0.20 – 0.30 μ.) τότε ἡ μεταξὺ τῶν κλιτῶν ἐπικοινωνία διεκόπτετο καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῶν κιονοστοιχιῶν, τελουμένη μόνον διὰ τῶν δύο ἀκραίων (Ἀν. καὶ Δυτ.) μετακιονίων ἑκάστης κιονοστοιχίας, τῶν ὁποίων ὁ στυλοβάτης καταργεῖτο. Ἡ τοιαύτη διάταξις παρατηρεῖται εἰς πολλὰς Βασιλικάς, ἰδίᾳ δὲ εἰς Βασιλικὰς τῶν παραλίων τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῶν παρ’ αὐτὴν νήσων, φαίνεται δ’ ὅτι ἐφηρμόσθη εἴτε εἰς ναοὺς ἐστερημένους ὑπερῴων26 – χάριν τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν φύλων, ὅστις αὐστηρῶς ἐτηρεῖτο ἐν Ἀνατολῇ, – εἴτε διότι τὸ μέσον κλῖτος προωρίζετο ἀποκλειστικῶς διὰ λειτουργικὰς ἀνάγκας». «Ἄλλως τε ἡ εἰρημένη ἀπομόνωσις δὲν ἐπετυγχάνετο μόνον διὰ τοῦ στυλοβάτου ἀλλὰ καὶ διὰ θωρακίων (μεταστυλίων), ἅτινα ἢ ἔφρασσον τὰ μετακιόνια ἐνσφηνούμενα εἰς εἰδικὰς ἐγκοπὰς τῶν βάσεων καὶ προσηλούμενα ἐπὶ τῶν κορμῶν τῶν κιόνων ἢ ἐτίθεντο ὄπισθεν αὐτῶν πρὸς τὸ πλάγιον κλῖτος καὶ ἐπὶ ἰδιαιτέρου παραλλήλου στυλοβάτου, ὡς ἐν Φιλίπποις».27, 28 Βλ. ἀργότερα, τὴν Παναγία Ἀθηνιώτισσα, ἤτοι τὸν Χριστιανικὸ Ναὸ τοῦ Παρθενώνα Ἀθηνῶν (5ος-6ος αἰ.),29 ὅπου παρατηροῦνταν θωράκια γύρω ἀπὸ τὸ κεντρικὸ κλῖτος (βλ. Εἰκ. 5-5, στοιχεῖα 21-23). Σίγουρα θὰ ὑπῆρχον καὶ διάφορα μετακιόνια (ἡμιδιαφανῆ) παραπετάσματα στὶς κιονοστοιχίες (καὶ πάνω ἀπὸ τὰ θωράκια), ἀλλὰ καὶ ξύλινα χωρίσματα ὅπως τὰ περιγράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βλ. §5.4. Ἐπίσης ὁ διαχωρισμὸς δὲν γινόταν μόνο μεταξὺ ἀνδρῶν-γυναικῶν, ἀλλὰ π.χ. μεταξὺ νέων καὶ ἡλικιωμένων, ἢ μεταξὺ χηρῶν, γυναικῶν, καὶ νεωτέρων γυναικῶν, ἢ λαϊκῶν καὶ μοναχῶν, [PG 1, 732-733]. Ὑπερῴον (στὴν Ἐκκλησία) = Γυναικωνίτης. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική …, ὅ.π., σσ. 264-265. 28 «Πεσσίσκοι, κιονίσκοι, θωράκια κ.λπ. ἀποτελοῦσαν, ἐπίσης μέρη καὶ ἄλλων κατασκευῶν, ὅπως τοῦ κιβωρίου, τοῦ ἄμβωνα, τῶν μετακιονίων διαφραγμάτων τῶν κλιτῶν, τῶν ὑπερώων τοῦ ναοῦ κ.ἄ.», Στουφῆ-Πουλημένου, Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος στὰ παλαιοχριστιανικὰ μνημεῖα τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1999, ἐκδ. Μπάστα, σ. 31. 29 byzantineathens.com (14/4/2024). 26 27 – 34 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Εἰκ. 5-2. Βασιλικὴ τοῦ Ὑψηλομετώπου Λέσβου· Κίονες σὲ ὑψωμένο στυλοβάτη, καὶ μετ’ ἐγκοπῶν κατὰ τὰς βάσεις.27 Εἰκ. 5-3. Βασιλική Βʹ Φιλίππων (μέσα 6ου αἰ.). Ὑψωμένοι στυλοβάτες τῶν κιονοστοιχιῶν.30 30 art-hellas.blogspot.com ( www ). (14/4/2024) – 35 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-4. Μονή Στουδίου (462). Κωνσταντινούπολις. Κιονοστοιχία μὲ ὑψωμένο στυλοβάτη.31 Εἰκ. 5-5. Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα (ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς τοῦ Παρθενώνα Ἀθηνῶν, 5ος-6ος αἰ.).29 31 vizantinaistorika.blogspot.com/ ( www ). (10/4/2024) – 36 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Ἡ ὡς ἄνω εἰρημένη ἀπομόνωσις, εἶναι ἡ αἰτία καὶ τῶν μονοκόμματων (συνεχόμενων) στασιδίων στὸ κεντρικὸν κλῖτος, ποὺ ἔφτασαν μέχρι τὴν ἐποχή μας. Βλ. Εἰκ. 6-1 (α), καὶ τὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, Εἰκ. 5-6. Οἱ παπποῦδες μας καὶ οἱ γιαγιάδες μας προλάβανε ἐν χρήσει τὰ ὁπτικὰ χωρίσματα ἀνδρῶν – γυναικῶν, ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἂς θυμηθοῦμε καὶ τὸν Παπαδιαμάντη,32 «Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.»33 Ἀκόμη καὶ σήμερα βλέπουμε ξύλινα χωρίσματα (καθεαυτά, ἢ καὶ μέσῳ τῶν στασιδίων, εἰκόνων, κτλ.) καὶ στὰ μοναστήρια, χωριζόντων τοὺς μοναχούς ἢ μοναχὲς ἢ τοὺς χορούς, ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, βλ. Εἰκ. 5-7. Εἰκ. 5-6. Συνεχόμενα Στασίδια στὶς κιονοστοιχίες τοῦ κεντρικοῦ κλίτους.34 Πατρ. Ναὸς Ἁγίου Γεωργίου. Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον.35 Βλ. ἐπίσης Εἰκ. 6-1 (α). Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά, Τὸ Ἄστυ, 24 Ἀπριλίου 1891. Καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπιβεβαιώθησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες (γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, σχεδὸν 2000 χρόνια μετά) ποὺ διεχώρισαν τὰ φύλα στὸν Ναόν. 34 Πρβλ. ὑποσ. 27, «ἡ μεταξὺ τῶν κλιτῶν ἐπικοινωνία διεκόπτετο καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῶν κιονοστοιχιῶν». 35 youtube, 2PpUFe9OP_k 32 33 – 37 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-7. Χωρίσματα-στασίδια σὲ Ἱερὰ Μονή, (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Εἰκ. 5-8. «Πρὸς γυναικωνίτη» (ὑπερῴον). Ξεχωριστὴ εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες στὸν Ναόν. Ἱερὸς Ναὸς Ὁσίου Ἀντωνίου Βεροίας (1904), (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). Καὶ τὸ ὑπερῴον στὶς Ἐκκλησίες (gallery), δηλ. ὁ ἐπάνω ἐσωτερικὸς ὄροφος περιμετρικὰ τοῦ κυρίως Ναοῦ, ὁ γυναικωνίτης, εἶναι μαρτυρία τοῦ Ἀποστολικοῦ διαχωρισμοῦ τῶν Φύλων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. – 38 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Σὲ μερικοὺς δέ Ναούς ἐχόντων ὑπερῴον / γυναικωνίτην, ἡ εἴσοδος σὲ αὐτόν γινόταν ἀπὸ ξεχωριστὴ θύρα, ἀκόμη καὶ στὶς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα.36 Καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), στὴν πρώτη Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, οἱ γυναῖκες ἦσαν στὸ ὑπερῷο (γυναικωνίτη)· «ἴδῃ ἄνω μὲν φορούσας ταῦτα ἐκείνας, κάτω δὲ Παῦλον ταῦτα λέγοντα», [PG 55, 507]. Μάλιστα ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, στὸν βίο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, λέει ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἔβαλε παραπετάσματα καὶ στὰ ὑπερῷα· «παραπετάσμασι ἐπιτρέψει τὰ ὑπερῷα διατειχίζεσθαι», [PG 114, 1113]. Καὶ στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἀναφέρει ὁ Παῦλος ὁ Σιλεντιάριος37, 38 ὅτι (στὴν ἐποχή του) οἱ γυναῖκες ἦσαν στὸ ὑπερῷο: «ἔνθα τε θηλυτέρων ὑπερώϊα καλὰ νοήσεις» [στίχ. 389], «Ἴσα δὲ τοῖς ὑπένερθε καὶ ὑψόθι πάντα νοήσει θηλυτέρην αἴθουσαν ἐς ἀμφοτέρας τις ἀνελθών· ἡ γὰρ ὑπερτέλλουσα πρὸς ἕσπερον οὐκέτι δοιαῖς ἴση ταῖς ἑτέρῃσιν, ὑπὲρ νάρθηκος ἰοῦσα» [στίχ. 586589]. Εἰκ. 5-9. Ἡ ἐντυπωσιακὴ κάτοψις στὸ ἐπίπεδο τῶν ὑπερῴων (gallery) στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Ἰουστινιανοῦ. 39 Ἔτσι εἶχαν καὶ περισσότερη ἀσφάλεια οἱ γυναῖκες, μακρυὰ ἀπὸ ἀδιάκριτα βλέμματα. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae – Paulus Silentiarius, Georgius Pisida et Sanctus Nicephorus Cpolitanus, ed. Bekker, Bonn 1837. 38 Ἑτέρα μετάφραση τοῦ Παύλου Σιλεντιάριου στὰ ἀγγλικά, Πανεπιστήμιο Κολούμπια. 39 Rowland J. Mainstone, Hagia Sophia – Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church, Thames & Hudson, New York, 1988, σ. 272. 36 37 – 39 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-10. Ἡ θέσις τῆς Βασίλισσας στὴν Ἁγία Σοφία, στὸν δυτικὸ γυναικωνίτη (φαίνεται ὁ δίσκος στὸ πάτωμα στὸ κέντρο, ὅπου ἡ θέσις της).40 Ἐπίσης καὶ ἡ Βασίλισσα, ἦταν στὸ ὑπερῷο (γυναικωνίτη), στὴν δυτικὴ πλευρά, πάνω ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ πύλη τῆς Ἁγίας Σοφίας. Γενικά, οἱ γυναῖκες ἦσαν καὶ στὴν ἀριστερὴ στοά (κλῖτος), ὅπως εἴδαμε προηγουμένως καὶ τὴν «Διαθήκη τοῦ Κυρίου»,23 ἰδιαίτερα φυσικὰ ἐὰν ὁ Ναὸς δὲν εἶχε ὑπερῷον. Ἂς θυμηθοῦμε καὶ τὸν Παπαδιαμάντη,41 «τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες μεθ’ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ’ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ’ ἕτος οἱ Ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ (κυρίως) Ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.» www.guidigo.com/Web/Hagia-Sophia-Guided-Tour-by-cultrex/ULuAkMJ85cs/Stop/15/ Loge-ofthe-Empress ( www ) (10/4/2024). 41 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά, Τὸ Ἄστυ, 24 Ἀπριλίου 1891. 40 – 40 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Στοὺς Κέλτες (Ἰρλανδούς, ἄρα σίγουρα καὶ στοὺς Ἄγγλους), ὑπάρχει ἡ μαρτυρία (6ος – 7ος αἰ.): «σὲ μιὰ μεγάλη Βασιλική, ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς λαοῦ, ταξινομημένος κατὰ [ἐκκλησιαστικὴν] τάξιν42 καὶ φύλο, χωρισμένων μεταξύ τους μὲ χωρίσματα,43 προσφέρει προσευχές μὲ κοινὸ πνεῦμα στὸν Παντοδύναμο Κύριο.»44 Καὶ στὴν Δύση γενικά, τόν 13ον αἰώνα (καὶ τὸν 7ον αἰ.), μαρτυρεῖται διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὴν ἐκκλησία ἀπὸ τόν Guillaume Durand (1230-1296), ποὺ ἀναφέρει καί τόν Bede (673-735), Βιβλίον 1ον, Κεφ. 1ον, §46: «οἱ ἄνδρες στέκουν στὸ νότιο τμῆμα (κλῖτος), καὶ οἱ γυναῖκες στὸ βόρειο ἢ βορειοανατολικό τμῆμα», καὶ ὁ λόγος εἶναι ὅτι «ἐὰν ἡ σάρκα ἑνὸς ἄνδρα καὶ μιᾶς γυναικὸς ἔρθουν κοντύτερα, τότε φλέγονται ἀπὸ ἐπιθυμία. Ἔτσι ὅταν πρέπει νὰ θρηνοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποφεύγουμε ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ εὐνοοῦν τὴν ἁμαρτία, καὶ τὶς σαρκικὲς ἡδονές».45 Σὲ παλαιοχριστιανικοὺς Ναούς, καὶ ὄχι μόνο, παρατηροῦνται δύο εἴσοδοι στὴν δυτικὴ πρόσοψη, ἀπουσίᾳ συνήθως κεντρικῆς εἰσόδου (καὶ ὅταν ὑπῆρχε κεντρική, σίγουρα ἦταν γιὰ εἰδικὲς περιστάσεις). Αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι (ὡς ἐλέχθη ἐνωρίτερον) τὸ κάθε κλῖτος εἶχε καὶ δική του εἴσοδον, κυρίως ἀπὸ δυτικά, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ ἀπὸ τὰ πλάγια, ὑπερτονίζει τὸν διαχωρισμὸ τῶν φύλων. Βλ. γιὰ παράδειγμα τὴν κολοσσιαῖα Βασιλική τοῦ Ἁγίου Λεωνίδη στὴν ἀρχαῖα Κόρινθο (λιμάνι Λεχαίου),46 τὸν Ἅγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, τὴν Βασιλικὴ τῆς Παναγίας τῆς Ἀθηνιώτισσας (5ος-6ος αἰ.) ἤτοι ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς τοῦ Παρθενώνα τῶν Ἀθηνῶν,29 τὴν Βασιλική τῆς Ἐπιδαύρου,47 Φθιώτιδες Θήβες (Ν. Ἀγχίαλος) Βασιλική Αʹ (Ἁγίου Δημητρίου),48 Φθιώτιδες Θήβες (Ν. Ἀγχίαλος) Βασιλική Ἀρχιερέως Πέτρου,49 Π.χ. Μοναχές, Χῆρες Γυναῖκες, Γυναῖκες. Ξύλινα χωρίσματα ἀναμέσον τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν στοὺς Κέλτες. Βλ. καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, §5.4. 44 Cogitosus’ Life of St Brigid the Virgin, “In one great basilica, a large number of people, arranged by rank and sex, in orderly division separated by partitions, offers prayers with a single spirit to the almighty Lord”, Liam de Paor, Saint Patrick's world : the Christian culture of Ireland's apostolic age, University of Notre Dame Press, 1996 (1993), σ. 222. 45 T. M. Thibodeau, The Rationale divinorum officiorum of William Durand of Mende, A new translation of the prologue and book one, Columbia University Press, 2010: Βιβλίον 1ον, Κεφ. 1ον, «On the Church Building and its parts», §46, σσ. 23-24. 46 Πρόκειται γιὰ τὴν μεγαλύτερη Βασιλικὴ στὴν λεκάνη τῆς Μεσογείου. www.korinthia.net.gr/2022/05/16/68388/ (10/4/2024). 47 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 245. 48 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 247. 49 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 248. 42 43 – 41 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Νικόπολη Βασιλική Βʹ,50 Βασιλικὴ Σικυῶνος,51 Βασιλικὴ Πανόρμου Κρήτης,52 Βασιλικὴ τοῦ Ἱλισσοῦ.53 Καὶ ὁ R. Taft ἀναφέρει ὅτι τόν 5ον αἰ. οἱ Βασιλικὲς στὴν Ἑλλάδα ἔχουν τὴν δυτική τους πρόσοψη κλειστὴ στὸ κέντρο, καὶ εἰσόδους μόνο στὰ πλάγια.54 Ὅμως ὑπάρχουν καὶ Καθολικές, Ἀγγλικανικές, καὶ Προτεσταντικὲς ἐκκλησίες μέχρι σήμερα ποὺ ἔχουν «δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη ἢ στὰ πλάγια», καὶ στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική. Βλ. Εἰκ. 5-15, κ.ἑ.. Στὸ Kildare τῆς Ἰρλανδίας, καὶ ἡ παλαιότερη ἐκκλησία τοῦ 523 μ.Χ. εἶχε μία θύρα-εἴσοδο σὲ κάθε πλευρά, μία γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἄνδρες, καὶ μία γιὰ τὶς μοναχὲς καὶ τὶς γυναῖκες ἀντίστοιχα.55 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 249. Γεώργιος Γ. Γούναρης, Εἰσαγωγὴ στὴν Παλαιοχριστιανικὴ Ἀρχαιολογία - Αʹ Ἀρχιτεκτονική, βʹ ἔκδοσις, Univesity Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 88. 52 Γεώργιος Γ. Γούναρης, Εἰσαγωγὴ στὴν Παλαιοχριστιανικὴ Ἀρχαιολογία… , ὅ.π., σ. 113. 53 Γεώργιος Γ. Γούναρης, Εἰσαγωγὴ στὴν Παλαιοχριστιανικὴ Ἀρχαιολογία… , ὅ.π., σ. 116. 54 “contemporary 5th century Greek basilicas that present a west facade closed in the center, with entrances only to the sides,” R. Taft, Christine Strube, Die westliche Eingangsseite der Kirchen … , OCP 42 (1976), p. 297. 55 Cogitosus’ Life of St Brigid the Virgin, “The church has many windows, and an ornamented door on the right side through which the priests and the faithful of male sex enter the building. There is another door on the left through which the virgins and the congregation of the female faithful are accustomed to enter”, Liam de Paor, Saint Patrick's world : the Christian culture of Ireland's apostolic age, University of Notre Dame Press, 1996 (1993), σ. 222. 50 51 – 42 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Εἰκ. 5-11. Κολοσσιαῖα Βασιλική τοῦ Ἁγίου Λεωνίδη (5ος αἰ.) στὴν ἀρχαῖα Κόρινθο (λιμάνι Λεχαίου).56, 57 (μῆκος ἁψίς/κόγχη – νάρθηξ = π. 114 μ., χορδή ἁψίδος/κόγχης – νάρθηξ = π. 106 μ.) Εἰκ. 5-12. Κολοσσιαῖα Βασιλική τοῦ Ἁγίου Λεωνίδη (5ος αἰ.) στὴν ἀρχαῖα Κόρινθο (λιμάνι Λεχαίου) .58 Νίκος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200-600), Ἀθήνα 1998, σ. 246. Δημ. Ἰ. Πάλλας, Ἀνασκαφαὶ Λεχαίου (1956-1960), Ἀρχαιολογικὸν Δελτίον (ΑΔ) 17: Μέρος Β: Χρονικά, 1961-62, σ. 70. 58 korinthostv.gr/αρχαίο-λιμάνι-λεχαίου-παλαιοχριστια/ (10/4/2024). 56 57 – 43 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-13. Ἅγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης (5ος αἰ.). Δυτικὴ πρόσοψις. Ἄνευ κεντρικῆς ἐξωτερικῆς θύρας/εἰσόδου. Μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες δεξιά, καὶ μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τὶς γυναῖκες ἀριστερά. (σήμερα δὲν τηρεῖται ὁ διαχωρισμός στὶς εἰσόδους). (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Εἰκ. 5-14. Ἅγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης, Δυτικὴ πρόσοψις κατὰ τὸν 5ον αἰ..59 Ἄνευ κεντρικῆς ἐξωτερικῆς θύρας/εἰσόδου. Μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τοὺς ἄνδρες δεξιά, καὶ μία ἐξωτερικὴ θύρα/εἴσοδος γιὰ τὶς γυναῖκες ἀριστερά. Ὁμοίως καὶ θύρες/εἴσοδοι στὰ πλάγια.60 Γ. Α. Σωτηρίου, καί Μ. Σωτηρίου, Ἡ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, Βιβλιοθήκη τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (ΒΑΕ), ἀριθ. 34, Ἀθῆναι 1952, σ. 76. 60 Γ. Α. Σωτηρίου, καί Μ. Σωτηρίου, Ἡ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ὁ.π., σ. 140. 59 – 44 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Εἰκ. 5-15. Kildare Cathedral (St Brigid's Cathedral), Kildare, Ἰρλανδία (1222 μ.Χ.). Ἄνευ εἰσόδου στὴν πρόσοψη, μὲ μία θύρα εἰσόδου σὲ κάθε πλευρά (γιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες ἀντίστοιχα), καὶ μία πίσω γιὰ τοὺς Ἱερεῖς. (Καὶ ἡ παλαιότερη ἐκκλησία τοῦ 523 μ.Χ. εἶχε παρομοίως τὶς θύρες.) Wikipedia, Kildare Cathedral Εἰκ. 5-16. St Canice's Cathedral (Kilkenny Cathedral), Kilkenny, Ἰρλανδία (13ος αἰ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St Canice’s Cathedral. – 45 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-17. St Joseph's Cathedral, Swansea, Οὐαλία (1888 μ.Χ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St Joseph's Cathedral, Swansea. Εἰκ. 5-18. St. Colman's Church, Claremorris, Ἰρλανδία (1904 μ.Χ.). Μὲ δύο εἰσόδους στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St. Colman's Church, Claremorris. – 46 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό Εἰκ. 5-19. Basilica di Santa Anastasia (1280 μ.Χ.), Βερόνα, Ἰταλία. Wikipedia, Basilica di Santa Anastasia. Εἰκ. 5-20. Basilique Notre-Dame d'Afrique, Ἀλγέρι, Ἀλγερία (1858 μ.Χ.). Μὲ δύο θύρες εἰσόδου στὴν πρόσοψη. Wikipedia, Notre-Dame d'Afrique. – 47 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 5-21. St. James Episcopal Church, Accomac, Βιρτζίνια, Η.Π.Α. (1838 μ.Χ.). Μὲ δύο θύρες εἰσόδου στὴν πρόσοψη. Wikipedia, St. James Church (Accomac, Virginia). – 48 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό 5.2 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων (313-387) «Εἰ καὶ κέκλεισται ἡ ἐκκλησία, καὶ πάντες ὑμεῖς ἔνδον, ἀλλὰ διεστάλθω τὰ πράγματα, ἄνδρες μετὰ ἀνδρῶν, καὶ γυναῖκες μετὰ γυναικῶν· μὴ γένηται ἡ ὑπόθεσις τῆς σωτηρίας, πρόφασις ἀπωλείας· κἂν ἡ ὑπόθεσις καλὴ, πλησίον ἀλλήλων καθέζεσθαι, ἀλλὰ μακρὰν ἔστω τὰ πάθη.», [PG 33, 356A, Προκατήχησις]. Δηλ. ἂν καὶ κλείνει ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅλοι εἴσαστε μέσα, ὅμως ὑπάρχει διαχωρισμὸς μεταξύ σας, οἱ ἄνδρες θὰ εἶναι ἐκεῖ ποὺ εἶναι οἱ ἄνδρες, καὶ οἱ γυναῖκες θὰ εἶναι ἐκεῖ ποὺ εἶναι οἱ γυναῖκες. Γιὰ νὰ μὴν γίνει ἡ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας (τῆς ψυχῆς σας), πρόφαση γιὰ ἀπώλεια (τῆς ψυχῆς σας). Ἂν καὶ ἡ ὑπόθεση φαίνεται καλὴ νὰ κάθεστε κοντά μεταξύ σας, ἐν τούτοις πρέπει νὰ σιγουρευτοῦμε ὅτι τὰ πάθη θὰ μείνουν μακρυά σας (στὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ). 5.3 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἱππόλυτο (Δʹ αἰ.) Κανών 18. ... Οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ εἶναι χωριστά σὲ ἕνα μέρος. ….61, 62 5.4 Ὁ ὁπτικὸς διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (+407) Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (+407), ὁμιλεῖ περὶ ξυλίνου τείχους ἐντὸς τῶν Ναῶν ποὺ χώριζε τοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες στὶς μέρες του: «τὸ τεῖχος τὸ διεῖργον ὑμᾶς τῶν γυναικῶν» [PG 58, 677], «ταῖς σανίσιν ὑμᾶς ταύταις διατειχίσαι», [PG 58, 677], The Canons of Hippolytus, ed. by Paul Bradshaw, translated by Carol Bebawi, Gorgias Press 2010. Περιέχει στὸν Πρόλογο σχόλια καὶ τὴν ἰστορία τοῦ κειμένου. 62 L. Duchesne, Christian worship: Its origin and evolution – A study of the Latin Liturgy up to the time of Charlemagne, 1904 (translated by M. L. McClure), σσ. 524-542. 61 – 49 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ ἄνδρες ποὺ ἔβλεπε μέσα στὴν Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὸ ὑφιστάμενο τεῖχος ποὺ ὑπῆρχε μεταξύ αὐτῶν καὶ τῶν γυναικῶν, ἐξακολουθοῦσαν, ὅσο μποροῦσαν καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία (εἴτε ἦσαν ψηλοί, εἴτε ἦταν διάτρητα τὰ τείχη, εἴτε ἦσαν σὲ κατάλληλη γωνία, κτλ.), νὰ περιεργάζονται τὶς γυναῖκες μέσα στὸν Ναὸ ἐν ὥρᾳ Ἀκολουθίας: «Ὁ ἐμβλέψας γυναικὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὑτοῦ. Καίτοι οὐ προῆλθεν εἰς ἔργον ἡ ἁμαρτία, ἀλλ’ ἐν διανοίᾳ τέως ἐστίν· ἀλλ’ οὐδὲ οὕτως ἀνέγκλητος δύναται μεῖναι ὁ διὰ τοῦτο περισκοπῶν κάλλη γυναικῶν, ἵνα ἀνάψῃ πορνείας ἐπιθυμίαν», [PG 51, 24], «Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; ἐν ἐκκλησίᾳ ἑστὼς, κάλλη γυναικῶν περιεργάζῃ, καὶ οὐ φρίττεις οὕτως ἐνυβρίζων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ; Πορνεῖόν σοι δοκεῖ εἶναι ἡ ἐκκλησία καὶ τῆς ἀγορᾶς ἀτιμοτέρα; ἐν ἀγορᾷ μὲν γὰρ δέδοικας καὶ αἰσχύνῃ φανῆναι γυναῖκα περιεργαζόμενος· ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, αὐτοῦ διαλεγομένου σοι καὶ ἀπειλοῦντος ὑπὲρ τούτων, τοιούτων κατατολμᾷς κατ' αὐτὸν τὸν καιρὸν, καθ' ὃν ἀκούεις μὴ ταῦτα ποιεῖν, καὶ οὐ φρίττεις οὐδὲ ἐξέστηκας, ἐργαστήριον παρανομίας τὴν καρδίαν ἀποτελῶν καὶ τοὺς ὀφθαλμούς;» [PG 63, 625]. Δηλ. Τί κάνεις ἄνθρωπε; Βρίσκεσαι στὴν Ἐκκλησία καὶ περιεργάζεσαι τὰ κάλλη τῶν γυναικῶν, καὶ δὲν φρίττεις, δὲ ντρέπεσαι ποὺ μὲ τὴν συμπεριφορά σου βρίζεις στὸν Ναό τοῦ Θεοῦ; Πορνεῖο νομίζεις εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἀτιμότερη ἀπὸ τὸ Καφενεῖο καὶ τὴν Ἀγορά; Στὴν Ἀγορά τρέμεις καὶ ντρέπεσαι μὴ σὲ δοῦν [οἱ ὑπόλοιποι ἄνδρες] νὰ περιεργάζεσαι γυναῖκα. Στόν Ναὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ Θεὸς σοῦ μιλᾶ [μέσῳ τῶν Γραφῶν, ἀλλὰ καὶ στὴν καρδιά] καὶ σὲ ἀπειλεῖ γιὰ αὐτὲς τὶς πράξεις, ἐσὺ ἀναιδῶς τολμᾶς νὰ κάνεις τέτοιες πράξεις, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκοῦς νὰ μὴν κάνεις αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ δὲν φρίττεις οὔτε ντρέπεσαι καθόλου, ποὺ κάνεις τὴν καρδιά σου καὶ τὰ μάτια σου ἐργαστήριο παρανομίας (ἀνηθικότητας); Καὶ ἀλλοῦ μὲ μεγαλυτέρα αὐστηρότητα καὶ περισσοτέρα ἀνάλυση: «Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; κάλλη γυναικῶν περιεργάζῃ, καὶ οὐ φρίττεις οὕτως ἐνυβρίζων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ; Πορνεῖον εἶναί σοι δοκεῖ ἡ ἐκκλησία, καὶ τῆς ἀγορᾶς ἀτιμοτέρα; Ἐν ἀγορᾷ μὲν γὰρ δέδοικας καὶ αἰσχύνῃ φανῆναι γυναῖκα περιεργαζόμενος· ἐν δὲ τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ διαλεγομένου σοι καὶ ἀπειλοῦντος ὑπὲρ τούτων, πορνεύεις καὶ μοιχεύεις κατ' αὐτὸν τὸν καιρὸν, καθ' ὃν ἀκούεις μὴ ταῦτα ποιεῖν· καὶ οὐ φρίττεις, οὐδὲ ἐξέστηκας; Ταῦτα ὑμᾶς τὰ θέατρα τῆς ἀσελγείας διδάσκει, ὁ λοιμὸς ὁ δυσκατάλυτος, τὰ δηλητήρια φάρμακα, αἱ χαλεπαὶ τῶν ἀναπεπτωκότων πάγαι, ἡ μεθ' ἡδονῆς τῶν ἀκολάστων ἀπώλεια. ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὁ προφήτης ἐγκαλῶν ἔλεγεν· Οὐκ εἰσὶν οἱ ὀφθαλμοί σου, οὐδὲ ἡ καρδία σου καλή. Βέλτιον τοὺς τοιούτους πηροὺς εἶναι· βέλτιον νοσεῖν, ἢ εἰς ταῦτα κατακεχρῆσθαι τοῖς ὀφθαλμοῖς. Ἐχρῆν μὲν οὖν ἔνδον ἔχειν τὸ τεῖχος τὸ διεῖργον ὑμᾶς τῶν γυναικῶν· ἐπειδὴ δὲ οὐ βούλεσθε, ἀναγκαῖον ἐνόμισαν εἶναι οἱ Πατέρες, κἂν ταῖς σανίσιν ὑμᾶς ταύταις διατειχίσαι· ὡς ἔγωγε ἀκούω τῶν πρεσβυ– 50 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό τέρων, ὅτι τὸ παλαιὸν οὐδὲ ταῦτα ἦν τὰ τειχία.63 Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἄρσεν, οὐδὲ θῆλυ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἀποστόλων δὲ ὁμοῦ καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἦσαν. Καὶ γὰρ οἱ ἄνδρες, ἄνδρες ἦσαν, καὶ αἱ γυναῖκες, γυναῖκες· νῦν δὲ πᾶν τοὐναντίον, αἱ μὲν γυναῖκες εἰς τὰ τῶν ἑταιρίδων ἑαυτὰς ἐξώθησαν ἤθη· οἱ δὲ ἄνδρες ἵππων μαινομένων οὐδὲν ἄμεινον διάκεινται», [PG 58, 677]. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὄχι μόνον ἀναφέρει τὸ ξύλινο τεῖχος,64 ἀλλὰ τὸ διατηρεῖ, καὶ τὸ ἐπικροτεῖ ὡς ἀναγκαῖον, καὶ δικαιολογεῖ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τοὺς πρὸ αὐτοῦ ποὺ τὸ ἔβαλαν. Ἐπίσης ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, στὸν βίο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, λέει ὅτι ἀπὸ πολλοὺς μαρτυρεῖται ὅτι ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔβαλε παραπετάσματα καὶ στὰ ὑπερῷα (=γυναικωνίτης)· «παραπετάσμασι ἐπιτρέψει τὰ ὑπερῷα διατειχίζεσθαι», [PG 114, 1113]. Παλαιότερον τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὑπῆρχεν ὁ ἐξ ἀποστάσεως διαχωρισμός τῶν Φύλων στὶς Ἐκκλησίες (ἦσαν στὰ κλίτη), «οἱ λαϊκοὶ καθεζέσθωσαν μετὰ πάσης ἡσυχίας καὶ εὐταξίας· καὶ αἱ γυναῖκες κεχωρισμένως καὶ αὐταὶ καθεζέσθωσαν, σιωπὴν ἄγουσαι», [PG 1, 725-728]. Ἐπίσης, ὑπῆρχαν οἱ Διάκονοι ποὺ περπατάγανε ἀνάμεσα στὸν λαόν, καὶ ἐποπτεύανε τὸν Ναόν· «Καὶ ἄλλοι διάκονοι περιπατείτωσαν, καὶ σκοπείτωσαν τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας, ὅπως μὴ θόρυβός τις γένηται, καὶ μή τις νεύσῃ, ἢ ψιθυρίσῃ, ἢ νυστάξῃ», [PG 1, 1089], «εἰ δέ τις εὑρεθῇ παρὰ τόπον καθεζόμενος, ἐπιπλησσέσθω ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὡς πρωρεύς», [PG 1, 732]. Ἀργότερα, ἐπειδὴ προφανῶς γίνονταν ὅτι ἀνέφερε ὁ Ἅγιος σὺν τοῖς ἄλλοις, ἔγινε αἰτία νὰ βάλουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀπτικὰ χωρίσματα ἀνάμεσα στοὺς ἄνδρες καὶ στὶς γυναῖκες, τὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν καὶ διατηροῦνται ἐνιαχοῦ μέχρι «σχεδὸν» πρὶν τὶς ἡμέρες μας. Στὶς ἡμέρες μας κυρίως, οὔτε ξύλινα τείχη ὑπάρχουν, οὔτε καταπετάσματα, ἀλλὰ στὶς περισσότερες ἐνορίες οὔτε κἂν οἱ ἀποστάσεις ποὺ ὑπῆρχαν οἱ μὲν στὸ ἕνα κλῖτος, αἱ δέ στὸ ἄλλο, ὅπως στὰ Ἐδὼ λέει ὁ Ἅγιος ὅτι εἶχε ἀκούσει τοὺς ἡλικιωμένους νὰ λένε ὅτι παλαιά, π.χ. 50 χρόνια πρὶν ἀπὸ αὐτόν, ἡ Ἐκκλησία [τῆς περιοχῆς τους], δὲν εἶχε τείχους νὰ χωρίζουν τοὺς ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Αὐτὸ ὅμως δὲν λέει ὅτι δὲν ἦσαν χωριστὰ στὶς Ἐκκλησίες οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες (ἀφοῦ εἴδαμε προηγουμένως ὅτι ἦσαν), ἀλλὰ λέει ὅτι δὲν ὑπῆρχε (σὲ ἐκείνη τὴν περιοχή) ξύλινο τεῖχος ἀνάμεσά τους. Μπορεῖ νὰ ὑπῆρχε π.χ. ἡμιδιάφανο στὰ κλίτη καταπέτασμα, ἢ θωράκια, ἢ νὰ χωρίζονταν λόγῳ τῆς ἀποστάσεως οἱ μέν στὸ δεξιὸ κλῖτος, αἱ δὲ στὸ ἀριστερό, κτλ., βλ. κεφ. 4. Ὁ Ἅγιος διατηρεῖ καὶ ἐπικροτεῖ τὸ ὁπτικὸ χώρισμα τῶν φύλων στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς πρὸ αὐτοῦ Ἁγίους Πατέρας, καὶ παρακάτω λέει ἕναν ἀπὸ τοὺς λόγους γιατὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες (πρὸ τοῦ Χρυσοστόμου) ἔβαλαν αὐτὰ τὰ ξύλινα τειχία. Πόσο μᾶλλον στὶς ἡμέρες μας. Καὶ δὲν ἦταν μόνον αὐτὸς ὁ λόγος. Ὁ κυριότερος λόγος ἦταν καὶ εἶναι ὅτι «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται» (Ματθ. καʹ 13). 64 Τὸ βλέπουμε καὶ στοὺς Κέλτες τόν 6ο – 7ο αἰ.: «καὶ ἄλλο ἕνα χώρισμα, ποὺ χωρίζει τὸ δάπεδο τῆς Ἐκκλησίας σὲ δύο ἴσα μέρη», Liam de Paor, Saint Patrick's world …, ὅ.π. σ. 222. Βλ. ἐπίσης, ὑποσ. 44. 63 – 51 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 παιδικά μας χρόνια, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες, καὶ οἱ γυναῖκες ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, οὔτε 10 ἑκατοστὰ ἀπόσταση μεταξύ των δὲν ἔχουν, καθήμενοι καὶ σὲ διπλανὰ καθίσματα, ἀκουμπῶντες ἐνίοτε καὶ τοὺς ὥμους τους ἢ τοὺς πῆχες τους, ἢ κάνοντες μετάνοιες ἔμπροσθέν των. Καὶ πῶς θὰ προσευχηθοῦν οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Χριστιανές, Πατέρες, σὲ ὅσους ἡ φωτιὰ εἶναι δίπλα τους; Ἕναν λογισμὸ θὰ τὸν φέρει ὁ ἀντικείμενος. Ὁ δοκῶν ἑστᾶναι βλεπέτω μὴ πέσῃ ἐν καιρῷ (πρβλ. Αʹ Κορ. ιʹ 12). Οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Χριστιανὲς ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθοῦν, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ στὴν ψυχή τους, νὰ ἀναπαυθεῖ ἐν Χριστῷ ἡ ψυχή τους. Τί ὑπερηφάνεια εἶναι αὐτή, νὰ ὑπάρχει στὸν Ναό, στὰ δεξιά, ταμπέλα «Θέσεις μόνο γιὰ Ἄνδρες», καὶ νὰ κάθονται γραῖες καὶ νεάνιδες στὰ δεξιὰ στοὺς ἄνδρες; Τί ὑπερηφάνεια εἶναι αὐτή, νὰ ὑπάρχει στὸν Ναό, στὰ ἀριστερὰ ταμπέλα «Θέσεις μόνο γιὰ Γυναῖκες», καὶ νὰ κάθονται νέοι (ἐνίοτε μὲ κομμένα παντελόνια) στὰ ἀριστερὰ ἀναμέσον τῶν γυναικῶν καὶ τῶν νεανίδων; Τοὐλάχιστον νὰ ὑπάρχει ὁ ἀρχαῖος μόνον διαχωρισμὸς στὰ κλίτη. Ἐὰν οἱ γυναῖκες δὲν χωροῦν ἀριστερά, νὰ ἀνεβαίνουν καὶ στὸν γυναικωνίτη. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει γυναικωνίτης, καὶ δὲν χωροῦν, ἂς στέκονται καὶ στὰ δεξιὰ σὲ προκαθορισμένο χῶρο (π.χ. μέσῳ τῆς διευθέτησης τῶν καθισμάτων), ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ὅπως τὸ τηρεῖ εὐλαβέστατος Ἱερεύς στὸν Ναόν του. Καὶ οἱ διάκονοι, ἂν εἶναι ἀνάγκη λόγῳ ἀνυπακοῆς, νὰ ἐπιβλέπουν τὸν διαχωρισμό: «διάκονοι περιπατείτωσαν, καὶ σκοπείτωσαν τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας, ὅπως μὴ θόρυβός τις γένηται, καὶ μή τις νεύσῃ, ἢ ψιθυρίσῃ, ἢ νυστάξῃ», [PG 1, 1089]. «μὴ γένηται ἡ ὑπόθεσις τῆς σωτηρίας, πρόφασις ἀπωλείας», [PG 33, 356A]. «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται» (Ματθ. καʹ 13). 5.5 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Αὐγουστῖνο (354-430) Καὶ στὴν Δύση, ὁ Ἅγ. Αὐγουστῖνος ὁμιλεῖ γιὰ τὸν διαχωρισμὸ τῶν Φύλων στὴν Ἐκκλησία: “[…] the masses flock to the churches and their chaste acts of worship, where a seemly separation of the sexes is observed. […].”65 “That the Christian Religion is Health-Giving,” Phillip Schaff, A Select Library of the Nicene and Post-Nicene Fathers of the Christian Church, Vol. II (1907), St. Augustin’s The City of God, Book II, Chap. 28, p. 41. 65 – 52 – Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Φύλων στὸν Ναό 5.6 Ὁ ἀσπασμὸς τῆς εἰρήνης Στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγὲς ὁρίζεται ὅτι: «Λεγέτω δὲ ὁ παρεστὼς τῷ Ἀρχιερεῖ Διάκονος τῷ λαῷ· Μή τις κατά τινος· μή τις ἐν ὑποκρίσει. Εἶτα καὶ ἀσπαζέσθωσαν ἀλλήλους οἱ ἄνδρες, καὶ ἀλλήλας αἱ γυναῖκες,66 τὸ ἐν Κυρίῳ φίλημα· ἀλλὰ μή τις δολίως, ὡς Ἰούδας τὸν Κύριον φιλήματι παρέδωκε. Καὶ μετὰ τοῦτο προσευχέσθω ὁ Διάκονος ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης, …».67 Στό Βιβλίον 4ον, Κεφ. 53ον, §9, ὁ Guillaume Durand ἀναφέρεται στὸν ἁσπασμὸ τῆς εἰρήνης στὴν Δύση τόν 13ον αἰώνα, καὶ λέει: «Ἄνδρες καὶ Γυναῖκες δὲν δίνουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὸ φιλὶ τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, μήπως γλιστρήσει κάποια ἀπρέπεια, ἐπειδὴ ἐμπαθεῖς ἀγκαλιὲς πρέπει νὰ ἀποφεύγονται, καὶ οἱ πράξεις πρέπει νὰ εἶναι ἁγνὲς καὶ πνευματικές. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ χωρίζονται οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες στὴν Ἐκκλησία».68 Σήμερα δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐν Κυρίῳ φίλημα, καὶ πολὺ σωστὰ τὸ σταμάτησε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ σοφίᾳ της. Στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς τὸ βλέπεις σὲ μερικὲς ἐνορίες, κατ’ ἐπίδρασιν τῶν Μονοφυσιτῶν (Οἰκουμενισμοῦ), ἄνδρες μὲ γυναῖκες, γυναῖκες μὲ ἄνδρες (ὅλα ἰσοπεδωμένα), καὶ εἶναι ὥρα περισπασμοῦ, γέλιων, χαριεντισμῶν, χαιρετισμῶν ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ ἐξ ἀποστάσεως, καὶ ἐνίοτε ἐμπαθῶν φιλιῶν καὶ χειραψιῶν… . Σήμερα ὁ καθεὶς ἂς ἐξετάζει τὴν καρδίαν του, καὶ νὰ βλέπει τί γίνεται μέσα του, καὶ νὰ τὸ διορθώνει μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν βοήθεια ἐμπείρου Πνευματικοῦ. Ἡ ἐγκάρδια μυστική προσευχή γιὰ τὸν πλησίον στὴν Ἐκκλησία, στὴν Θεία Λειτουργία, εἶναι ὁ καλύτερος ἀσπασμός. Αὐτὸ σαφῶς ὑποδηλώνει ὅτι οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες στέκονταν ξεχωριστά στὸν Ναό, καὶ ἐξηγεῖται νωρίτερα. 67 [PG 1, 736-737]. 68 Guillaume Durandus, Rationale Divinorum Officiorum, A modern translation of Book Four, Translated by Janet Gentles, Paschal Light, 2019: Βιβλίον 4ον, Κεφ. 53ον, §9, σ. 401. 66 – 53 – 6 Δὲν εἶναι Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅλα τά Φράγματα στά Παλαιοχριστιανικά Μνημεῖα τῆς Ἑλλάδος (Θυσιαστήριον-ΒῆμαΠρεσβυτέριον/Σολέας) Ὅπου ὑψωμένο δάπεδο, ἐκεῖ τὸ Βῆμα ἐξ ὁρισμοῦ. Ὅπου τὸ Ἱερὸν Βῆμα, ἐκεῖ ἡ Ἁγία Τράπεζα. Στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς Ναούς, ὁ ὁρισμὸς τοῦ Βήματος εἶναι τὸ ἀνατολικώτερο ὑπερυψωμένο δάπεδο στὸ κεντρικὸν κλίτος ἐπὶ τοῦ ὁποίου βρίσκεται ἡ Ἁγία Τράπεζα (Θυσιαστήριον), καὶ γιὰ αὐτὸ καλεῖται Ἱερὸ Βῆμα (βῆμα, ἐκ τοῦ βαίνω).69 Ἄρα ὅτι εἶναι χαμηλότερον τοῦ Βήματος, δὲν εἶναι Βῆμα (ἐξ ὁρισμοῦ). Τί εἶναι τότε; Παλαιὰ καλοῦνταν Πρεσβυτέριον. Σήμερα καλεῖται Σολέας.70 Τὸ Πρεσβυτέριον ὅμως δὲν ἦταν μόνον ὁ χῶρος τοῦ σημερινοῦ Σολέα. Τὸ Πρεσβυτέριον περιελάμβανε τὸ Ἱερὸν Βῆμα, καὶ τὸν χαμηλότερο αὐτοῦ χῶρον (Σολέα), ποὺ ἦταν γιὰ τὸν Κλήρο, μέχρι τὸν Ἄμβωνα (ἐὰν αὐτὸς ἦταν ἐντὸς τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα). Ἄρα, ὁ χῶρος τοῦ σημερινοῦ Σολέα, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἱερὸν Βῆμα, εἶναι ὑποσύνολα τοῦ Πρεσβυτερίου, δηλ. τὸ Πρεσβυτέριον ἐμπεριέχει τὸ Ἱερὸν Βῆμα πρὸς ἀνατολάς, καὶ τὸν σημερινὸ Σολέα πρὸς δυσμάς. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται εὐκόλως. Βῆμα, ἐκ τοῦ βαίνω. Σήμαινε τὴν βάση ἢ τὸ βάθρο, δηλ. ὑψωμένη τινά ὁριζοντίου ἐπιπέδου κατασκευῆ ἐφ’ ἧς ἔβαινον ἢ ἵσταντο οἱ ῥήτορες, οἱ δικασταί, οἱ βασιλεῖς, ἢ οἱ ὑποκριταί (ἐν τῷ θεάτρῳ). Βῆμα καθ’ ἡμᾶς εἶναι τὸ κατὰ μία ἢ περισσοτέρας βαθμίδας ὑψωμένον δάπεδον τοῦ Ἱεροῦ τῶν Χριστιανικῶν Ναῶν. Ἐπίσης Βῆμα καλεῖται καὶ ἡ Ἁψίδα (ἐπειδὴ παλαιὰ ἐκεῖ ἐδραζόταν ἡ Ἁγία Τράπεζα). Πρβλ. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου - Ἰωάννου Ν. Τραυλοῦ, Λεξικὸν Ἀρχαίων Ἀρχιτεκτονικῶν Ὄρων, ΒΑΕ 94, Ἀθῆναι 1986. 70 Ὁ Σολέας ἐν γένει, ὁρίζεται ὡς ὁ (περιφραζόμενος ἢ μή) χῶρος μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Σὲ λίγες περιπτώσεις εἶχε μορφὴ στενοῦ καὶ ἐπιμήκους διαδρόμου (Ἁγία Σοφία Κων/πολις, Ἁγία Σοφία Θεσ/νίκης, Βασιλικὴ τοῦ Λεχαίου) ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια μέχρι τὸν Ἄμβωνα, ἀλλὰ στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων εἶχε μορφὴ εὐρέος ὀρθογωνίου προθαλάμου (ὅπως καὶ σήμερα). Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶχε τὴν μορφὴ ἐπιμήκους διαδρόμου, τὸ ἐκτὸς αὐτοῦ μέρος (ἔνθεν κἀκεῖθεν), πάλιν προοριζόταν γιὰ τὸν Κλήρον (Πρεσβυτέριον). Τὸ Ἐκκλησίασμα ἦταν πίσω εἴτε ἀπὸ τὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, εἴτε πίσω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ Ἄμβωνα ἂν ὑπῆρχε (ἐξ οὗ καὶ ὀπισθάμβωνος Εὐχή – εὐχὴ πρὸς τὸν Λαόν). Ἀρχικὰ δὲ τὸ Ἐκκλησίασμα ἦταν στὰ κλίτη, ὅπως καὶ σήμερα (ἐλαφρῶς προεκτεταμένα πρὸς τὸ μέσον), οἱ ἄνδρες δεξιά, οἱ γυναῖκες ἀριστερά, σ. 27. 69 – 54 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» (α) (β) Εἰκ. 6-1. Ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος, χαμηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Ξυλόστεγος Βασιλική, Ἱ.Ν. Ἁγ. Βαρβάρας (Ἀχαρναῖ). Μετόχιον Ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ. Ὁ Σολέας ὑπερυψωμένος μία βαθμίδα, καὶ τὸ Ἱερὸν Βῆμα τρεῖς βαθμίδες ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν. Τὸ φράγμα τοῦ Σολέα ἔχει διάτρητα θωράκια, καὶ τοῦ Βήματος συμπαγῆ θωράκια. Οἱ Χοροὶ καὶ ὁ θρόνος τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι στὸ κεντρικὸν κλῖτος ἐντὸς τοῦ Σολέα (φωτογραφία ΠΔΠ, 2017). – 55 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τὸ δυτικὸν τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου, ὁ χῶρος δηλ. μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερὸν Βῆμα (σημερινός Σολέας) εἶναι ὁ χῶρος ὅπου στέκονται οἱ Πρεσβύτεροι παρόντος τοῦ Ἀρχιερέως (π.χ. στὸν Ὄρθρον), ἀλλὰ καὶ ὁ χῶρος ποὺ στέκονται οἱ Πρεσβύτεροι στὶς Ἀκολουθίες, στὶς εἰσόδους τοῦ Ἑσπερινοῦ, καὶ τῆς Λειτουργίας. Ἐκεῖ (στὸν Σολέα) εἶναι ὁ χῶρος ὅπου παίρνουν οἱ Κληρικοὶ «καιρόν» (ἤτοι χρόνον) προσευχῆς. Ἐκεῖ (στὸν Σολέα) εἶναι ὁ χῶρος ποῦ γίνεται ἡ Βάπτισις, ὁ Γάμος, ὁ Ἁγιασμός, ἡ Ἀρτοκλασία, ἡ Χειροτονία (ἀρχικὸ στάδιο τῆς ἀκολουθίας). Ἐκεῖ ἦταν ἀρχικά (ἀλλὰ καὶ πολλαχοῦ) καὶ ὁ Ἄμβων71. Ἐκεῖ εἶναι ὁ χῶρος ὁ ὁρισμένος γιὰ τοὺς Κληρικούς, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν κατωτέρων Κληρικῶν, ἤτοι τῶν Ψαλτῶν καὶ Ἀναγνωστῶν, τῶν Χορῶν. Ἐκεῖ ἦσαν παλαιὰ καὶ οἱ Ὑποδιάκονοι, καὶ οἱ Μοναχοί. Ἄρα τὸ δυτικὸν ἄκρον τοῦ Πρεσβυτερίου, τὸ Φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου72, ἤτοι τὸ δυτικὸν ἄκρον τοῦ σημερινοῦ Σολέα (ἰσοδύναμα στὶς ἡμέρες μας, τὸ Φράγμα τοῦ Σολέα), εἶναι τὸ ὅριον τοῦ χώρου τῶν Κληρικῶν ἀπὸ τὴν μία, καὶ τοῦ χώρου τοῦ Ἐκκλησιάσματος (τῶν Λαϊκῶν) ἀπὸ τὴν ἄλλη στὶς Ἐκκλησίες, ὅπως καὶ σήμερα.73 Ἐξαιρέσεις οἱ συμμετέχοντες στὰ Μυστήρια τοῦ Γάμου καὶ τῆς Βαπτίσεως, λαϊκοί, καὶ ὁρισμένοι ἄρχοντες (καὶ οἱ Αὐτοκράτορες παλαιά) ποὺ στέκονται στὸν Σολέα. Ὁ Ὀρλάνδος λέγει (γενικὰ) ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ Γʹ αἰ. ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐφωδιάσθη διὰ κιβωρίου, τὸ δὲ διὰ τὸν κλῆρον τμῆμα τοῦ Ναοῦ ἀπεχωρίσθη τοῦ ὑπολοίπου χώρου διὰ κιγκλίδων ἢ καταπετάσματος74. Τὸ δὲ «διὰ τὸν κλῆρον τμῆμα τοῦ Ναοῦ» ποὺ ἀναφέρει ὁ Ὀρλάνδος, δὲν εἶναι τόσον τὸ Ἱερὸν Βῆμα, ὅσο τὸ (δυτικὸν) Πρεσβυτέριον (τὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου, ἢ τοῦ Σολέα σήμερα). Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστολὴ (ποὺ εἴδαμε καὶ ἐνωρίτερον) τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Ἱεροσολύμων πρὸς τοὺς Ἀρμενίους (335 μ.Χ.): «Ἡ ἁγία Τράπεζα βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα, ὅπου κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἡ Κολυμβήθρα εἶναι τοποθετημένη στὸν ἴδιο χώρο δεξιὰ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Καὶ οἱ Κληρικοὶ στὶς διάφορες τάξεις τους θὰ τελοῦν ἐκεῖ τὶς ἀκολουθίες τους, καὶ ὁ λαὸς θὰ βρίσκεται ἐκτὸς τοῦ [δευτέρου] Καταπετάσματος, καὶ οἱ Κατηχούμενοι στὶς [ἐξωτερικὲς] θύρες νὰ ἀκοῦνε», βλ. Κεφ. 28, σ. 202. Βλ. τὴν «Διαθήκην τοῦ Κυρίου», σ. 27, καὶ τὸ Ὀκτάγωνον τῶν Φιλίππων, κεφ. 79. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική…, ὅ.π., σσ. 509-535. 73 Ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen) τῶν Δυτικῶν, βλ. κεφ. 8. 74 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική…, ὅ.π. σ. 21, μὲ ἀναφορὰ στό· Franz Wieland, Mensa und confession (Studies on the altar of the early Christian liturgy), 1906, σ. 46. 71 72 – 56 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Σύμφωνα μὲ τὴν «Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (σ. 27): «Ἡ Ἁγία Τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ καταπέτασμα (βῆλον) ἐκ καθαρᾶς βήσσου ἐπειδὴ εἶναι ἄσπιλος, διὰ βήλου δ’ ὡσαύτως πρέπει νὰ καλύπτεται τὸ βαπτιστήριον (ἡ κολυμβήθρα)», καί «Ἡ θέσις τοῦ πρεσβυτέρου πρέπει νὰ εἶναι ἔσωθεν τοῦ βήλου παρὰ τὸν τόπον τῆς μνημονεύσεως.» Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (370-444) λέγει ὅτι: «πρεσβυτέροις δέ φημι, πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος», κεφ. 41, σ. 221. Ἀκόμη καὶ στὴν Δύση, τόν 13ον αἰ., τηρεῖται ὁ διαχωρισμὸς μὲ Καταπετάσματα, καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια τηροῦνται οἱ διαχωρισμοί: 1. Ἁγία Τράπεζα – Ἱερὸ Βῆμα (μέσω τῶν παραπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου), 2. Ἱερὸ Βῆμα – Κλῆρος/Πρεσβυτέριον (σημερινὸς Σολέας), 3. Κλῆρος / Πρεσβυτέριον – Λαός. “Circa hoc autem notandum est, quod triplex genus veli suspenditur in Ecclesia, videlicet, quod sacra operit, quod sacrarium a clero dividit, et quod clerum a populo secernit”, βλ. κεφ. 72, σ. 278 (Rationale Divinorum Officiorum). «Στὴν Ἐκκλησία κρέμονται τρία Καταπετάσματα. Αὐτὸ ποὺ καλύπτει τὸ Θυσιαστήριον, αὐτὸ ποὺ χωρίζει τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸν Κλῆρο/Πρεσβυτέριον [δικό μας Τέμπλο], καὶ αὐτὸ ποὺ χωρίζει τὸν Κλῆρο/Πρεσβυτέριον [ὅπου βρίσκονται καὶ οἱ Ψάλτες] ἀπὸ τὸν Λαό (Rood Screen, Cathedral Screen, Chancel Screen)». Ὑπάρχει φράγμα μὲ Κίονες / Θωράκια καὶ μετακιόνια Παραπετάσματα, ὑπάρχει καὶ φράγμα μὲ Καταπέτασμα καὶ ταυτόχρονα ἕτερον φράγμα μὲ πεσσίσκους καὶ θωράκια (περισσότερα θὰ δοῦμε στὶς ἐπόμενες σχετικὲς ἐνότητες). Γιὰ νὰ ποῦμε ὅμως ὅτι κάποιο φράγμα εἶναι φράγμα τοῦ Βήματος, θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ φράγμα εἶναι ὅντως τὸ ὅριο τοῦ Βήματος, καὶ δὲν εἶναι τελικὰ τὸ ὅριο τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). – 57 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 7 Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Φράγματος τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, καὶ περὶ τοῦ Συνθρόνου Τὸ μέγα Καταπέτασμα εἶναι τὸ πρῶτο φράγμα τοῦ Βήματος. Τὸ ὑψηλὸ φράγμα μὲ κίονες ἢ τὸ χαμηλὸ φράγμα μὲ πεσσίσκους (ἢ ἕτερον καταπέτασμα), εἶναι στὰ παλαιοχριστιανικὰ χρόνια, φράγμα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου (σημερινοῦ Σολέα). Στὴν Δύση, παρατηρεῖται ὑψηλὸ φράγμα μὲ κίονες στὸ δυτικὸν Πρεσβυτέριον, καὶ ταυτόχρονα χαμηλὸν φράγμα μεταξὺ Βήματος καὶ δυτικοῦ Πρεσβυτερίου. Στὸν Διαφωτισμό, στὴν Δύση, ἀφοῦ γκρεμίσανε τὰ ὑψηλὰ φράγματα τοὺς ἀπέμειναν μόνον τὰ χαμηλά, καὶ μετὰ τὰ γκρεμίσανε κι αὐτά. 7.1 Περίληψη ἰστορικῶν στοιχείων Τὸ μέγα Καταπέτασμα ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Συρία ποὺ λένε μερικοὶ δυτικοὶ λειτουργιολόγοι. Φυσικὰ καὶ ἡ Συρία (ποὺ τότε ἦταν αἰῶνες ἐξελληνισμένη) πῆρε τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση (καὶ μάλιστα πρώτη, λόγῳ ἐγγύτητος), ὅπως καὶ ὅλη ἡ ἀρχαῖα Ἐκκλησία. Προκαλεῖ ἐντύπωση, ἡ προσπάθεια καὶ ἐπιμονὴ (ἀπὸ τὴν λειτουργιολογική βιβλιογραφία) προσδόσεως αὐστηροῦ ἐθνικοῦ καὶ τοπικοῦ χαρακτήρα στὶς Ἐκκλησίες τὴν πρωτοχριστιανικὴ περίοδο, τότε ποὺ ὄλη ἡ μεσογειακὴ λεκάνη εἶχε αἰῶνες ἐξελληνιστεῖ, καὶ ἀνῆκε στὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Τὸ Βῆμα τόν Δʹ αἰ., ἐν πολλοῖς, ἦταν στὴν ὑπερυψωμένη Ἁψίδα/Κόγχη, ὅπου εὑρισκόταν ἡ Ἁγία Τράπεζα. Ἐνίοτε τὸ ὑψωμένο δάπεδο τῆς Κόγχης, ἐπεκτεινόταν καὶ πρὸς δυσμάς, πέραν ἀπὸ τὴν Κόγχη,75 ὅπως καὶ σήμερα. Εὑρέθησαν παλαιοχριστιανικοὶ Ναοὶ μὲ ὑψωμένη Κόγχη, βλ. κεφ. 79. Τὸ φράγμα τοῦ Βήματος ἦταν ἀρχικὰ τὸ Καταπέτασμα στὴν Χορδὴ τῆς Κόγχης. Τὸ Καταπέτασμα ἀρχικὰ εἶχε ραμμένο μεγάλο Σταυρό. Αὐτὴ ἡ ἐπέκταση ἀπὸ τὴν χορδὴ τῆς Ἁψίδος, καλεῖται Βῆμα ἀπὸ μερικοὺς Ἀρχαιολόγους (H. C. Butler, Early Churches in Syria…, ὅ.π., σ. 213: “a sort of platform, - the bema.”). 75 – 58 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 7-1. Βασιλικὴ στὴν περιοχὴ Ἀσκληπιείου Δήλου. Τὸ ὑπερυψωμένο Βῆμα, βλ. κεφ. 79. Εἰκ. 7-2. Τὸ ἐπίπεδο δυτικὸν τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου (σημερινὸς Σολέας) καὶ τὸ Βῆμα (δεξιὰ) στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη τῆς Βασιλικῆς Δαφνουσίων Λοκρίδος, ἀπό νότου, βλ. κεφ. 79. – 59 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 7-3. Τὸ Βῆμα στὴν ὑψωμένη Κόγχη. Παλαιοχριστιανική Βασιλική στό Βουθρωτό (4ος – 6ος αἰ.).76 Εἰκ. 7-4. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη. Saint Gayane Ἐκκλησία (630), Ἀρμενία. Φαίνεται καὶ τὸ καταπέτασμα, ἐπὶ τῆς χορδῆς τῆς Κόγχης τοῦ Βήματος, βλ. 350. 76 Η Παλαιοχριστιανική Βασιλική στο Βουθρωτό, Orthodoxia News Agency, 29/6/2019. (16/11/2023). – 60 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 7-5. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη. Akhtala (10ος αἰ.), Ἀρμενία. Τὸ καταπέτασμα, ἐπὶ τῆς χορδῆς τῆς Κόγχης τοῦ Βήματος, βλ. 350. Εἰκ. 7-6. Τὸ Βῆμα στὴν ὑπερυψωμένη Κόγχη/Ἁψίδα. Burdj Hedar, Συρία.77 77 H. C. Butler, Early Churches in Syria…, ὅ.π., σ. 213. – 61 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 7-7. Ἅγιος Δημήτριος Θεσ/νίκης. Μετακιόνιο Βῆλο - Καταπέτασμα στὸ Τρίβηλο. (Παλαιὰ δὲν ὑπῆρχαν καρέκλες· βλ. παλαιότερες φωτογραφίες τοῦ ἐσωτερικοῦ). (φωτ. ΠΔΠ, 2024). Σὲ πολλοὺς Ναοὺς εὑρέθησαν θριαμβευτικὰ τόξα (ἁψίδες) στὸ κεντρικὸν κλῖτος, στὶς Κόγχες (ποὺ γιὰ αὐτὸ ὀνομάστηκαν οἱ Κόγχες, καὶ Ἁψίδες),78 καὶ τόξα ἐπίσης εὑρέθησαν στὸ ἐγκάρσιον κλίτος ἀνάμεσα στὰ κλίτη. Σίγουρα ἐκεῖ, ἀνάμεσα στοὺς Κίονες τῶν Ἁψίδων, ὑπῆρχαν ἀρχικὰ μεταλλικοὶ ῥάβδοι, καὶ κρεμάμενα Καταπετάσματα, βλ. Εἰκ. 7-7 - Εἰκ. 7-10, τὰ ὁποῖα ἀρχικὰ ἔφεραν μεγάλους Σταυρούς ραμμένους. Κατάλοιπα τῶν ἀρχαίων Καταπετασμάτων εἶναι τὰ Καταπετάσματα - Βῆλα στὰ Τέμπλα-Εἰκονοστάσια τῶν Ναῶν μέχρι τὶς ἡμέρες μας, βλ. Κεφ. 18. Ἐπίσης, στὴν Ἁγία Σοφία, βρεθήκανε καὶ φωτογραφηθήκανε πάνω ἀπὸ 300 κρίκοι γιὰ καταπετάσματα (curtain rings) στὴν ὀροφὴ τῶν διαδρόμων (aisles).79 Οἱ κρίκοι ἀνάγονται στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ. 78 79 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ, …, ὅ.π., σ. 207-208. Neil Moran, Ceiling Rings in the Aisles of the Hagia Sophia, Ostkirchliche Studien 66 (2017). – 62 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 7-8. Θεία Κοινωνία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Κλειστά (ἁπλωμένα) Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.80 Εἰκ. 7-9. Ἁγία Σοφία, ἔνθετη μαρμάρινη πλάκα πάνω ἀπὸ τὴν Βασιλικὴ Πύλη. Φαίνεται καὶ ἡ ῥάβδος ἀπὸ κίονα σὲ κίονα, καὶ οἱ κρίκοι ἀπὸ ὅπου κρεμόταν τὸ Καταπέτασμα.81 Ἱερεμ. Φούντα (πρ. Μητροπ. Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως), Ἡ Θεία Λειτουργία (σύντομα κηρύγματα), Δημητσάνα-Μεγαλόπολις, 2014, σ. 185. 81 www.guidigo.com/Web/Hagia-Sophia-Guided-Tour-by-cultrex/ULuAkMJ85cs/Stop/5/ InnerNarthex-and-the-Imperial-Gate ( www ). (5/4/2024). 80 – 63 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 7-10. Ἁγία Σοφία, Μετακιόνιοι ῥάβδοι στὸν κυρίως Ναό, καὶ στὰ Ὑπερῴα (Γυναικωνίτης). Σίγουρα ὑπῆρχαν μετακιόνια (ἡμιδιάφανα στὰ κλίτη) καταπετάσματα.82, 83 Βλ. ἐπίσης, Κεφ. 5, Κεφ. 92. Εἰκ. 7-11. Ἅγιος Δημήτριος Θεσ/νίκης πρὸ τῆς πυρκαγιᾶς.84 Μετακιόνιοι ράβδοι. Στὴν ἀρχαῖα Ἁγία Σοφία (πρὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ), ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔβαλε παραπετάσματα· «παραπετάσμασι ἐπιτρέψει τὰ ὑπερῷα διατειχίζεσθαι», [PG 114, 1113]. Βλ. κεφ. 5. 83 www.guidigo.com/Web/Hagia-Sophia-Guided-Tour-by-cultrex/ULuAkMJ85cs/Stop/8/ Marbledecoration-of-the-column-heads ( www ). (5/4/2024). 84 Frédéric Boissonnas, Salonique, la ville des belles églises, Genève, 1919, pl. 28. 82 – 64 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἂς σημειωθεῖ ὅτι οἱ Ἀρμένιοι (κεφ. 104) ἔχουν ἀκόμη μέγα Καταπέτασμα,85 καὶ σίγουρα αὐτὸ εἶναι τῆς ἀρχαῖας Ἐκκλησίας, καὶ γνωρίζουμε ὅτι τὴν παράδοσιν τὴν πήρανε (ὅπως καὶ ὅλη ἡ ἀρχαῖα Ἐκκλησία φυσικά) ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ τοὺς Ἀποστόλους, βλ. κεφ. 28, κ.ἑ.. Φαίνεται ὅτι κι αὐτοὶ εἶχαν κιβώριον (καὶ μᾶλλον παλαιότερα καὶ παράλληλο φράγμα), βλ. κεφ. 90, καὶ ἐπίσης ὁ Φουντούλης (§19.6) ἀναφέρεται σὲ κιβώριον στοὺς Ἀρμένιους. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, μὲ τὴν φώτισιν τῶν Ἁγίων Πατέρων, «μονιμοποιήσαμε» καὶ «ἀσφαλίσαμε» τὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος σταδιακά, ἤδη ἀπὸ τόν 4ον αἰ. ἢ καὶ ἐνωρίτερον, μὲ τὸ ὑψηλὸ φράγμα καὶ τὰ μετακιόνια Παραπετάσματα, καὶ μὲ τὸ Κιβώριον καὶ τὰ παραπετάσματά του (εἶναι καὶ πιθανότατη ἡ παράλληλη ἀκόμη ὕπαρξη τοῦ καταπετάσματος γιὰ κάποιο διάστημα), ὅπου μετὰ τὸν ἀρχικὸ Σταυρό, ἐξιστορήσαμε (κεντημένες) εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν Ἁγίων, στὰ Παραπετάσματα, πολὺ πρὸ τῆς Εἰκονομαχίας. Ἡ μονιμοποίησις τοῦ Καταπετάσματος ἔγινε διότι οἱ Αἱρετικοὶ ξεσποῦσαν μὲ μανία καὶ σὲ αὐτὸ (καὶ σὲ ὅλο τὸ Ἱερὸ Βῆμα) καὶ σχίζανε, καίγανε, καταστρέφανε τὰ Καταπετάσματα-Βῆλα μαζὶ μὲ ὅτι ἄλλο τοὺς πρότεινε ἡ μανία τους (Ἀρειανοί, Εἰκονοκλάστες, Ἀμβωνοκλάστες τῆς Δύσεως, κ.ἄ.), καὶ ἐπίσης ἔγινε γιὰ νὰ βοηθηθεῖ ὁ Λαὸς στὴν Προσευχήν του ἐν ταῖς Ἀκολουθίαις, ἀλλὰ καὶ γιὰ λόγους χρηστικούς. Βλ. κεφ. 7.3. Καὶ στὴν ἐποχή μας καὶ λίγο παλαιότερα ἡ βόρεια καὶ νότια πύλη τοῦ Ἱεροῦ εἶχαν Καταπετάσματα ἀντὶ γιὰ θύρες, βλ. κεφ. 18, σ. 146. Αὐτὰ τὰ Καταπετάσματα εἶναι ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολικὴ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος τῆς Ἐκκλησίας (καὶ ἀπεικονίζονται ἀπὸ τοὺς ἁγιογράφους μακρὰ καὶ σὲ ὁλόκληρες πλευρὲς τοῦ Ναοῦ, στὸ κάτω μέρος). Φυσικὰ ἡ Ὡραία Πύλη μέχρι τὶς ἡμέρες μας ἔχει Καταπέτασμα (Παραπέτασμα, Βῆλον), καὶ πρέπει νὰ ἔχει, καὶ ἂς ἀκόμη ἔχει ὁ Ναὸς ὑψηλά, μέχρι τὸ ἐπιστήλιο, Ἀμφίθυρα. Τὴν σήμερον, τὸ Βῆμα εἶναι ὁ χῶρος πίσω (ἀνατολικά) ἀπὸ τὸ Εἰκονοστάσιον (Τέμπλον), ὅπως καὶ παλαιά, «πρεσβυτέροις δέ φημι, πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος», Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, βλ. κεφ. 41. Ἁπλῶς τὸ Εἰκονοστάσιον εἶναι τὸ παλαιὸ μέγα Καταπέτασμα ἢ ἀργότερα τὸ ὑψηλὸ φράγμα μὲ τὰ μετακιόνια Παραπετάσματα, τὰ ὁποῖα παραπετάσματα εἶχαν κεντημένες ἁγιογραφίες. Στὶς φωτογραφίες δὲν ἔχουμε δεῖ χαμηλὸ φράγμα δυτικὰ τῆς Κόγχης, ἀλλὰ εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἁγιογραφία σὲ Ἀρμένικο ναὸ ποὺ δείχνει ψηλὰ στὴν Κόγχη, Κιβώριον, καὶ χαμηλὸ φράγμα, βλ. κεφ. 90. Δείχνει αὐτὸ κάτι γιὰ τὴν ἀρμένικη ἰστορία τοῦ Καταπετάσματος; 85 – 65 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Στὰ παλαιοχριστιανικὰ χρόνια, καὶ ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση εἶχαν ὑψηλὸ φράγμα μὲ μετακιόνια παραπετάσματα στὸ ὅριον μεταξὺ (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου καὶ κυρίως Ναοῦ. Στὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρχε ἐνιαχοῦ καὶ χαμηλὸ φράγμα στὸ ὅριο μεταξὺ (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου καὶ κυρίως Ναοῦ (ἐνῷ στὴν Δύση ἦταν μεταξὺ Τράπεζας/Βήματος καὶ (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου, ἀλλὰ συνάμα ὑπῆρχε μέγα Καταπέτασμα, καὶ Κιβώριον μετὰ παραπετασμάτων ποὺ ἔκλεινε τὴν θέα τῆς Ἁγίας Τράπεζας στὴν Ἀναφορά. Στὴν Δύση, τὸ ὑψηλὸ φράγμα ἔμεινε ἐκεῖ (μέχρι ποὺ γκρεμίσανε τὰ περισσότερα, ἐκτὸς ὅσων «γλυτώσανε») βλ. κεφ. 7.3, 8, ἐνῷ στὴν Ἀνατολή, εἴτε τὸ ὑπάρχον ὑψηλὸ φράγμα «μεταφέρθηκε» ἀπὸ τὸ ὅριο (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου – κυρίως Ναοῦ, ἀνατολικώτερα, στὸ ὅριον Βήματος – (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου (Σολέα), εἴτε τὸ ὑπάρχον μέγα Καταπέτασμα «μονιμοποιήθηκε», ὡς ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος. Τὸ Σύνθρονον ἦταν ἁπλῶς ἕνας λιτὸς θρόνος στὸ κέντρον ὑψωμένο κατὰ τρεῖς βαθμίδες γιὰ τὸν Ἐπίσκοπο, καὶ ἕνα μεγάλο βάθρο στὴν περιφέρεια τῆς Κόγχης (ἔνθεν κἀκεῖθεν) γιὰ τοὺς Πρεσβυτέρους, στὸ ἴδιο ὕψος μὲ τὴν Κόγχην, βλ. π.χ. Εἰκ. 4-2, Εἰκ. 7-12, καί Κεφ. 30. Εἰκ. 7-12. Τό Σύνθρονον (6ος αἰ.) στὸν Ἅγιο Βιτάλιο, Ῥαβέννα, Ἰταλία.86 Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 4-2. 86 Wikipedia (Slovakia), Bazilika San Vitale. (21/11/2023). – 66 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Γιατὶ τὸ Σύνθρονον ἦταν στὴν Ἀνατολή, στὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια; Ἁπλούστατα, διότι δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι πουθενά ἀλλοῦ. Ἡ Κόγχη ἦταν ὑπερυψωμένη, καὶ τὸ Βῆμα ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου στὴν Κόγχη. Στὰ δυτικά τοῦ Βήματος (φράγμα τοῦ Βήματος), δὲν ὑπῆρχε τοῖχος γιὰ νὰ σταθοῦν (μὲ ἀσφάλεια) καθίσματα, ἀλλὰ ὑπῆρχε μόνο ὑφασμάτινο Καταπέτασμα. Σήμερα βέβαια, ἀπὸ μόδα, καὶ γιατὶ νὰ ἔχει αὐτὸς ὁ Ναός ἢ ἡ Μητρόπολη, καὶ ὄχι ἐμεῖς, καὶ γιὰ τὸ θεαθῆναι (καὶ γιὰ νὰ βγάζουμε φωτογραφίες, γιὰ τὰ εἰδησεογραφικὰ πρακτορεῖα, μὲ τὸ Σύνθρονον ἐν ὥρᾳ Ἀκολουθίας, τὸ ὁποῖον φυσικὰ δὲν ἐπιτρέπεται),87 τοποθετοῦν ἐκ νέου Θρόνο καὶ Συμψέλλια (Σύνθρονον) στὸ Ἱερὸν Βῆμα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀκυρώσει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἰστορία της, μὴ χτίζοντας τέτοια σύνθρονα στοὺς νέους ναούς. Πῶς θὰ προσευχηθεῖς ὅταν καλεῖς φωτογράφους νὰ σὲ βγάλουν φωτογραφίες; Πῶς θὰ προσευχηθεῖς ὅταν ἐσένα σὲ κοιτάζουν, καὶ ἐσὺ περιεργάζεσαι; Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο, καὶ τὸν λόγον τῆς πρὸς ἀνατολᾶς Προσευχῆς, ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε τοὺς Ἱερεῖς νὰ κάθονται πίσω ἀπὸ (καὶ μὲ τὴν πλάτην εἰς) τὸ Τέμπλο-Εἰκονοστάσιον (καὶ ὅταν ξεκουραζόμαστε καθήμενοι, πρέπει νὰ προσευχόμαστε, ἰδιαίτερα στὴν Ἐκκλησία κατὰ τὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε), καὶ ὄχι κατέναντι τοῦ λαοῦ. Τὸ ὑποκάτω τοῦ Βήματος πεφραγμένον μέρος, εὑρισκόμενο χαμηλότερα σὲ ὕψος, δὲν εἶναι Βῆμα, εἶναι τὸ δυτικὸν μέρος/τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου88, καὶ τὸ ὁρίζουμε ὡς Σολέα, ἔστω καὶ ἂν ὁ ὅρος Σολέας ἐμφανίστηκε ἀργότερα ἐνιαχοῦ. Ὁ Σολέας ἐν γένει, ὁρίζεται ὡς ὁ χῶρος μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Σὲ λίγες περιπτώσεις «ὁριζόταν» ὡς μορφὴ στενοῦ ἐπιμήκους περιφραζομένου διαδρόμου (Ἁγία Σοφία Κων/πολις, Ἁγία Σοφία Θεσ/νίκης, Βασιλικὴ τοῦ Λεχαίου) ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια στὸν Ἄμβωνα, ἀλλὰ στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων ὁριζόταν ὡς μορφὴ εὐρέος ὀρθογωνίου περιφραζομένου χώρου,89 ὅπως καὶ σήμερα. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶχε τὴν μορφὴ ἐπιμήκους διαδρόμου, τὸ ἐκτὸς αὐτοῦ μέρος (ἔνθεν κἀκεῖθεν), πάλιν προοριζόταν γιὰ τὸν Κλῆρον. Βλ. κεφ. 18, και ὑποσ. 308. Στὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια τὸ δάπεδό του, ἦταν στὸ ἴδιο ὕψος μὲ τὸν κυρίως Ναόν, βλ. Βασιλικὴ Δαφνουσίων Λοκρίδος, κεφ. 79. 89 Στουφῆ-Πουλημένου, Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος… , ὅ.π., σσ. 28, 65. 87 88 – 67 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Οἱ Λαϊκοὶ ἦσαν κυρίως στὰ κλίτη, ὅπως καὶ σήμερα, οἱ ἄνδρες δεξιά, οἱ γυναῖκες ἀριστερά. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὑπερῴον στὴν Ἐκκλησία (στὶς μεγάλες Βασιλικές), οἱ γυναῖκες ἦσαν στὸ ὑπερῴον, τὸ καλούμενον καὶ γυναικωνίτης, βλ. κεφ. 5, σ. 31. Ἀργότερα, ὄχι σὲ ὅλους, ἀλλὰ στοὺς μεγαλύτερους Ναοὺς ἐμφανίστηκε τὸ πολύβαθμο ἀμφιθεατρικὸν Σύνθρονον, ὁπότε ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐκτοπίστηκε ἀπὸ τὴν ὑψωμένη Ἁψίδα/ Κόγχη90, κάτω στὸ δυτικὸν τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου, Σολέα (καὶ ἀντὶ τοῦ Καταπετάσματος τῆς Χορδῆς, καλύφθηκε τώρα μὲ τὸ Ἱερὸν Κιβώριον καὶ τὰ παραπετάσματα αὐτοῦ· σημείωσε ὅτι εἶναι εὐρύχωρον τὸ ἀρχαῖον Κιβώριον γιὰ νὰ χωρεῖ τὸν Ἱερέα ἐντός), καὶ ὑψώθηκε τὸ δάπεδον τοῦ δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέως) ἢ/καί ἡ κρηπίδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης μὲ τὸ Κιβώριον. Τὸ Σύνθρονον κατέλαβε πλέον ὅλην τὴν (ἄδειαν) Κόγχην, καὶ γιὰ αὐτὸν τὸν λόγον ἐκτοπίστηκε ἡ Ἁγία Τράπεζα στὸ δυτικὸ Πρεσβυτέριον (Σολέα). Λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς (ποὺ οὐσιαστικὰ ἐπέκτεινε/μετέφερε τὸ Βῆμα δυτικώτερα), ἀργὰ ἢ γρήγορα, ἐπῆλθαν οἱ ἑξῆς ἀλλαγές: ὑψώθηκε, ὅπου δὲν ἦταν ἤδη ὑψηλό, τὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, δημιουργήθηκε νέος κεντρικὸς Ἄμβων, καὶ ὁ Σολέας προεκτάθηκε μέχρι τὸν κεντρικὸν Ἄμβωνα. Σὲ μερικὲς παλαιοχριστιανικὲς ἐκκλησίες μὲ χαμηλὸ φράγμα Πρεσβυτερίου / Σολέα, λόγῳ τοῦ Κιβωρίου τῆς Τραπέζης καὶ τῶν παραπετασμάτων, ποὺ ἦταν στὴν οὐσία φράγμα τοῦ Βήματος, ἢ καὶ λόγῳ κατασκευῆς, τὸ χαμηλὸ φράγμα τοῦ Σολέα ἄργησε νὰ ὑψωθεῖ (ἐνῷ εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπῆρχε καὶ Καταπέτασμα κατὰ μῆκος τῶν χαμηλῶν φραγμάτων τοῦ Σολέα (ἢ καὶ ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν τοῦ χαμηλοῦ φράγματος), ἀνάμεσα στοὺς παράλληλους κίονες τῶν κιονοστοιχιῶν).91 Σὲ ἄλλες παλαιοχριστιανικὲς ἐκκλησίες τὸ φράγμα ἦταν ἐξ ἀρχῆς ὑψηλόν, ἀπὸ τὸν Δʹ κιόλας αἰώνα, βλ. κεφ. 79. Γιατί ὅμως τὸ Σύνθρονον κατέλαβε ὅλην τὴν Κόγχην, καὶ γιατὶ ὑπερυψώθηκε (ἔγινε πολύβαθμο, ἕως καὶ δέκα βαθμίδες) καὶ ἔγινε ἀμφιθεατρικό; Μερικοὶ λένε, ὅτι ὑπερυψώθηκε ὥστε οἱ καθήμενοι κληρικοί νὰ βλέπουν ἄνετα πρὸς τὸν κυρίως Ναόν, καὶ ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ...ἐπισκοπεῖ (βλ. κεφ. 15, καὶ τὴν ὑποσ. 255). Ἀλοίμονο ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ λόγος! Οἱ ἐν λόγῳ κληρικοὶ θὰ ἔπιπτον ἀπὸ πτῶσιν εἰς πτῶσιν, ἂν ἤθελαν νὰ (τοὺς) βλέπουν. Βλέπε παρακάτω τόν Ναὸν τοῦ Ἁγ. Νικολάου, Εἰκ. 7-13. Δηλ. οἱ Ἀργότερα δέ, ἕως καὶ σήμερα, ξανὰ ἐπέστρεψε στὴν Κόγχη ἢ ἐπὶ τὴν χορδὴν τῆς Κόγχης! βλ. Μηνολόγιον Βασιλείου Βʹ, ὅπου στὸν παρεκκλήσι τοῦ Ἀπ. Πέτρου στὴν Ἁγία Σοφία τὸ Καταπέτασμα εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ διαφαινόμενο χαμηλό φράγμα μὲ τὸ Κιβώριον, σ. 253. 90 91 – 68 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» κληρικοί θὰ ἀνέβαιναν καὶ θὰ κατέβαιναν τόσα σκαλοπάτια μέχρι τὴν κορυφὴ τοῦ Συνθρόνου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ νὰ τὸ ἔκαναν, ἡ πανύψηλη μεγάλη Σταύρωσις92 μεταξὺ τοῦ Συνθρόνου καὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης,93 τὸ ὑψηλὸν Κιβώριον μὲ τὴν ὑψηλὴ σκέπη του καὶ τὸν Σταυρό στὴν κορυφή καὶ τὰ ἄλλα κρεμάμενα, τὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος μὲ τοὺς πανύψηλους κίονές του, καὶ σίγουρα τὸ ὑψηλὸ ἐπιστήλιο μὲ τὸν Σταυρὸν στὴν κορυφή, πάλιν θὰ τοὺς ἐμπόδιζε τὴν θέα. Ἂν ἦταν ὑψηλὰ ὁ θρόνος τοῦ Ἐπισκόπου, τό μόνον ποὺ θὰ ἔβλεπον πρὸς τὰ κάτω, διὰ μέσου τῶν κιόνων τοῦ Κιβωρίου, θὰ ἦταν ἴσα-ἴσα μέχρι τὸ κέντρον τοῦ Σολέα, καὶ πρὸς τὰ πάνω, ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Κιβωρίου, θὰ ἔβλεπαν μόνον τὸ ταβάνι τοῦ ὑπερῴου (γυναικωνῖτη). Ἂν ἦταν χαμηλὰ ὁ θρόνος, θὰ ἔβλεπον διὰ μέσου πάλι τῶν κιόνων τοῦ Κιβωρίου, καὶ πάνω ἀπὸ τὸ «ἐμπόδιον» τῆς ὑψωμένης Ἁγίας Τραπέζης, καὶ δίπλα ἀπὸ τὴν Σταύρωσιν (δὲν τὴν παραμέριζαν/ἐξαφάνιζαν ὅπως σήμερα), ἕνα μικρὸν «παράθυρον» πρὸς τὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ. Εἰκ. 7-13. Ἱερὸς Ναὸς Ἁγ. Νικολάου στὰ Μύρα τῆς Λυκίας (520 μ.Χ.), μὲ τὸ ὑπερυψωμένο ἀμφιθεατρικὸ Σύνθρονον, τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸ ὑπερευρύχωρον Κιβώριον, καὶ τὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος.94 Πέραν τούτων, καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς καθόταν εἰς τὴν ἄνω καθέδραν (θρόνον) μετὰ τὴν Εἴσοδον, μόνον κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Ἀναγνωσμάτων (Ἀπόστολος-Εὐαγγέλιον). Ἀντὶ νὰ ἀκούει δηλ. τὰ Ἀναγνώσματα ἐκεῖνος θὰ ἐπισκοποῦσε (τὸ λίγο ποὺ θὰ μποροῦσε, βλ. παραπάνω) κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν Ἀναγνωσμάτων; Καὶ ἀντὶ νὰ προσέχουν τὰ ἀναγνώσματα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ (Novgorod) Ἅγιος Ἀντώνιος: «Πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα εἶναι ἕνας χρυσὸς Σταυρὸς πιὸ ψηλὸς ἀπὸ δύο ἄνδρες […]. Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν κρέμαται ἕνας ἄλλος χρυσὸς Σταυρός […]», εἰς W. R. Lethaby & H. Swainson, The Church of Sancta Sophia Constantinople A Study of Byzantine Building, 1894, σ. 104. 93 Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας – Τόμος Βʹ, ὅ.π., σ. 125. 94 Newshub.gr, 6/12/2021. 23/1/2024. 92 – 69 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Λαὸς θὰ παρατηροῦσε (ὅσοι τὸν εἶχαν στὴν ὁπτική τους γωνία) τὸν Ἀρχιερέα στὸ Σύνθρονον; Ἂν εἶναι δυνατόν. Καὶ πῶς νὰ ἐπισκοπήσει ἄλλωστε ὁ Ἐπίσκοπος, ἀφοῦ ὁ Λαὸς ἦταν στὰ κλίτη πίσω ἀπὸ τὶς μακρὲς κιονοστοιχίες, καὶ πίσω ἀπὸ παραπετάσματα; (κεφ. 5). Ἡ ἀπάντησις στὸ ἐρώτημα εἶναι ὅτι: Τὸ Σύνθρονον ἔγινε ὑπερυψωμένο (πολύβαθμον) καὶ ἀμφιθεατρικόν, ὄχι παντοῦ ἀλλὰ σὲ μερικοὺς Ναούς, ἐπειδὴ σὲ ἐκείνους τοὺς Ναοὺς ἐλάμβανον μέρος συνάξεις τῶν Κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως, οἱ ὁποῖες συνάξεις ἐγένοντο τότε στὸ Σύνθρονον μέσα στὸ Ἱερὸν Βῆμα (μετὰ τὴν Λειτουργίαν). Καὶ φυσικά, ἐφόσον ὑπῆρχε πολύβαθμον Σύνθρονον, σὲ μερικοὺς Ναούς τὰ παλαιὰ χρόνια, τὸ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἀρχιερεῖς στὴν Λειτουργία, ὡς προανεφέρθη. Εἰκ. 7-14. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθήμενοι σὲ τύπο Συνθρόνου.95 95 Μιχαὴλ Δαμασκηνός (1591), Wikimedia. 23/1/2024. – 70 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἀργότερα, ἡ Ἐκκλησία ἐγκατέλειψε παντελῶς τὸ Σύνθρονον, εἶτε μονόβαθμον εἶτε πολύβαθμον, καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα «ἐπέστρεψε» πάλι στὴν Κόγχη/Ἁψίδα, εἴτε στὸν κέντρον της εἶτε ἐπὶ τῆς χορδῆς της, ὅπως τὴν βλέπουμε καὶ σήμερα. Τὰ συμψέλλια τῶν Ἱερέων πῆγαν φυσικὰ στὸ Τέμπλον, ὥστε νὰ κάθηνται πάλιν βλέποντες πρὸς ἀνατολάς, καὶ ὁ θρόνος τοῦ Ἀρχιερέως βγῆκε εἰς τὸν δεξιὸν μέρος τοῦ Σολέα. Στὰ μοναστήρια ὁ θρόνος τοῦ Ἀρχιερέως εἶναι στραμμένος πρὸς Ἀνατολάς. Τὸ Καταπέτασμα, τὸ Ἱερὸν Κιβώριον μὲ τὰ παραπετάσματά του, ἡ ἀπομόνωση τῆς θέας τοῦ Ἱεροῦ στὴν Ἁγία Ἀναφορά, εἶναι μεταξὺ ἄλλων, ἐφαρμογὴ (πρὸς τοὺς Ἱερεῖς) τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν προσευχή: «εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ», βλ. κεφ. 11.2, σ. 117. Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, «ἡ ἔλλειψη βημοθύρων καὶ καταπετάσματος στὴν Ὡραία Πύλη δημιουργεῖ καὶ πρόσθετα τελετουργικὰ προβλήματα».96 Τὸ ὑψηλὸν φράγμα, ἐπέφερε φυσικὴ ἀλλαγὴ στὸ προϋπάρχον μέγα Καταπέτασμα, ποὺ τώρα μετεξελίχθηκε σὲ μετακιόνια Παραπετάσματα, κατὰ μῆκος τοῦ ὑψηλοῦ φράγματος.97 Σύμφωνα μὲ τὴν Στουφῆ-Πουλημένου: «Πιστεύουμε ὅτι τὸ χαμηλὸ φράγμα μετατράπηκε σὲ κιονοστοιχία γιὰ νὰ ἀναρτηθοῦν ἀπ’ αὐτὴν βῆλα»,98 καί, ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι στὰ μετακιόνια διαστήματα τῆς ἀνώτερης ζώνης τοῦ φράγματος ὑπῆρχαν βῆλα, γνωστὰ καὶ ὡς παραπετάσματα Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, εʹ τόμος, ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003, #513, σ. 54. 97 Ἡ Στουφῆ-Πουλημένου, ἔχει ἄλλη θεωρία σὲ αὐτό, ὅτι (μετάφραση ἀπὸ ἀγγλικά): «ἡ μορφὴ τοῦ παλαιοχριστιανικοῦ φράγματος καὶ ἡ ἀνάπτυξή του ἀπὸ χαμηλὸ σὲ ὑψηλό, εἶναι σὲ τέλεια συμφωνία μὲ τὴν Θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 4ου καί 5ου αἰῶνος», Στουφῆ-Πουλημένου, Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος… , ὅ.π., σ. 201. —Συνεπῶς, γνώμη μας, σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν θεωρία δὲν ἐπέδρασε ἀρχικὰ ἡ Θεολογία (τὰ συγγράμματα δηλαδὴ) τῶν Πατέρων στὴ ὑπερύψωση τοῦ φράγματος (μετὰ τὴν κοίμησίν τους), ἀλλὰ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες ὅταν ἦσαν Ἀρχιεπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως, ἤδη ἀπὸ τὸν 4ον αἰ.. Ὅμως ὁ Ναὸς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στὴν Ῥώμη, εἶχε ἤδη ὑψηλὸ φράγμα ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, βλ. σ. 305. Ἄρα ἀσφαλῶς καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε ὑψηλὰ φράγματα ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο. 98 Στουφῆ-Πουλημένου, Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος …, ὅ.π., σ. 131. 96 – 71 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ἢ καταπετάσματα πού, σὲ ὁρισμένες στιγμὲς τῆς λατρείας καθιστοῦσαν τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀθέατο στοὺς πιστούς.99 Φυσικὰ καὶ ὑπῆρχαν καταπετάσματα, βῆλα, μαρτυρούμενα ἀπὸ τὴν Παλαιοχριστιανικὴ περίοδο (καὶ πρὸ τῶν χαμηλῶν ἢ ὑψηλῶν φραγμάτων). Ἀπλούστατα ἐκρέμοντο - ἀρχικά ἀνάμεσα στοὺς κίονες τῶν Ἁψίδων, καὶ στὴν χορδὴ τῆς Κόγχης ὅπου ἦταν τὸ Βῆμα. Βλέπε, ἀργότερα καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὅπου ἀποδεικνύουμε ὅτι ἔκλειναν τὰ βῆλα κατὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφορὰν καὶ ἄνοιγαν μετὰ ἀπὸ αὐτήν, σ. 211· ἐκεῖ ποιοῦμε μνεία καὶ στὴν (ἐσφαλμένη) ἀνάλυση τοῦ Τρεμπέλα, καὶ τῆς Στουφῆ-Πουλημένου. Ἅπαξ καὶ μαρτυροῦνται ὑψηλὰ φράγματα, τότε «ἀναγκαστικὰ» ὑπάρχουν μετακιόνια Παραπετάσματα (μὲ κεντημένες ἁγιογραφίες, σταυρούς, εἰκόνες ἀργότερα), ἀλλιῶς δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης τὰ ὑψηλὰ φράγματα μὲ μετακιόνια κενά. Ἅπαξ ὅμως καὶ μαρτυροῦνται Ἀμφίθυρα100, μετακιόνια Καταπετάσματα, Παραπετάσματα, τότε αὐτὰ «ἀναγκαστικὰ» κλείνουν στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ἀλλιῶς δὲν ἔχουν λόγον ὕπαρξης, βλ. κεφ. 14.7, σ. 132, καί κεφ. 20, σ. 188. Σύμφωνα πάλι μὲ τὴν Στουφῆ-Πουλημένου: α. Οἱ ἀρχαιότεροι Παλαιοχριστιανικοὶ ναοὶ τῆς Ἑλλάδος (τέλη Δʹ - ἀρχὲς Εʹ αἰ.), εἶχαν χαμηλὸ φράγμα·101 (ὑπάρχει ἀντίῤῥησις σὲ αὐτὴν τὴν θέσιν, βλ. κεφ. 79). β. Στὴν Ἑλλάδα τὸ ὑψηλὸ φράγμα (τοῦ Ἱεροῦ), φτάνει τά 2.0-2.5 μ. ὕψος, καὶ ἐμφανίζεται μετὰ τὰ μέσα τοῦ Εʹ αἰῶνος·102 (καὶ σὲ αὐτὴν τὴν θέσιν ὑπάρχει ἀντίρρησις, βλ. κεφ. 79). γ. Τόν Ζʹ αἰῶνα δὲν πιστοποιεῖται πλέον χαμηλὸ φράγμα στὴν Ἑλλάδα103. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π. σ. 74. Τὰ Ἀμφίθυρα εἶναι μᾶλλον ὑψηλὲς θύρες, βλ. ὑποσ. 528, καὶ ὄχι παραπετάσματα. 101 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 69. 102 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 69. 103 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σσ. 69-70. 99 100 – 72 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὅμως τά (α) καὶ (β) ἀνωτέρω δὲν εἶναι σωστά, διότι βρέθηκαν καὶ ὑψηλὰ φράγματα τόν Δʹ αἰ. (π.χ. Βασιλική Ἀρχαίας Κορίνθου, κεφ. 79), καὶ ἐπίσης τὸ φράγμα δὲν ἦταν τελικὰ τοῦ Βήματος, ἀλλὰ ἦταν τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Εἰκ. 7-15. Χαμηλὸ φράγμα δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα) μὲ διάτρητα θωράκια κατὰ μίμησιν τῶν ἀρχαίων ξυλίνων δρυφάκτων. Βασιλικὴ τῶν Δαφνουσίων Λοκρίδος (4ος αἰ.), βλ. κεφ. 79. Νὰ σημειώσουμε ἐπίσης, ὅτι τὸ χαμηλὸ φράγμα σὲ μερικὲς τῶν περιπτώσεων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁριστεῖ μὲ ἀκρίβεια βάσει τῶν ἀρχαιολογικῶν δεδομένων. «Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις, τὰ γλυπτὰ μέρη ποὺ βρέθηκαν κατὰ τὶς ἀνασκαφὲς στὸ χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος δὲν μποροῦν μὲ βεβαιότητα νὰ ἀποδοθοῦν στὸ φράγμα. Πεσσίσκοι, κιονίσκοι, θωράκια κ.λπ. ἀποτελοῦσαν, ἐπίσης μέρη καὶ ἄλλων κατασκευῶν, ὅπως τοῦ κιβωρίου, τοῦ ἄμβωνα, τῶν μετακιονίων διαφραγμάτων τῶν κλιτῶν, τῶν ὑπερώων τοῦ ναοῦ κ.ἄ.».104 Τὴν ἀνάλυση ποὺ κάναμε στοὺς 7 Ναοὺς τοῦ Δʹ αἰ. (στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα), τὴν παραθέτουμε στὸ κεφ. 79. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 31. Γιὰ αὐτό, λέγει, «θεωρήσαμε τὴ μορφὴ τοῦ φράγματος ποὺ πρότειναν οἱ ἀνασκάψαντες καὶ μελετήσαντες τὰ μνημεῖα, βασιζόμενοι κυρίως στὰ στοιχεῖα ποὺ τοὺς παρεῖχε ἡ ἀνασκαφή. Ὅπου ὅμως κρίνουμε σκόπιμο, διατυπώνουμε τὶς παρατηρήσεις ἢ τὶς ἀντιρρήσεις μας πάνω στὶς προτάσεις ἢ ἀποκαταστάσεις αὐτές». 104 – 73 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἡ Στουφῆ-Πουλημένου, λέγει ὅτι τὸ ψηλὸ φράγμα, πιθανότατα, υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη γύρω στὰ μέσα τοῦ Εʹ αἰῶνα105, ὅμως φαίνεται ὅτι εἶναι ἤδη στὴν Κων/πολη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ Δʹ αἰῶνα στὴν πρώτη Μεγάλη Ἐκκλησία (Ἁγία Σοφία), ἡ ὁποῖα ἔχει Ἀμφίθυρα, τὰ ὁποῖα ὑποδηλώνουν ὑψηλὲς θύρες, σσ. 29, 36. Στὴν παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στὴν Ῥώμη, τὸ Ἱερὸ Βῆμα, ὅπου καὶ τὸ Μαρτυρεῖον τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, εἶχε ὑψηλὸ φράγμα μετὰ παραπετασμάτων ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κεφ. 82. Στὴν Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη δὲν θὰ εἶχε; Εἰκ. 7-16. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα. Παλαιοχριστιανικὸς Ναὸς τοῦ Ἁπ. Πέτρου Ῥώμης (4ος-5ος αἰ.), κεφ. 82, σ. 305. Εἰκ. 7-17. Φράγμα μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα, Παρεκκλήσι S. Prosdocimo (6ος αἰ.), Padova.106 105 106 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 131. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π. σ. 76. – 74 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Στὴν Κωνσταντινούπολη δὲν βρέθηκε -μέχρι σήμερα- Ναὸς τοῦ ΣΤʹ αἰῶνα μὲ χαμηλὸ φράγμα107. Στὴν Βασιλεύουσα (Κωνσταντινούπολη) σὲ ὅσους Ναοὺς τοῦ ΣΤʹ αἰ., τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα ἐπέτρεψαν τὴν ἀποκατάσταση τοῦ φράγματος, διαπιστώθηκαν μόνο ὑψηλὰ φράγματα.108 Συνολικά, δὲν ἔχει βρεθεῖ οὔτε ἕνας Ναός μὲ χαμηλὸ φράγμα Ἱεροῦ Βήματος, ἐκτὸς μιᾶς (ἀμφιλεγόμενης;) ἐξαιρέσεως, ἕνα μόνο μνημεῖο τοῦ Εʹ αἰῶνα, τὴ Βασιλικὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Χαλκοπράτειας.109 Ὅμως ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ θέσω ἔνσταση, διότι αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τὸ ἔβγαλε ὁ Mathews110 ἀπὸ μόνο δύο εὑρεθέντες ἀνόμοιους καὶ διαφορετικοῦ πάχους πεσσούς, χωρὶς ἀπολήξεις, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνήκουν καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ Ναοῦ. Μὲ πόση βεβαιότητα ἀποδίδονται στό φράγμα;111 Καὶ σὲ ποιὸ φράγμα, τοῦ Βήματος ἢ τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα); Φυσικὰ παραδέχεται ὁ Mathews ὅτι ἡ κάτοψις τοῦ φράγματος εἶναι ἄγνωστη (ἄρα δὲν ὑπάρχουν ἀρχαιολογικὰ στοιχεῖα γιὰ αὐτήν). Ἐπίσης, ἀναφέρεται καὶ σὲ μιὰ κολώνα ποὺ βρέθηκε καὶ παίρνει θωράκια καὶ δὲν ἀνήκει στὴν κιονοστοιχία τοῦ Ναοῦ. Σημειωτέον ὅτι ἡ σχεδὸν παρόμοια καὶ μικρότερη Βασιλικὴ τοῦ Στουδίου ἔχει ὑψηλὸ φράγμα. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 131. Στουφῆ-Πουλημένου, Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος …, ὅ.π., σ. 131. 109 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 73, ὑποσ. 24. 110 Thomas F. Mathews, The early churches of Constantinople - architecture and liturgy, The Pennsylvania State University Press, 1971, σσ. 32-33. 111 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 31. 107 108 – 75 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 7-18. Οἱ δύο εὑρεθέντες ἀνόμιοι ἄνευ ἀπολήξεως πεσσίσκοι στὴν Βασιλικὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Χαλκοπράτειας.110 Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως ἦταν φυσικὰ ὑψηλό. Βλ. κεφ. 83. Ὅλα τὰ ὑψηλὰ φράγματα εἶχαν πάντοτε μετακιόνια Καταπετάσματα / Παραπετάσματα (βλ. Κεφ. 20), ἀκόμη καὶ στοὺς Καθολικοὺς μέχρι τόν 19ο αἰ.! Εἰκ. 7-19. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ πεσσίσκους καὶ συμφυεῖς κιονίσκους, καὶ μετακιόνια Καταπετάσματα, Ἅγιος Μάρκος Βενετίας (1850), κεφ. 87, σ. 313. – 76 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, τόν ΣΤʹ αἰ., τὰ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ ἐξιστοροῦν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Παναγία, τοὺς Ἀποστόλους, κεφ. 46, 47. Σίγουρα, μετὰ τὴν Εἰκονομαχία (ἀλλὰ καὶ πρὶν σύμφωνα μὲ μαρτυρίες), μπῆκαν εἰκόνες στὸ φράγμα σὺν τῷ χρόνῳ, καὶ πολὺ σωστά γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν Λαὸν στὴν προσευχήν του ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.112 Ἤδη ἀπὸ τὸ αʹ μισὸ τοῦ Ζʹ αἰ. μαρτυροῦνται εἰκόνες ἐπὶ τοῦ ἐπιστηλίου (τοῦ ὑψηλοῦ φράγματος).113 Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 7-20. Οἱ Εἰκόνες εἶναι ἁπλῶς συνέχεια τῶν κεντημένων Ἁγιογραφιῶν στὰ Παραπετάσματα – Καταπετάσματα – Βῆλα. Ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων εἶναι προφανές, ὅτι προκύπτει συσχετισμὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ Χριστιανικοῦ Ναοῦ μὲ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος114. Συνεπῶς, ὁ διαχωρισμός Ἱεροῦ καὶ κυρίως Ναοῦ (μὲ τὰ Καταπετάσματα ἀρχικά, καὶ τὴν ἐξέλιξή τους τὰ φράγματα), φυσικά, ὡς προείπαμε δέον ὅπως ἀναζητηθεῖ ὄχι στὰ ἑλληνορωμαϊκὰ οἰκοδομήματα τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, στὸν διαχωρισμὸ μὲ Καταπετάσματα στὸν Ναὸν τοῦ Σολομῶντος, Ἀπόστολος Παῦλος, Πρὸς Ἑβραίους, Κεφ. 9ον,115 καὶ κατόπιν στοὺς Ἁγίους Πατέρες. Βλέπε καὶ στὸ κεφ. 15, τὴν σχετικὴ συζήτηση. Δὲν ἀποκλείεται, ἀρχικῶς, οἱ Εἰκόνες νὰ τοποθετήθηκαν ἔμπροσθεν τῶν παραπετασμάτων τοῦ Φράγματος, βλ. Εἰκ. 6-1. 113 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π. σ. 96. —Ἐπίσης βλ. παρακάτω, Κεφ. 85, σ. 309. 114 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π. σ. 130. 115 «1 Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν. 2 σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια. 3 μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, 4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, 5 ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος», Ἑβρ. θʹ 1-5. 112 – 77 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Καταπετασμάτων καὶ τοῦ Τέμπλου, πέραν τῆς δημιουργίας Ταμιείου Προσευχῆς γιὰ τὸν Ἱερέα (κεφ. 11.2, σ. 117), βοηθᾶ τὸν προσευχόμενον Λαόν νὰ συγκεντρωθεῖ στὴν Προσευχή116 του, ἀτενίζοντας τὶς Εἰκόνες καὶ πρὸ πάντων τὸν Χριστόν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ ἀποκόπτοντας ταυτόχρονα κάθε περίεργη κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν του σὲ ἄσχετες κινήσεις στὸ Ἱερόν. Εἰκ. 7-20. Φράγμα (δυτικοῦ Πρεσβυτερίου) μὲ Κίονες. Byzantine-Venetian Torcello Cathedral (Βενετία), 7 αἰ., κεφ. 85, σ. 309. Τὰ Καταπετάσματα σήμερα ἔχουν ἀφαιρεθεῖ. ος Προσευχή δὲν εἶναι μόνον τὸ μυστικὸν (ἔνδοθεν, ἐσωτερικά, ἄνευ ἐξωτερικῆς φωνῆς) Κύριε ἐλέησον (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως), ὡς ἀπόκρισιν στὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ποὺ ἐκφωνεῖ ὁ Διάκονος (ἢ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ὁ Ἱερεύς). Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ προσοχὴ καὶ ἀκρόασις τῶν ψαλλομένων, ἢ ἡ μυστικὴ ἀπόκρισις (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως) στὰ κελεύσματα τοῦ Διακόνου ἢ τοῦ Ἱερέως. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ μυστικὸν Πάτερ ἡμῶν ἢ Πιστεύω (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως). Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ μυστικὴ εὐχαριστία στὸν Θεόν. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἑκάστου μυστικὰ αἰτήματα πρὸς τὸν Θεόν. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον οἱ μυστικὲς Εὐχὲς πρὸς τὸν Θεόν γιὰ τὴν οἰκογένειά μας, τὸν πλησίον, τοὺς Κληρικούς, τοὺς Ψάλτες, τοὺς ἐκκλησιαζομένους, τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς φτωχούς, καὶ ὅσους ἐν ἀνάγκαις, τοὺς φίλους, τοὺς ἐχθρούς, τὴν χώρα μας, τὸν κόσμον ὅλον. Εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, Χάριτι Θεοῦ. Ἡ προσευχὴ ὡς πρὸς τὴν ποιότητά της εἶναι «συνουσία καὶ ἔνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν» (Κλίμαξ Ὁσίου Ἰωάννου Σιναΐτου, ΚΗʹ). 116 – 78 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 7.2 Σύγχρονο παράδειγμα Ἱεροῦ Βήματος καὶ Σολέα Σήμερα, ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι μέσα στὴν Κόγχη/Ἁψίδα, ὅπως καὶ στοὺς παλαιοχριστιανικούς χρόνους, ἀλλὰ ὑπάρχει μιὰ μικρὴ προέκταση (στενὸ ἐγκάρσιο κλίτος τρόπον τινά) περίπου 2 μ. ἀπὸ τὴν χορδὴ πρὸς δυσμάς, ὅπου μπαίνει τὸ σημερινὸ Τέμπλο-Εἰκονοστάσιον, τὸ Φράγμα τοῦ Βήματος. Παλαιὰ τὸ φράγμα τοῦ Βήματος ἦταν τὸ Καταπέτασμα στὴν Χορδή. Ἁπλὰ δηλαδὴ μετατοπίστηκε τὸ φράγμα περίπου 2μ. πρὸς δυσμάς (λόγῳ καὶ τοῦ Διακονικοῦ καὶ τῆς Προθέσεως), καὶ ἔγινε μόνιμο στὴν Ὀρθοδοξία, καὶ πολὺ σωστά, γιὰ νὰ μὴν ἀποσπῶνται οὔτε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴν προσευχή τους, οὔτε νὰ δίνουν τροφὴ στὴν περιέργεια, ἀπὸ τὶς διάφορες ἄσχετες κινήσεις στὸ Ἱερόν, ἀλλὰ οὔτε νὰ ἀποσπῶνται καὶ οἱ Ἱερεῖς ἀπὸ τὴν προσευχήν τους κοιτάζοντας ἢ ἀποσπώμενοι πρὸς τὰ ἔξω ἄνευ φραγμοῦ. Τί πιὸ ὡραῖον νὰ προσκολλῶνται οἱ πιστοὶ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, καὶ τῶν Ἁγίων στὸ Εἰκονοστάσιον, κατὰ τὴν μυστικὴ προσευχή116 τους στὶς Ἀκολουθίες; Ἐπίσης τὸ φράγμα ἔγινε μόνιμο, καὶ γιὰ νὰ ἀντέξει τὶς καταστροφὲς ἀπὸ τοὺς Αἱρετικούς Ἀρειανούς, Εἰκονοκλάστες (καὶ τοῦ Βυζαντίου, καὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ), Ἀμβωνοκλάστες τοῦ Διαφωτισμοῦ, κλπ., βλ. κεφ. 7.3, 8, 30. Εἰκ. 7-21. Ἱερὸν Βῆμα τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἀποστόλου Παύλου Κορίνθου μὲ τὴν ὑπερμεγέθη Ἁγία Τράπεζα. Στὴν κρηπίδα, μποροῦσε ἄνετα νὰ μπεῖ Ἱερὸν Κιβώριον, μὲ παραπετάσματα, ὥστε ὁ Ἱερεὺς νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστα ἐντὸς αὐτοῦ (μὲ κλειστὰ τὰ παραπετάσματα) τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς, ὅπως παλαιά. Τὸ Σύνθρονον εἶναι σύγχρονη προσθήκη τῆς τελευταίας δεκαετίας. Φαίνεται καὶ ἡ νότια Ἁψίδα ἐπὶ τοῦ στενοῦ «ἐγκαρσίου κλίτους» τοῦ Βήματος. Μεταξὺ Συνθρόνου καὶ Ἁγίας Τράπεζας πρέπει νὰ ὑπάρχει Σταυρός (φωτογραφία ΠΔΠ, 2023). – 79 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Καὶ ὁ σημερινὸς Σολέας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ δυτικὸ τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου τῶν Παλαιοχριστιανικῶν ναῶν. Ἀλλοῦ εἶναι περιφραγμένος μὲ τὸ χαμηλὸ φράγμα τῶν ἀρχαίων χρόνων (ἂν καὶ παλαιὰ τὴν παλαιοχριστιανικὴ ἐποχὴ ἦταν καὶ ὑψηλὸ τὸ φράγμα αὐτοῦ), καὶ ἀλλοῦ ὄχι. Εἰκ. 7-22. Ἱερὸς Μητρ. Ναὸς Ἀπ. Παύλου Κορίνθου (φωτ. ΠΔΠ, 2023). Μὲ Ἀμφίθυρα, μὲ τὸ Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, μὲ τὸ Φράγμα τοῦ Σολέα, καὶ τοὺς Χοροὺς ἐντὸς τοῦ Σολέα (καὶ τοῦ «κεντρικοῦ κλίτους»), καὶ μὲ τὸν Ἄμβωνα καὶ τὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο ἐντὸς τοῦ Σολέα, βλ. σσ. 27, 300. Εἰκ. 7-23. Χαμηλὸ φράγμα δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), καὶ ὑψηλὸ φράγμα Βήματος κατὰ τὴν Παράδοσιν. Ἅγιος Θωμᾶς Ἀμπελοκήπων. Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2021). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 6-1. Βλέπε καὶ τὴν Ξυλόστεγο Βασιλική τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, Εἰκ. 6-1. – 80 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Παρακάτω, παραθέτουμε καὶ τὴν σύγχρονη ἀρχιτεκτονικὴ τῶν πεσσίσκων καὶ κιονίσκων τῶν φραγμάτων (εἴτε αὐτὰ εἶναι μαρμάρινα, εἴτε ξύλινα), ποὺ εἶναι παρόμοια τῆς Πρωτοχριστιανικῆς ἐποχῆς στοὺς παραδοσιακοὺς Ναούς. Εἰκ. 7-24. Πεσσίσκοι μετὰ συμφυῶν κιονίσκων στό φράγμα τοῦ Βήματος. Ἅγιος Νικόλαος Κορίνθου (ἀριστερά), καὶ Ἅγία Βαρβάρα Ἀμφιάλης Κερατσινίου (δεξιά). Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). – 81 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Παρακάτω ἔχουμε τὴν τοποθέτηση κιονίσκων τοῦ φράγματος ὄχι ἐπὶ τῶν πεσσίσκων, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν θωρακίων, ποὺ σίγουρα θὰ ὑπῆρχε καὶ αὐτὴ ἡ ἐκδοχὴ στὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια. Εἰκ. 7-25. Κιονίσκοι ὄχι ἐπὶ πεσσίσκων, ἀλλὰ ἐπὶ θωρακίων, στὸ φράγμα τοῦ Βήματος. Ἀπόστολος Παῦλος Κορίνθου. Σύγχρονη ἐποχή. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). Βλ. Εἰκ. 86-1. – 82 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 7.3 Τὸ γκρέμισμα τῶν Τέμπλων (Εἰκονοστασίου), καὶ τῶν Εἰκόνων του Τὸ γκρέμισμα τοῦ Τέμπλου καὶ τῶν εἰκόνων του, δὲν μᾶς ὁδηγεῖ ἀρχιτεκτονικὰ στόν 4ο5ο αἰ. τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὸν 16ο-19ο αἰ. τῆς ἰστορίας τῶν Δυτικῶν.117 Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, «ἡ ἔλλειψη βημοθύρων καὶ καταπετάσματος στὴν Ὡραία Πύλη δημιουργεῖ καὶ πρόσθετα τελετουργικὰ προβλήματα».118 Εἴδαμε ὅτι ὑψηλὰ φράγματα ὑπάρχουν ἤδη ἀπὸ τὸν Δʹ αἰῶνα στὴν Ἐκκλησία, πέραν τῶν Καταπετασμάτων (ὡς φραγμάτων τοῦ Βήματος) ποὺ κι αὐτὰ ὑψηλότατα ἦσαν. Μὴ πλανᾶσθε, οἱ πρώτοι ποὺ γκρέμισαν («ἀποσυναρμολόγησαν») Τέμπλα (Rood Screens, Χωρίσματα μὲ Σταυρό119) εἶναι οἱ Δυτικοί μετὰ τὴν Ἀναγέννηση, ἢ/καὶ μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Trent (Τριδέντου, Τρέντο), ὅταν ἡ διατήρηση ὁποιουδήποτε ὁπτικοῦ φραγμοῦ μεταξὺ τῶν λαϊκῶν καὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης θεωρήθηκε εὑρέως ὡς ἀσυμβίβαστη μὲ τὰ διατάγματα τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου (Council of Trent), καίτοι ἡ Σύνοδος καθεαυτή δὲν κατεδίκασε αὐτὰ τὰ φράγματα. Ἀντίστοιχα σήμερα ἐπιβιώνουν τὰ Τέμπλα σὲ μεγαλύτερους ἀριθμοὺς Ἡ Μεταρρύθμιση, ὁ Προτεσταντισμός, ξεκίνησε μὲ τὸν Λούθηρο τό 1517. Ἡ Μεταρρύθμιση στὴν Ἀγγλία, ὁ Ἀγγλικανισμός, ξεκίνησε τό 1534 ὅταν ἀποσχίσθηκαν ἀπὸ τὸν Πάπα Ῥώμης. Καὶ ἡ ἀντι-Μεταρρύθμιση τῶν Καθολικῶν, οὐσιαστικὰ ἡ Σύνοδος τοῦ Τρέντο (Trent, Concilium Tridentinum), ἔγινε μεταξὺ 1545-1563 (κράτησε 18 ὁλόκληρα χρόνια, καὶ περάσανε 3 Πάπες). 118 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, εʹ τόμος, ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003, #513, σ. 54. 119 Ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν Rood Screen μὲ τὰ δικά μας Τέμπλα εἶναι στὴν τοποθεσία. Τό δικό μας Τέμπλο χωρίζει τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀπὸ τὸν Σολέα. Τά Rood Screen χωρίζουν τὸν Σολέα (τὸν χῶρο τῶν Ψαλτῶν, τοῦ Ἄμβωνος), ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό (τοὺς Λαϊκούς). Καὶ τὰ δύο ἔχουν μεγάλο Σταυρό ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ πύλη. Τὰ Rood Screen εἶναι στὴν ἴδια θέση μὲ τὰ ὑψηλὰ φράγματα τοῦ Δʹ αἰῶνος σὲ Βασιλικὲς τῆς Ἑλλάδος, κεφ. 79. 117 – 83 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 σὲ Ἀγγλικανικὲς καὶ Λουθηρανικὲς ἐκκλησίες, παρὰ σὲ Καθολικές!120 Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς τῶν ἐπιβιωσάντων Rood Screen εἶναι στὴν Σκανδιναβία.121 Ἐπίσης τότε γκρεμίστηκαν στὶς Καθολικὲς Ἐκκλησίες, καὶ τά Schola Cantorum τῶν Παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν (ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν, καὶ τοῦ Ἄμβωνος δηλαδή, τὰ φράγματα τοῦ Σολέα), ξεκινῶντας ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰ., γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ τὸ κεντρικὸ κλῖτος τῶν ἐκκλησιῶν ἀπὸ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέπλεξαν τὸν χῶρο, καὶ περιόριζαν τὸν εὐάερο (sic) χαρακτῆρα του, ὥστε νὰ τονιστεῖ ὁπτικὰ καὶ δομικὰ ἡ ἁγία Τράπεζα ὡς ἡ λειτουργικὴ καρδιά τοῦ κτιρίου.122 Ἄρα αὐτοὶ ποὺ γκρεμίζουν τὰ Τέμπλα123 ἢ χρησιμοποιοῦν χαμηλὰ φράγματα ἄνευ μάλιστα οἰουδήποτε Καταπετάσματος (ἐν γνώσει ἢ ἀγνοίᾳ) στὴν οὐσία δὲν γυρίζουν στόν 4ον-5ον αἰῶνα (ποὺ εἶχε φυσικὰ καὶ Καταπετάσματα) τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ πηγαίνουν ἀπευθείας στὸν 16ον-19ον αἰῶνα τῆς ἰστορίας τῶν Ἀμβωνοκλαστῶν καὶ Τεμπλοκλαστῶν τῶν Δυτικῶν. Οἱ πρώτοι δέ ποὺ ἀφαίρεσαν τὰ βῆλα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἴσως κατήργησαν (πρὸς καιρόν) τὴν λετουργικὴν χρήσιν των ἐὰν δὲν τὰ ἀντικατέστησαν, εἶναι οἱ αἱρετικοὶ Ἀρειανοί (κεφ. 30), καὶ οἱ αἱρετικοὶ Εἰκονομάχοι / Εἰκονοκλάστες (726-842), ἐπειδὴ τὰ βῆλα / παραπετάσματα / καταπετάσματα, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔφεραν ἱερὲς ἀπεικονίσεις124. Στὴν Δύση ὑπῆρχαν μερικοὶ ποὺ ἔσχιζαν τὰ Καταπετάσματα, βλ. ὑποσ. 177, καὶ σίγουρα καὶ σὲ ἐμᾶς πολλοὶ αἱρετικοὶ θὰ ἀκολουθοῦσαν παρόμοια τακτική. Γιὰ τὴν Δύση, ὁ F. Bock125, λέγει ὅτι “from the beginning of the Renaissance period the many vela, with other decorative fabrics, fell into disuse, in order that the eyes of the believer Οἱ παραδοσιακότεροι θεωρητικά - τῶν Προτεσταντῶν - Καθολικοί, εὑρέθησαν τελικά, ἀντιπαραδοσιακότεροι αὐτῶν. 121 Rood Screen, Wikipedia. 9/7/2023. 122 Schola cantorum (architettura), Wikipedia. 9/7/2023. 123 Ἐπὶ τέλους, θὰ πρέπει καὶ οἱ θεματοφύλακες τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων στὴν θεωρία, νὰ γίνουν καὶ στὴν πράξη θεματοφύλακες, καὶ νὰ διαψεύσουν τὸν μακαριστὸ π. Ἰωάννη Ῥωμανίδη ποὺ ἔλεγε συχνὰ στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του: «Τὸ πρόβλημά μας στὰ προσεχῆ χρόνια θὰ εἶναι οἱ δεσποτάδες μας, ἡ θεολογία τους καὶ ἡ σχέση τους μὲ τὴν παράδοσή μας», βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἀντιμέτωποι μὲ τὴν πλάνη..., ἐκδ. Ὀρθ. Κυψέλη, 2013, σ. 112. 124 Βλ. Παῦλον Σιλεντιάριον, σσ. 230-231. Ἐπίσης, πρβλ. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 138. 125 Fr. Bock, The Hangings of the Ciborium of the Altar, ὅ.π., σσ. 297-303. 120 – 84 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» might penetrate into the innermost sanctuary…”, δηλ. «ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἀναγέννησης, τὰ πολλὰ βῆλα καὶ τὰ ἄλλα διακοσμητικὰ ὑφάσματα, ἔπεσαν σὲ ἀχρησία [ἀποκαθηλώθηκαν κοινῶς], ὥστε τὰ μάτια τῶν πιστῶν νὰ διεισδύουν στὸ πιὸ ἐσώτερο μέρος τοῦ Ἱεροῦ»126. Βλέπε καὶ τόν M. Klaus Gamber127: The Reform of the Roman Liturgy: Its Problems and Background: «Ἡ χρήσις τῶν Καταπετασμάτων (βῆλα), τὰ ὁποῖα ἦταν πάντα μέρος τοῦ Ἱεροῦ, καὶ τοῦ Ἄμβωνος / χώρου τῶν Ψαλτῶν128 (Choir screen, Chancel), τελικὰ καταργήθηκε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μπαρόκ (Baroque period)129» (σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Gamber μᾶς λέει ὅτι στὴν Γερμανία ἀφαιρέθηκαν ὑπὸ τὶς διαταγὲς τῶν κοσμικῶν ἀρχῶν, τὴν περίοδο τοῦ «Διαφωτισμοῦ»)130 [17ος-18ος αἰ.]. Καὶ οἱ Δυτικοὶ φυσικά, ἐξ ἀρχῆς εἶχαν Καταπετάσματα, ἀλλὰ καὶ ὑψηλὰ φράγματα, ὅπως ὅλη ἡ ἀρχαῖα Ἐκκλησία. Μετὰ ἐξαιρέσεων, μετὰ τὴν Σύνοδο τοῦ Τριδέντου, ἀφαιρέσανε τὰ Καταπετάσματα/Βῆλα τοῦ Ἱεροῦ, ἀφαιρέσανε τὰ Ἱερὰ Κιβώρια καὶ τὰ παραπετάσματά τους, ἀφαιρέσανε τοὺς Ἄμβωνες, ἀφαιρέσανε τὰ Rood Screen (Τέμπλα μὲ Σταυρό), ἀφαιρέσανε τὰ Schola Cantorum, …καὶ τὰ χαμηλὰ φράγματα ποὺ τοποθετήσανε κατόπιν μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερό, τά λεγόμενα altar rails, τὰ ἀφαιρέσανε κι αὐτά τὰ τελευταῖα 50 χρόνια.131 Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν δὲν ἔχουμε μάθει νὰ προσευχόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἅπαντες. Ἡ περιέργεια ὅμως εἶναι εἰς βάρος τῆς Προσευχῆς, γιὰ τοὺς Λαϊκούς, ὅπως καὶ ἡ ἐπίδειξις γιὰ τοὺς Κληρικούς. Ὅλα ἀνοιχτά, τὰ πάντα τοῖς πᾶσι τὴν σήμερον. 127 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy: Its Problems and Background, Una Voce Press 1983 (translated from the original German by Klaus D. Grimm). Ἀπὸ τὸν Πρόλογο τῆς Γαλλικῆς ἔκδοσης: Καρδινάλιος Josef Ratzinger (μετέπειτα Πάπας Ῥώμης Benedict XVI)· «Ὅτι συνέβη μετά τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο ἦταν κάτι ἐντελῶς διαφορετικό: Στὴν θέση τῆς Λειτουργίας ὡς καρπὸς ἀνάπτυξης, ἦρθε ἡ κατασκευασμένη Λειτουργία. Ἐγκαταλείψαμε τὴν ὀργανική, ζωντανή διαδικασία τῆς ἀνάπτυξης τῆς Λειτουργίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων, καὶ τὴν ἀντικαταστήσαμε, ὅπως σὲ μιὰ γραμμὴ παραγωγῆς, μὲ ἕνα κατασκευασμένο, ἕνα μπανάλ προϊόν». 128 Στοὺς Δυτικούς, ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν εἶναι ἀκόμη μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερόν, ὅπως καὶ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, βλ. Britannica. Σὲ αὐτὸν τὸν χώρο μεταξὺ Ἱεροῦ καὶ κυρίως Ναοῦ στέκονταν καὶ οἱ Μοναχοί. 129 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 126. 130 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 147. 131 David Clayton, Iconostasis, Rood Screen, Communion Rail... or Shag-Pile Carpeted Step?, Newliturgicalmovement.org (25/10/2016). 10/7/2023. 126 – 85 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 8 Τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen) - Δύση Ἀκριβῶς στὸ χώρισμα μεταξὺ κυρίως Ναοῦ (nave) καὶ Σολέα/Πρεσβυτερίου, στὴν Δύση ὑπῆρχε (καὶ ὑπάρχει ἐνιαχοῦ) τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρό, ἤτοι τό Rood Screen (Jubé, Chancel Screen, Choir Screen)132, 133, 134, 135, 136 (στοὺς Ἀγγλικανικοὺς, καὶ στοὺς Καθολικοὺς Ναούς), τὸ ὁποῖο κι αὐτὸ ἔκλεινε μὲ Καταπετάσματα στὴν Ἀναφορά. Στὸ ἴδιο σημεῖο ἦταν καὶ τὸ φράγμα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου τῶν παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν, βλ. κεφ. 79. Τὸ δικό μας Τέμπλο σήμερα, εἶναι στὸν τόπο τοῦ παλαιοῦ καταπετάσματος, χωρίζει τὸ Ἱερόν Βῆμα ἀπὸ τὸν Σολέα (δυτικὸ τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου). Εἰκ. 8-1. Ἡ θέσις τοῦ Τέμπλου μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen), στοὺς Δυτικοὺς Ναούς.137 Κατ’ ἀναλογίαν τό Rood Screen, εἶναι στὸν ἴδιο τόπο μὲ τὸ δικό μας φράγμα τοῦ Σολέα στὸ ὅριον τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου / Σολέα μὲ τὸν κυρίως Ναόν. Φυσικὰ παλαιότερα καὶ τὸ Βῆμα στὴ Δύση χωριζόταν ἀπὸ τὸν Σολέα/ Πρεσβυτέριον μὲ Καταπέτασμα, πέραν τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου, βλ. κεφ. 72, σ. 278. A. Welby Pugin, A Treatise on Chancel Screens and Rood Lofts, London 1851. Jean-Baptiste Thiers, Dissertations ecclesiastiques, sur Les principaux Autels des Eglises. Les Jubés des eglises. La Clôture du Choeur des Eglises, 1688. 134 Zachary Thomas, A 17th Century Defense of Rood Screens, 3/10/2018 (14/6/2023). 135 Harry Mount, The beauty of the Rood Screens, Catholic Herald 5/8/2018 (14/6/2023). 136 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 147. 137 Wikipedia, Rood Screen, 6/10/2023. 132 133 – 86 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 8-2. Ἅγιος Μάρκος Βενετίας μὲ τὸ Τέμπλο (Rood Screen) μετὰ μετακιονίων Καταπετασμάτων (1850), καὶ ἄνευ Καταπετασμάτων (σύγχρονη ἐποχή), βλ. κεφ. 87. Παρακάτω ἔχουμε τὴν Βασιλικὴ τῆς Ῥώμης τοῦ 8ου αἰ., Santa Maria, Cosmedin, μὲ Τέμπλον, τὸν χῶρον τῶν Ψαλτῶν, καὶ δύο Ἄμβωνες, μὲ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, ἀλλὰ καὶ Κιβώριον τοῦ 13ου αἰ..138 Εἰκ. 8-3. Santa Maria, Cosmedin138,139. Λείπουν οἱ θύρες, καὶ τὰ μετακιόνια Καταπετάσματα καὶ τοῦ φράγματος, καὶ τοῦ Κιβωρίου. Φαίνεται ἐπίσης, τὸ Τέμπλον, καὶ ὁ «Κλῆρος» (Schola Cantorum, ὁ χῶρος δηλαδὴ τοῦ Ἄμβωνος (2) καὶ τῶν Ψαλτῶν) μὲ σχετικὰ ὑψηλὸν τοῖχον, βλ. δικό μας σημερινὸ Σολέα. 138 139 Wikipedia, Rood Screen (14/6/2023). Schola Cantorum, Ἰταλική Wikipedia (28/6/2023). – 87 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ὅμως, «Ξεκινώντας ἀπό τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος, σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς γιὰ ἀνανέωση τύπου μπαρόκ καὶ κυρίως μὲ τὶς νέες λειτουργικές διατάξεις τῆς Συνόδου τοῦ Τρέντο (1545-1563), τὰ περισσότερα schola cantorum (καί rood screen) γκρεμίστηκαν (ἀποσυναρμολογήθηκαν), γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ τὸ κεντρικό κλῖτος τῶν δυτικῶν ἐκκλησιῶν ἀπό ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέπλεκαν τὸν χῶρο του καὶ περιόριζαν τὸν εὐάερο (sic) χαρακτῆρα του, ὥστε νά τονιστεῖ ὁπτικά καί δομικά τό Ἱερὸ ὡς ἡ λειτουργική καρδιά του κτιρίου», βλ. ὑποσ. 139. Βλέπε καὶ τόν M. Klaus Gamber: The Reform of the Roman Liturgy: Its Problems and Background: «Ἡ χρῆσις τῶν Καταπετασμάτων (βῆλα), τὰ ὁποῖα ἦταν πάντα μέρος τοῦ Ἱεροῦ, καὶ τοῦ Ἄμβωνος / χώρου τῶν Ψαλτῶν140 (Choir screen, Chancel), τελικὰ καταργήθηκε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μπαρόκ (Baroque period)141» (σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Gamber μᾶς λέει ὅτι στὴν Γερμανία ἀφαιρέθηκαν ὑπὸ τὶς διαταγὲς τῶν κοσμικῶν ἀρχῶν, τὴν περίοδο τοῦ «Διαφωτισμοῦ»)142 [17ος-18ος αἰ.]. Εἰκ. 8-4. Δυτικός Ναός, Ἐπιβιώσαν Rood Screen ἄνευ Καταπετασμάτων (εὔχομαι νὰ μὴ φθάσουμε νὰ λέμε «ἐπιβιώσαν» γιὰ τὰ Τέμπλα μας). Λείπει ἐπίσης τὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ. Στοὺς Δυτικούς, ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν εἶναι ἀκόμη μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερόν, ὅπως καὶ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, βλ. Britannica. Σὲ αὐτὸν τὸν χώρο μεταξὺ Ἱεροῦ καὶ κυρίως Ναοῦ στέκονταν καὶ οἱ Μοναχοί. 141 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 126. 142 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 147. 140 – 88 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 8-5. Rood Screen (=Χώρισμα/Τέμπλο μὲ Σταυρό).132 Εἰδικὰ τὸ Cathedral Screen (ἀριστερά) εἶναι συμπαγέστατο σὰν τὸ δικό μας Τέμπλο. Τὸ δεξιὸ δὲν εἶναι συμπαγές, ἀλλὰ πρὶν τὴν Μεταρρύθμιση καὶ τὸν «Διαφωτισμό» εἶχε μετακιόνια καταπετάσματα. Στὴν παραπάνω φωτογραφία τὸ Ἀναλόγιον εἶναι στὸ κέντρον τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα μετὰ τὴν εἴσοδο στὸ Πρεσβυτέριον ἀπὸ τὸ Rood Screen. Εἰκ. 8-6. Τὸ Ἀναλόγιον στὸ κέντρον τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα, μετὰ τὸ Τέμπλο μὲ τὸν Σταυρόν. – 89 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 8-7. Τό Rood Screen (φράγμα τοῦ Σολέα) τοῦ Westminster Abbey (πρὸς ἀνατολάς).143 Εἰκ. 8-8. Τό Rood Screen τοῦ Westminster Abbey, καὶ ὁ σημερινὸς (συρρικνωμένος) χῶρος τῶν Ψαλτῶν (πρὸς δυσμάς).144Πρβλ. Εἰκ. 9-8. 143 144 Westminster Abbey – The Nave, www.westminster-abbey.org. 6/10/2023. Westminster Abbey – The Quire, www.westminster-abbey.org 6/10/2023. – 90 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Στὶς παραπάνω φωτογραφίες βλέπουμε τό Rood Screen τοῦ Westminster Abbey. Κι ὅμως τό 1881 εἶχαν τινὲς ἔτοιμα τὰ σχέδια κατεδάφισης145 αὐτοῦ τοῦ Rood Screen. Εὐτυχῶς δὲν κατεδαφίστηκε. Δὲν εἶχε ὅμως τὴν ἴδια τύχη τό Rood Screen στὴν Παναγία τῶν Παρισίων, τὸ ὁποῖον κατεδαφίστηκε, καὶ θάφτηκε. Μάλιστα τώρα μὲ τὶς ἐργασίες ἀναστήλωσης μετὰ τὴν φωτιά, βρίσκουν κομμάτια του θαμμένα κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο!146 Εἰκ. 8-9. Τό κατεδαφισθὲν συμπαγές Rood Screen τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων.147 Proposed destruction of the Choir screen of Westminster Abbey; The Interior of the Abbey as at present; The interior of the Abbey with the screen removed; from The Illustrated London News (1881). 146 Le figaro, Claire Bommelaer, Pour dégager le jubé disparu de Notre-Dame de Paris, les archéologues obtiennent un sursis (1/4/2022). 6/10/2023. 147 Жюбэ, renardetraisin.livejournal.com/130914.html . 6/10/2023 145 – 91 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Καὶ στὴν Γαλλία ὅμως, τον 17ον αἰ., πρὶν τὴν Ἐπανάσταση, κατεδαφίστηκαν κατὰ κόρον τὰ Τέμπλα μὲ τὸν Σταυρό (Rood Screen), ὅπως καὶ οἱ Ἄμβωνες148 καὶ μάλιστα πρωτοστάτες ἦσαν οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι.149 Εἰκ. 8-10. Frans Hogenber – The Calvinist Iconoclastic Riot of August 20, 1566. Δηλ. ἡ Καλβινιστικὴ Εἰκονοκλαστικὴ (Εἰκονομαχικὴ) ἐξέγερση τῆς 20ῆς Αὐγούστου 1566. Wikimedia, 11/11/2023. Gregory DiPippo, Two Designs for Notre-Dame de Paris, “it should be remembered that well before the Revolution, in the 17th-century, French churches underwent a first wave of vandalism with the destruction of countless rood screens.”, 26/4/2019. (6/10/2023) 149 “Aelredus Rievallensis”, Whatever Happened to French Rood Screens? Fr. Thiers’ Dissertation Ecclésiastique sur les Jubés, “Fr. Jean-Baptiste Thiers’ Treatise on Jubés, a polemical treatise written in protest of the widespread destruction of rood screens and ambos led by the Gallican episcopacy and canonical chapters during the 17th century.” 8/8/2018. (6/10/2023). 148 – 92 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Μάλιστα ὁ Fr. Jean-Baptiste Thiers (1636-1703), ὀνομάζει τοὺς καταστρέφοντας τὰ Τέμπλα καὶ τοὺς Ἄμβωνες, Ἀμβωνοκλάστες.150 Καλύτερα ὅμως Τεμπλοκλάστες (ἀπὸ τὸ Τέμπλον, καὶ τὸ κλάω/κλῶ = σπάζω, σπάζω σὲ κομμάτια), ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ἀναβίωση τῶν Εἰκονοκλαστῶν τοῦ Βυζαντίου σὲ διαφορετικὴ παραλλαγή. Σύγκρινε παρακάτω τὶς παρόμοιες Βασιλικές στὴν Ἰταλία, δύο Μοναστηριῶν, στό Valle Porclaneta, καὶ στό Lago (Moscufo). Στὴν πρώτη τὸ Τέμπλο εὐτυχῶς διατηρήθηκε, βλ. κεφ. 86, ἀλλὰ στὴν δεύτερη ὄχι («ἀλλαγές» ἔγιναν τὴν ἐποχὴ τοῦ Μπαρόκ, 1733).151 Εἰκ. 8-11. Βασιλικὴ τῆς Παναγίας στό Lago (Moscufo), Ἰταλία, μὲ γκρεμισμένο/ἀφαιρεμένο τό ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Rood Screen). Σύγκρινε μέ τό κεφ. 86. Zachary Thomas, A 17th Century Defense of Rood Screens (Fr. Jean-Baptiste Thiers), “Those who have removed the jubés from our churches have taken a position entirely opposed to the teaching of St. Ambrose. St. Ambrose says that we must preserve the established customs of the churches in their entirety. The ambonoclasts want to abolish them entirely. St. Ambrose claims that abolishing the churches’ received customs gives scandal. The ambonoclasts imagine that abolishing these customs will edify the faithful. St. Monica held faithfully to his teaching. The ambonoclasts abandon it without scruple. St. Augustine respected this teaching like an oracle descended from Heaven: Ita semper habui tamquam eam caelesti oracule susceperim. The ambonoclasts reject it. St. Augustine adopted this teaching and commends all wise and prudent Christians to practice it as the best and surest guide: Hac disciplina ulla est melior gravi prudentique Christiano, quam ut eo modo agat quo agere viderit Ecclesiam ad quam forte devenerit. The ambonoclasts act entirely to the contrary. Behold the respect they have for the teaching of the holy Fathers and Doctors of the Church.” 3/10/2018 (14/6/2023). 151 Wikipedia (it), Chiesa di Santa Maria del Lago (Moscufo). 23/11/2023. 150 – 93 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 8.1 Πότε μαρτυρεῖται τό πρῶτο ὑψηλὸ φράγμα (στὴν θέσιν τοῦ Rood Screen), πέραν τοῦ Καταπετάσματος; Τὸ πρῶτο ὑψηλὸ φράγμα, ὡς χώρισμα τοῦ (δυτικοῦ) Πρεσβυτερίου ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν (ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Rood Screen), μαρτυρεῖται ἤδη ἀπὸ τὸν Δʹ αἰ.. Βλ. κεφ. 79. – 94 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 9 Ὁ ἐπιβλητικὸς Ἄμβων, καὶ ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν Ἀρχικὰ θὰ ὑπῆρχε ἕνα εἴδος Ἀναλογίου ὡς τόπος τῆς ἀναγνώσεως. Κατόπιν δημιουργήθηκε ὁ Ἄμβων καὶ τοποθετήθηκε στὸ δυτικὸν ἄκρον τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Βλ. «Διαθήκη τοῦ Κυρίου», κεφ. 4, ὑποσ. 16, ὅπου λέει: «ὁ τόπος τῆς ἀναγνώσεως νὰ εἶναι λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα», λίγο «ἔξω», δηλ. λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Στὸ Ὀκτάγωνο Φιλίππων, βλ. κεφ. 79, βλέπουμε τὸν πρῶτον Ἄμβωνα ἐντὸς τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), στὸ νοτιοδυτικὸν μέρος. Ἀργότερα, ἐπειδή «κατέβηκε» ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ τὴν Κόγχη στὸ Πρεσβυτέριον (Σολέα), καὶ ὑψώθηκε τὸ (ἴσως) χαμηλὸ φράγμα τοῦ Σολέα, δημιουργήθηκε νέος Ἄμβων στὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ καὶ πρὸς νότον. Στὴν Ἁγία Σοφία, ἔχουμε τὸν μέγα ὀγκόλιθο τοῦ Ἄμβωνος (κεφ. 80, σ. 294) ἔμπροσθεν τῶν ἁγίων θυρίων (ἁγίων θυρῶν), καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Ἄμβωνος τοὺς Χοροὺς τῶν Ψαλτῶν (οἱ ὁποῖοι ἀνέβαιναν καὶ ἐπὶ τοῦ Ἄμβωνος γιὰ νὰ ψάλλουν). Ὁ Ἄμβων λοιπὸν, ἀπὸ μόνος του, καὶ μὲ τοὺς Χοροὺς τῶν Ψαλτῶν, ἔκοβε μεγάλως τὴν πρόσβαση τῶν ὀφθαλμῶν πρὸς τὸ Ἱερὸ152 ἀπὸ τὸ κέντρο καὶ κατ’ ἀπόκλισιν, λόγῳ τοῦ τεραστίου ὄγκου καὶ ὕψους του, καὶ τοῦ μεγάλου δακτυλίου τῶν κιόνων, ἂν καὶ οἱ Πιστοὶ ἦσαν ὡς ἐπὶ τῶν πλεῖστον ἐπὶ τῶν στοῶν/κλιτῶν, καὶ μὲ παραπετάσματα, βλ. κεφ. 4 - 5. Δυστυχῶς δὲν ἔχουμε δεῖ ἀκόμη κάποια Κάτοψη τῆς Ἁγίας Σοφίας νὰ ἀπεικονίζει (μετ’ ἀκριβείας) τοὺς χοροὺς τῶν Ψαλτῶν, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ κατελάμβαναν μεγάλο χῶρο, βλ. π.χ. τὸν χῶρο τῶν Ψαλτῶν στό Westminster Abbey, Εἰκ. 9-8. Παρότι «Σολέας» στὴν Ἁγία Σοφία θεωρεῖται ὁ ἐπιμήκης ἐντοιχισμένος διάδρομος ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια στὸν Ἄμβωνα, ἐν τούτοις ὑπῆρχε κάποιου εἴδους χώρισμα μεταξὺ τοῦ Ἄμβωνος / Χώρου τῶν Ψαλτῶν, καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ (ποὺ δὲν διασώθηκε), ὅπως ὑπάρχει καὶ σήμερα σὲ ἐμᾶς χαμηλὸ χώρισμα τοῦ σημερινοῦ Σολέος ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό, εἶτε νοητό π.χ. μὲ ὁριοθέτηση μίας βαθμίδος, εἴτε χτιστό π.χ. μὲ θωράκια, μὲ κάγκελα, κτλ.. Βλ. τὴν διαχωριστικὴ γραμμὴ στὸ Ποτὲ δὲν ἦταν ἡ θέα τοῦ Ἱεροῦ τὸ ζητούμενον στοὺς Ναούς, καὶ οἱ πιστοὶ ἦσαν κυρίως στὰ κλίτη, κεφ. 4, σ. 27, ὅπως καὶ σήμερα. Τὸ ζητούμενον στοὺς Ναοὺς δὲν ἦταν ἡ περιέργεια, ἀλλὰ ἦταν ἡ Προσευχὴ, τὰ Ἀναγνώσματα, ἡ Δοξολογία, τὸ Κήρυγμα, οἱ εὐλογίες τῶν Ἱερέων, καὶ πρὸ παντὸς ἡ Θεία Κοινωνία, βλ. κεφ. 15. «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται» (Ματθ. καʹ 13). 152 – 95 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ἔδαφος τῆς Ἁγίας Σοφίας, στὴν Εἰκ. 9-1, (ἐπίσης, κεφ. 82). Ἐπίσης βλ. Ἀντωνιάδου σχετικὰ μὲ τὸ «Δυτικὸν περίφραγμα».153 Εἰκ. 9-1. Ἁγία Σοφία. Ὁ κυρίως Ναός, ὁ Ἄμβων καὶ τὸ Ἱερόν Βῆμα μὲ τὸ ὑψηλὸ φράγμα, τὸ Ἱερὸν Κιβώριον, τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν, καὶ τὸ πολύβαθμον Σύνθρονον.154 Εἰκ. 9-2. Ὁ Ἄμβων τῆς Ἁγίας Σοφίας (563-1204), βλ. κεφ. 80. Πίσω φαίνεται τὸ Ἱερὸν μὲ κλειστὰ (ἁπλωμένα) τὰ Καταπετάσματα, καὶ τὸ Ἱερὸν Κιβώριον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Λείπουν τὰ ἅγια θύρια (Ἀμφίθυρα) βέβαια. Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας – Τόμος Βʹ, Ἀθῆναι 1908, σ. 72. Rowland J. Mainstone, Hagia Sophia – Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church, Thames & Hudson, New York, 1988, σ. 233. 153 154 – 96 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 9-3. Ὁ 2ος ἄμβων τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), βλ. κεφ. 80. Βλέπε ἐπίσης καὶ τὸν ἀκόμη διατηρούμενο Ἄμβωνα τοῦ Ἱ. Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Καλαμπάκας (κεφ. 81.4), καίτοι φυσικὰ πολὺ μικρότερος, ἀλλὰ καὶ πολὺ στενότερος εἰδικὰ στὸ κέντρο του, λόγω ἐλλείψεως μεγάλου ἐξωτερικοῦ δακτυλίου κιόνων. Ὁ τόπος ὅπου στέκονται οἱ Ψάλτες, ἦταν μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερόν Βῆμα καὶ τὰ ἅγια θύρια, δίπλα στὸν Ἄμβωνα (στὸν χῶρο τοῦ δικοῦ μας σημερινοῦ Σολέα). Καὶ γιὰ αὐτὸ οἱ ψάλτες ἦσαν παλαιὰ (ἀκόμη καὶ πρὸ 30ετίας) πάντα στὸ κεντρικὸ κλῖτος τοῦ Ναοῦ155, πολὺ κοντὰ στὰ ἅγια θύρια, ἀκόμη καὶ ἀκριβῶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια. Βλέπε, γιὰ παράδειγμα, τὶς φωτογραφίες ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παύλο Κορίνθου, Εἰκ. 7-22, τὴν Ἁγία Βαρβάρα (Μετόχιον Σινᾶ), Εἰκ. 6-1, τὸν παλαιὸ Ναὸ στὸ Πέραμα Ἰωαννίνων, Εἰκ. 9-4, τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Κατερίνης, Εἰκ. 9-5. 155 Θωμᾶς Ἀποστολόπουλος, Ὁ τόπος ὅπου στέκονται οἱ Ψάλτες, Πεμπτουσία 19/11/2021 (20/6/2023). – 97 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τώρα τὰ Ἀναλόγια (καὶ οἱ Ψάλτες) ἐξοστρακίζονται (εὐτυχῶς ὄχι παντοῦ) στοὺς τοίχους τοῦ Ναοῦ καὶ πιὸ μακρυὰ ἂν γινόταν, γιὰ νὰ γίνει ...εὐάερος ὁ Σολέας (πρβλ. κεφ. 7.3, κεφ. 8). Στὴν δὲ Ἀμερική, σὲ ὁρισμένους Ναούς, πηγαίνουν τοὺς Ψάλτες στὸν Γυναικωνίτη.156 Εἰκ. 9-4. Ἱερὸς Ναὸς Περάματος Ἰωαννίνων (1920), μὲ τὰ δύο Ἀναλόγια πολὺ κοντά, στὸ κεντρικὸν κλῖτος.157 Εἰκ. 9-5. Ἅγ. Χαράλαμπος Κατερίνης (φωτ. ΠΔΠ 2011). Οἱ χοροὶ τῶν Ψαλτῶν (Ἀναλόγια) στὸν Σολέα (δὲν εἶναι περιφραγμένος, ἀλλὰ εἶναι ὑπερυψωμένος κατὰ μία βαθμίδα) στὸ κεντρικὸ κλῖτος τοῦ Ναοῦ. Μὴ πᾶμε καὶ πολὺ μακρυά. Καὶ στὴν Ἀθήνα γινότανε αὐτό, ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Μελέτιο Μεταξάκη (1918-1920), [Νέα Φόρμιγξ (Κ. Α. Ψάχου), ἀρ. φ. 3, Ἰούνιος 1921, ἄρθρον: Ὁ Ἄμβων]. 157 Frédéric Boissonnas, L' Épire berceau des grecs, Genève, 1920, pl. 37. 156 – 98 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 9-6. Παλαιόπιστοι Ῥώσσοι: Ψάλλοντας τὸ Χερουβικὸν (ἐνωμένοι οἱ δύο Χοροί στὸ κέντρο ἔμπροσθεν τῶν ἁγίων θυρίων, Ὡραίας Πύλης) ἀπὸ τὴν θέση τοῦ παλαιοῦ Ἄμβωνος, σ. 339. Στὴν Δύση φαίνονται ἀκόμη καὶ σήμερα ἐλάχιστοι ναοὶ μὲ τοὺς Ψάλτες στὸ κέντρο, καὶ αὐτὸς ὁ χῶρος τοῦ Ἄμβωνος καὶ τῶν Ψαλτῶν, ὁ σημερινὸς δικός μας Σολέας, τὸ δυτικὸ τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου, καλεῖται στὴν Δύση Chancel158 (ἐπειδὴ περιφρασσόταν δυτικὰ ἀπὸ φράγμα), καλεῖται καί «Κλῆρος/Πρεσβυτέριον» (Clergy), καί Schola Cantorum, βλέπε, Durandus, κεφ. 72, σ. 278. Διαχωρίζεται δέ ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό μὲ τὸ Rood Screen132 (ὅσα ἐπιβίωσαν καὶ δὲν ξηλώθηκαν ἀπὸ τὴν Μεταρρύθμιση σὲ πρώτη φάση, καὶ τὸν Διαφωτισμὸ σὲ δεύτερη, βλ. §7.3), δηλ. χώρισμα ποὺ ἔχει ἐπάνω Σταυρό. Μερικὰ εἶναι πανύψηλα συμπαγῆ μαρμάρινα Τέμπλα ὅπως στό Westminster Abbey κ.ἀ., καὶ (εὐτυχῶς) διατηροῦνται μέχρι τῆς σήμερον. Τά Rood Screen (τὰ μὴ συμπαγῆ) φυσικὰ ἔκλειναν μὲ Καταπετάσματα. Βλ. περισσότερες λεπτομέρειες, στὸ κεφ. 8. 158 Συνήθως στὸν ὅρον Chancel συμπεριλαμβάνεται ὅλο τὸ Πρεσβυτέριον (Ἱερὸν καὶ Σολέας). – 99 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 9-7. Δυτικός Ναός, Οἱ χοροὶ τῶν Ψαλτῶν στὸ κέντρον καὶ ἔμπροσθεν τοῦ Βήματος159μὲ κεντρικὸν Ἀναλόγιον (φαίνεται καὶ «μοντέρνο» (ἐποχῆς) Κιβώριον μὲ 3 καταπετάσματα· ἔχει ἀφαιρεθεῖ τὸ Καταπέτασμα ἢ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ μετὰ τὴν Μεταρρύθμιση καὶ τὸν Διαφωτισμό). Βλέπε καὶ τὸ Westminster Abbey. Shawn Tribe, The History and Forms of the Christian Altar: The Later Medieval Form, Liturgical Arts Journal, 18/11/2022 (23/11/2023). 159 – 100 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 9-8. Westminster Abbey (περ. 1897-1922). Ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν (στὰ στασίδια δεξιὰ καὶ ἀριστερά) ἐντὸς τοῦ Rood Screen (ἡ φωτογραφία πρὸς ἀνατολάς). Σήμερα ἔχει συρρικνωθεῖ πρὸς τὰ ἄκρα, ὁ διάδρομος διπλασιάστηκε. Φαίνεται καὶ κεντρικὸ Ἀναλόγιον στὸ βάθος.160 Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 8-8. 160 University of Wisconsin-Madison Library, Interior Westminster Abbey. 23/11/2023. – 101 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 10 Τὰ Ἀμφίθυρα – Καταπετάσματα – Παραπετάσματα – Βῆλα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος Εἴπαμε στό κεφ. 7, ὅτι «ἅπαξ καὶ μαρτυροῦνται ὑψηλὰ φράγματα, τότε «ἀναγκαστικὰ» ὑπάρχουν μετακιόνια Καταπετάσματα, Παραπετάσματα (Εἰκόνες ἀργότερα), ἀλλιῶς δὲν ἔχουν λόγο ὑπάρξεως τὰ ὑψηλὰ φράγματα μὲ μετακιόνια κενά». Εἶναι ἡ φυσικὴ συνέχεια τοῦ παλαιοτέρου μεγάλου Καταπετάσματος. Παρακάτω δίνονται οἱ κυριότερες ἀναφορὲς περὶ Ἀμφιθύρων καὶ Καταπετασμάτων (πρὸ τοῦ 11ου αἰ.). Ὅλες οἱ ἀναφορὲς ἀναλύονται στὰ ἐπόμενα Κεφάλαια τοῦ ἄρθρου, στὶς σημειούμενες σελίδες. Ἁγ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου [PG 3, 1088D-1089B], «ἔξω τῶν θείων παραπετασμάτων», σ. 200, Εὐσεβίου Καισαρείας [PG 20, 865], «ὡς ἂν εἴη τοῖς πολλοῖς ἄβατα, τοῖς ἀπὸ ξύλου περιέφραττε δικτύοις», σ. 201, Μακάριος Ἱεροσολύμων (+335), Ἐπιστολὴ στοὺς Ἀρμενίους, «ὁ λαὸς ἔξω τοῦ καταπετάσματος, καὶ οἱ κατηχούμενοι στὶς ἐξωτερικὲς θύρες νὰ ἀκοῦνε» σ. 202, Κωνστάντιος Βʹ Αὐτοκράτωρ (337-361), «διάλιθα χρυσυφῆ ἀπλώματα τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου πολλά, ἔτι μὴν καὶ εἰς τὰς θύρας τῆς ἐκκλησίας Ἀμφίθυρα χρυσᾶ διάφορα», σ. 204, Ἁγίου Μεγάλου Ἀθανασίου (357), «τὰ βῆλα τῆς ἐκκλησίας», σ. 205, Κανόνες τοῦ Ἁγίου Ἱππολύτου, Δʹ αἰ., σ. 207. Ἁγίου Μεγάλου Βασιλείου (330-379), «Καὶ εἴσω δὲ αὐτὸν τῶν θείων παραπετασμάτων ἔνθα καθῆστο κελεύσας γενέσθαι», σ. 208, Testamentum Domini («Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου»), Δʹ - Εʹ αἰ., «Ἡ Ἁγία Τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ καταπέτασμα (βῆλον)», σ. 209, Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου [PG 61, 313], «πρὶν ἰδεῖν τὰ παραπετάσματα ἀναστελλόμενα», σ. 210, Τοῦ αὐτοῦ [PG 62, 29], «ὅταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τὰ Ἀμφίθυρα», σ. 211, Τοῦ αὐτοῦ [PG 58, 666], «ἂν δὲ ἀναπετάσῃς, ἐκπομπεύεις σου τὸ μυστήριον», σ. 213, – 102 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Τοῦ αὐτοῦ [PG 57, 310-311], «Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια διὰ τοῦτο τὰς θύρας κλείοντες ἐπιτελοῦμεν», σ. 215, Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας [PG 68, 848], «τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος», σ. 221, Θεοδωρήτου Κύρου (393-457), «Διεκοσμεῖτο δὲ καὶ τὸ θεῖον θυσιαστήριον βασιλικοῖς τε παραπετάσμασι», σ. 225, Παύλου Σιλεντιαρίου (563), Ἔκφρασις Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στ. 682 – 838], «στοὺς ὑψηλοὺς τοίχους ποὺ χωρίζουν τὸν ἱερέα ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν Ψαλτῶν», «κλεῖστε τὰ Παραπετάσματα [καλύπτρας] ποὺ κρέμονται στὶς τέσσερις πλευρὲς», «Στὰ ἄκρα τοῦ χρυσοδέτου Καταπετάσματος» σσ. 222, 231, 230, Ἰωάννου Μόσχου (Λειμωνάριον) [PG 87C, 3016C], «αὐτομάτως ἐπήρθη [τὸ καταπέτασμα τὸ ἐπάνω τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου], καὶ ἐσκέπασεν ...», σ. 231, Ἁγ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων [PG 87C, 3984D], «ὁ κοσμητὴς τοῦ Καταπετάσματος», σ. 49, Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ [PG 4, 548D], «Ὅτι καὶ τότε [ὅπως καὶ ...σήμερα, σήμερα = ἐποχή ἁγ. Μαξίμου] παραπετάσματα ἦν περὶ τὸ θυσιαστήριον», σ. 236, Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία, ΙΕΜΘ (ΣΤʹ – Ζʹ αἰ.), [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 389A-421B], «τὸ κιβούριον <κιβώριον> ἐστιν», σ. 237, Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία, ΙΕΜΘ (ΣΤʹ – Ζʹ αἰ.), [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 424B-429C], «[ὁ ἱερεὺς] μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια· ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίῳ [= ἐν σιωπῇ]», σ. 239, μὲ ἐκτενέστατη ἀνάλυση, Χειρόγραφα Barb.gr.336 (Ηʹ αἰ.), σ. 246, καὶ Ἰσιδώρου Πυρομάλλη (Ιʹ αἰ.), σ. 270, Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (Θʹ αἰ.), «Θείας Τραπέζης συγκαλύπτραν με βλέπων», σ. 249, βλέπε ἐπίσης καὶ τὰ ὑπόλοιπα σχετικὰ Κεφάλαια. Νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης, ὅπου τὰ Καταπετάσματα καὶ τὰ Κιβώρια (καὶ ἀργότερα τὰ Rood Screen, Chancel Screen, Schola Cantorum) ἦταν σὲ κανονικὴ – 103 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 χρήση (βλ. Secretum),161, 162 μαρτυρούμενα ἀπὸ τὸν Δʹ-Εʹ αἰ. στὸν Ναὸν τοῦ Ἀπ. Πέτρου (βλ. κεφ. 82), ἀπὸ τοὺς Κανόνες τοῦ Ἁγίου Ἱππολύτου (The Canons of Hippolytus), κεφ. 32, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ΣΤʹ αἰ. σύμφωνα μὲ τόν De Moreau163, Ηʹ – Θʹ αἰ., βλ. σσ. 250, 251, μέχρι τὸν «Διαφωτισμό»164, 165, 166, καὶ μέχρι τόν 19ον αἰώνα (βλ. καί κεφ. 73, σ. 279, Rationale Divinorum Officiorum). Καὶ στοὺς Ἀγγλικανοὺς τὸ ἴδιο. Καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (The Lenten Veil), ποὺ ἦταν ἁπλωμένο συνεχῶς ἀπὸ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς μέχρι τὴν Μ. Τετάρτη, εἰδικὰ στοὺς Ἀρμένιους, Ἀγγλικανούς, ἀλλὰ καὶ Καθολικούς, βλ. κεφ. 10.1. Θὰ δοῦμε ἀργότερα καὶ τὶς πρακτικὲς τῶν Ἀρμενίων, Αἰθιόπων, ποὺ ἀκόμη οἱ μὲν Ἀρμένιοι χρησιμοποιοῦν Καταπέτασμα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τοῦ Ἱεροῦ (φαίνεται ὅτι κι αὐτοὶ εἶχαν Κιβώριον (καὶ μᾶλλον παλαιότερα καὶ παράλληλο φράγμα), βλ. κεφ. 90, καὶ ἐπίσης ὁ Φουντούλης (§19.6) ἀναφέρεται σὲ κιβώριον στοὺς Ἀρμένιους), οἱ δὲ Αἰθίοπες χρησιμοποιοῦν καὶ Κιβώρια, καὶ Καταπετάσματα, κεφ. 104, σ. 350. Ὁ πρωθ. Ἄγγελος Πεφάνης167, λέγει τό 1897 ὅτι «παρὰ δὲ τοῖς Ἀρμενίοις τὸ παραπέτασμα διατηρεῖται μέχρι τῆς σήμερον διαχωρίζον ὁλόκληρον τὸ ἱερὸν ἀπὸ τὸν κυρίως ναόν», βλ. παρακάτω, σ. 350. Φυσικὰ θὰ ἀναφέρουμε ἀναλυτικὰ τὴν Παράδοσιν, δηλ. τὶς πρακτικὲς ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων καὶ δή τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων. Καὶ σὲ ἐμᾶς ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολικὴ ΠαράGuillaume Durand (Gulielmo Durando), Rationale Divinorum Officiorum (Caput III, De Picturis, et Cortinis, et Ornamentis Ecclesiae), Neapoli 1859, σ. 29, βλ. παρακάτω σ. 278. 162 T. M. Thibodeau, The Rationale divinorum officiorum of William Durand of Mende, A new translation of the prologue and book one, Columbia University Press, 2010, σ. 43. 163 Γεώργιος Ν. Φίλιας, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν στὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1997, σ. 51: «Στὴ Ῥώμη τὰ πρῶτα βῆλα, τὰ ὁποῖα ἀπέκλειαν τὴ θέα τοῦ κιβωρίου, ἐμφανίστηκαν περὶ τὰ τέλη τοῦ ΣΤʹ αἰώνα», μὲ ἀναφορὰ στόν: E. De Moreau, «Recitation du canon de la Messe a voix basse”, Nouvelle revue theologique 51, 1924, σ. 87. 164 Jean-Baptiste Thiers, Dissertations ecclesiastiques, ..., ὅ.π., σ. 81. 165 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σσ. 126, 147. 166 Schola Cantorum, Wikipedia. 26/6/2023. 167 Πρωθιερέως Ἀγγέλου Πεφάνη, Ἐρμηνεία τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπ. Κων/πόλεως τοῦ Χρυσοστόμου (Ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), ἐν Ἀθήναις, 1897, σ. 17. 161 – 104 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» δοσις τοῦ Καταπετάσματος διασώζεται (καίτοι πολὺ σοφὰ μονιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μέρος τοῦ Καταπετάσματος διὰ τοῦ Τέμπλου-Εἰκονοστασίου), ὅπως τονίζεται ἰδιαίτερα στό κεφ. 17, 18. Ἐπίσης βλ. κεφ. 95 - 101. Διάφορα δικά μας Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ (σωζόμενα ἀπὸ τό 1400 καὶ μετά), ἀναλύονται στὴν ἐργασία τῶν Βρυζίδη καὶ Παπασταύρου168. Ὁ Παῦλος ὁ Σιλεντιάριος στὴν Περιγραφὴ τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας169, περιγράφει τὸ Τέμπλον ὡς ἀναλύεται στὸ κεφ. 44. Στὸ ἐπιστήλιο τοῦ Τέμπλου (φράγματος) στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὑπῆρχαν μορφὲς τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, Ἁγίων, βλ. Εἰκ. 10-2. Εἰκ. 10-1. Ἀναπαράσταση τοῦ φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς Ἁγίας Σοφίας170, 171, μὲ κλειστὰ (ἁπλωμένα) τὰ Παραπετάσματα. Nikolaos Vryzidis and Elena Papastavrou, Notes on the Sanctuary Curtain: Symbolisms and Iconographies in the Greek Church, Cahiers balkaniques, 48, 2021. 169 Γράφτηκε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς Ἁγίας Σοφίας μετὰ τὴν κατάῤῥευση τοῦ τρούλου τό 558, βλ. Wikipedia 14/6/2023. 170 Hagia Sophia's church in the byzantine time (lamprotes1), 16/6/2023. 171 Henri de Villiers, The Lenten Veil (Velum Quadragesimale) - translated by Zachary Thomas, March 9, 2018. (21/6/2023). 168 – 105 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 10-2. Τὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), κεφ. 83. Λείπουν τὰ Ἀμφίθυρα, καὶ φυσικὰ οἱ Κιγκλίδες / Κίονες εἶχαν Παραπετάσματα ἀνάμεσά τους, μὲ Σταυρούς, σχέδια/εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, κ.ἄ. Μετακιόνια Καταπετάσματα, βλέπουμε στὴν λειψανοθήκη τοῦ 440 μ.Χ. στήν Pola (Samagher), Κροατία, ἡ ὁποῖα ἀπεικονίζει τὸν Παλαιοχριστιανικὸ Ναὸ τοῦ Ἁπ. Πέτρου Ῥώμης (τὸ μαρτυρεῖο τοῦ Ἀπ. Πέτρου, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἱερό ἦταν πίσω ἀπὸ τοὺς Κίονες), βλέπουμε στὸν Ἅγιο Ἀπολλινάριο Ῥαβέννας, βλέπουμε ἐπίσης στὸ Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου Βʹ (10ος αἰ.), σσ. 257, 253, κ.ἀ.. Φυσικὰ καὶ σὲ ἐμᾶς, στὰ Τέμπλα, τὸ Καταπέτασμα ἐπάνω τῶν ἁγίων θυρίων, εἶναι οὐσιαστικὰ μετακιόνιο Καταπέτασμα, ἀπόγονος τῆς Παραδόσεως τῶν παλαιῶν Καταπετασμάτων. Εἰκ. 10-3. Λειψανοθήκη τῆς Pola (Samagher), Κροατία, 440 μ.Χ., κεφ. 82. – 106 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Βλέπε ἐπίσης, καὶ τὰ Καταπετάσματα στοὺς Κίονες (Κιγκλίδες) / Τέμπλο (Rood Screen) τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, κεφ. 87. Τὴν σήμερον ἔχουν πρὸ πολλοῦ ἐξαφανιστεῖ. Εἰκ. 10-4. Ἅγιος Μάρκος Βενετίας. Μετακιόνια Παραπετάσματα. Ὁ δέ πρωτ. Κ. Ν. Καλλίνικος λέγει ὅτι τὸ κιγκλίδωμα [οἱ Κιγκλίδες, οἱ Κίονες] δὲν ἦτο τὸ πᾶν. Ὕπερθεν αὐτοῦ παρεξεκρέμαντο, ἐν εἴδει αὐλαίας φρικωδεστάτου θεάτρου, τὰ βῆλα, ἢ καταπετάσματα, ἢ ἀμφίθυρα, δι’ ὧν, καταπιπτόντων, ἢ ἀνελκομένων, ἐσημειοῦντο τὰ κρισιμώτερα στάδια τῆς θ. ἱερουργίας. Οἱ Πατέρες, πλέον ἢ ἅπαξ, ποιοῦνται λόγον περὶ αὐτῶν»172. Τό βιβλίον τοῦ Δʹ - Εʹ αἰ. «Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (Testamentum Domini) λέγει γιὰ τὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διασώζει ὁ Ὀρλάνδος173: «Ἡ Ἁγία Τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ καταπέτασμα (βῆλον) ἐκ καθαρᾶς βήσσου ἐπειδὴ εἶναι ἄσπιλος, διὰ βήλου δ’ ὡσαύτως πρέπει νὰ καλύπτεται τὸ βαπτιστήριον (ἡ κολυμβήθρα)». Βλέπε παρακάτω στὶς ἀναφορές, τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγ. Ἀπολλιναρίου Ῥαβέννας, σ. 326, καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο Θεσ/νίκης (Ῥοτόντα), σσ. 321-324, μὲ ἀπεικονίσεις Καταπετασμάτων καὶ Κιβωρίων. Πρωτ. Κων/νου Ν. Καλλινίκου, Ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ, Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκ τοῦ Πατρ. Τυπογρ. 1921, σσ. 128-129. 173 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ ...», ὅ.π., σ. 29. 172 – 107 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ὁ H-J Schulz174 ἀναφερόμενος στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (σ. 211), ὁμιλεῖ γιὰ καταπετάσματα (κουρτίνες) τοῦ Ἱεροῦ· “[…] the closure of the vault, the domesupporting canopy (ciborium) over the altar, and the chancel curtains, which when drawn aside after the epiclesis ‘allow the heavens to open and the hosts of angels to come forth’”, (βλ. παρακάτω σ. 211). Δηλ. «ἡ κλεῖσις τοῦ Ἱεροῦ, τὸ Κιβώριον ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ οἱ κουρτίνες τοῦ Ἱεροῦ (ἀμφίθυρα), οἱ ὁποῖες ὅταν ἄνοιγαν μετὰ τὴν ἐπίκληση» καὶ ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου· «τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τὸν οὐρανὸν ἄνωθεν, καὶ κατιέναι τοὺς Ἀγγέλους». Ὁ ἀρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης λέει: «τὸ Θυσιαστήριον περιεβάλλετο κυκλόθεν ἀπό πολύτιμα παραπετάσματα, δύο ἤ τρία κατά σειράν: αʹ) τοῦ κιγκλιδώματος, ὅπου τό σημερινόν τέμπλον τῶν Ὀρθοδόξων ἤ «τό περιστύλιον τῶν κανονικῶν» τῶν λατινικῶν Βασιλικῶν ἤ τό μέγα καταπέτασμα τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, βʹ) τοῦ Κιβωρίου καί, γʹ) τῶν τιμίων Δώρων. Ἔτσι, τό Θυσιαστήριον παρέμενε ἀθέατον άπό τούς πιστούς».175 Νὰ προσθέσουμε στὰ τοῦ π. Νικοδήμου, ὅτι ὑπῆρχεν καὶ τὸ φράγμα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου, ὅπως ἐκτενῶς ἀναλύσαμε στά κεφάλαια 6 ἕως 8. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ καὶ σὲ αὐτὴν τὴν ἐνότητα τῶν Βήλων καὶ τῶν Καταπετασμάτων (πρβλ. §7.3), ὅτι οἱ πρώτοι ποὺ ἀφαίρεσαν τὰ βῆλα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἴσως κατήργησαν (πρὸς καιρόν) τὴν λετουργικὴν χρήσιν των ἐὰν δὲν τὰ ἀντικατέστησαν, εἶναι οἱ αἱρετικοὶ Ἀρειανοί (κεφ. 30), καὶ οἱ αἱρετικοὶ Εἰκονομάχοι / Εἰκονοκλάστες (726-842), ἐπειδὴ τὰ βῆλα / παραπετάσματα / καταπετάσματα, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔφεραν ἱερὲς ἀπεικονίσεις.124 Στὴν Δύση ὑπῆρχαν μερικοὶ ποὺ ἔσχιζαν τὰ Καταπετάσματα, βλ. ὑποσ. 177, καὶ σίγουρα καὶ σὲ ἐμᾶς πολλοὶ αἱρετικοὶ θὰ ἀκολουθοῦσαν παρόμοια τακτική. Καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους λόγους τῆς ἐξελίξεως τοῦ Καταπετάσματος, σὲ Ὑψηλὸ φράγμα μὲ μετακιόνια παραπετάσματα, καὶ στὴν συνέχεια σὲ συμπαγὲς Τέμπλον-Εἰκονοστάσιον. Διὰ νὰ μὴν τὸ ἀφαιροῦν εὔκολα οἱ ἐπίδοξοι νεωτεριστὲς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.176 Hans-Joachim Schulz, The Byzantine Liturgy (Die byzantinische Liturgie), 1986 (1980), σ. 33. Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Ἡ Μυστικὴ Ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐκδ. Τῆνος, Ἐν Ἀθήναις 2011, σ. 202. 176 Βρίσκουν τρόπους ὅμως, τῇ ἀνοχῇ καὶ ἀδιαφορίᾳ τοῦ Λαοῦ. 174 175 – 108 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 10.1 Τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (Lenten Veil) Στοὺς Καθολικούς, Ἀγγλικανούς, καὶ Ἀρμένιους, τὸ χαρακτηριστικὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (The Lenten Veil) ἦταν ἁπλωμένο (κλειστό) συνεχῶς ἀπὸ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς μέχρι τὴν Μ. Τετάρτη.177, 178 Ὑπάρχει μαρτυρία, ἤδη ἀπὸ τό 878, ὅπου ὁ Βασιλεὺς Alfred τῆς Ἀγγλίας ὅριζε πρόστιμο σὲ ὅποιον ἔσχιζε Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς (οἱ νεωτεριστὲς ποτὲ δὲν ἔπαψαν). Στοὺς Ἀρμένιους εἰδικά, τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει κλειστό συνεχῶς, κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστή, καὶ ἀνοίγει τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων μὲ εἰδικὴ ἀκολουθία, Turen Patzek (door-opening).179 Παρότι εἶναι συνεχῶς κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα, οἱ Ἱερεῖς μποροῦν νὰ εἰσέρχονται καὶ νὰ ἐξέρχονται διότι οἱ εἴσοδοι εἶναι στὰ πλάγια, βλ. τὶς εἰκόνες στὸ κεφ. 104. Ἐνίοτε τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς, ἔμενε μᾶλλον ἀναγκαστικὰ ξεδιπλωμένο, καὶ ἴσως δὲν δίπλωνε ἅπαξ καὶ κρεμάστηκε, βλ. Εἰκ. 10-5. Βέβαια στὶς ἡμέρες μας, βλέπει κανεὶς τὸ ἑξῆς παράλογο (ἐκτὸς Ὀρθοδοξίας): εἴτε κλείνουν (=ξεδιπλώνουν) τὸ Καταπέτασμα, καὶ μετὰ τοποθετοῦν νέα Τράπεζα μπροστὰ ἀπὸ αὐτό, εἴτε τὸ ἀναρτοῦν πίσω ἀπὸ τὴν Τράπεζα. Ἐνῷ κανονικὰ ἡ Παράδοσις εἶναι ὅτι τὸ Καταπέτασμα ἀποκρύπτει τὴν Τράπεζα, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Λαόν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Ψάλτες καὶ τοὺς Μοναχούς ποὺ εὐρίσκονται στὸ (δυτικόν) Πρεσβυτέριον (Σολέα). Σὲ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, αὐτὸ θὰ ἦταν ἀνάλογο, κάποιος νὰ κλείνει τὸ Καταπέτασμα, καὶ μετὰ νὰ βάζει τραπέζι γιὰ Τράπεζα μπροστὰ ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα, μπροστὰ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη! Francis Bond, The Chancel of English Churches, Oxford University Press 1916, σσ. 101-102, 103: «Στὴν ἀρχαῖα Χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἡ ἁγία Τράπεζα καλυπτόταν (screened from view) γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα [δὲν εἶναι καθόλου μικρό], ὄχι μόνο στὴν Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε Λειτουργία, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνάγνωσης τῆς Εὐχῆς τοῦ Καθαγιασμοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἀποκρυσταλλώθηκε καὶ διαιωνίστηκε στὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὅπου σὲ κάθε ἐκκλησία ὑπάρχει πλέον ὄχι Καταπέτασμα ἀλλὰ Εἰκονοστάσιον (Τέμπλον), ὥστε ὁ Καθαγιασμὸς νὰ μὴν φαίνεται ἀπὸ τὸν κόσμο», «Εἶναι ὀλοφάνερο ὅτι τὸ Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς ἦταν σὲ καθολικὴ χρήση στὶς Ἀγγλικὲς Ἐκκλησίες. Τό 878 ὁ Βασιλεὺς Alfred ὄρισε πρόστιμο 120s γιὰ ὅποιον ἔσχιζε Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς. Σὲ μερικὲς περιπτώσεις παραμένουν οἱ γάντζοι, οἱ ἀκίδες, ἢ τὸ σύρμα ποὺ τραβιόταν τὸ καταπέτασμα· γιὰ παράδειγμα στοὺς καθεδρικοὺς τοῦ Salisbury καὶ τοῦ Ripon …. », «ἀπὸ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς μέχρι τὴν Μ. Τετάρτη, ἦταν ἁπλωμένο ἀνάμεσα στὸν λαό καὶ τὸ Ἱερό». 178 Henri de Villiers, The Lenten Veil (Velum Quadragesimale) - translated by Zachary Thomas, March 9, 2018. (21/6/2023). 179 Veil of Separation: The Altar Curtain in the Armenian Church. 15/6/2023. 177 – 109 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 10-5. Καταπέτασμα τῆς Σαρακοστῆς στὸν Καθεδρικό Ναό Gurk τῆς Αὐστρίας (1458).178 Σὲ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους,180 ὄχι μόνον τὴν Μ. Τεσσαρακοστή (βλ. §18.1), ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε Λειτουργία κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη, τὰ ἅγια θύρια μὲ τὸ Καταπέτασμα, στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ἤτοι ἀμέσως μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον καὶ μέχρι τὸ Μετὰ φόβου.181 Βλ. κεφ. 18, καὶ πρβλ. ὑποσ. 177. Ἰδιαίτερα δέ στὴν Προηγιασμένη Λειτουργία, τὸ Καταπέτασμα, ἡ Ὡραία Πύλη εἶναι σχεδὸν συνέχεια κλειστή (ἐκτὸς τῶν ἀναγκαίων εἰσόδων). 10.2 Ὅτι τὸ κεκλεισμένον Καταπέτασμα ἐστὶ καὶ Ταμιεῖον Προσευχῆς Βλέπε τὴν ἀνάλυσιν εἰς τὴν ἐνότητα «Ὅτι τὸ κεκλεισμένον Κιβώριον ἐστὶ καὶ Ταμιεῖον Προσευχῆς», κεφ. 11.2, σ. 117. Ἰω. Φουντούλης: «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. 181 Ἄσχετα ἂν δὲν τηρεῖται σήμερα παντοῦ, κρίμασι οἷς Κύριος οἶδε. 180 – 110 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 11 Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον μὲ τὰ Παραπετάσματα (Τετράβηλα) Ὁ Ὀρλάνδος λέγει (γενικὰ) ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ Γʹ αἰ. ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐφωδιάσθη διὰ κιβωρίου, τὸ δὲ διὰ τὸν κλῆρον τμῆμα τοῦ Ναοῦ ἀπεχωρίσθη τοῦ ὑπολοίπου χώρου διὰ κιγκλίδων ἢ καταπετάσματος.182 Ὁ πρωθ. Ἄγγελος Πεφάνης183, λέγει τό 1897 ὅτι «ἄνωθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἦτο ἕν τισι ναοῖς εἶδός τι σκηνώματος ἐπίσης τετραπλεύρου ὑποβασταζομένου ὑπὸ τεσσάρων κιόνων μετὰ πλευρῶν τοξοειδῶν καὶ θόλου ὑπεράνω, ἔχοντος σχῆμα κωνικόν ἢ συνηθέστερον [ἡμι]σφαιρικόν· ἐκ τῶν ἀψίδων ἐκρέμαντο παραπετάσματα, ἅτινα ἐν ταῖς ἐπισημοτέραις στιγμαῖς τῆς θείας μυσταγωγίας ἐκλείοντο (ὑποσ. τοῦ ἰδίου: ὡς καὶ νῦν ἐν τισι τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς), ἀπὸ δὲ τοῦ κέντρου τοῦ θόλου κατήρχετο ἄλυσις ἀφ’ ἧς ἦτο ἀνηρτημένη περιστερὰ (σύμβολον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐφυλάσσετο ὁ ἅγιος Ἄρτος. Εἰκ. 11-1. Παλαιὸν ἀρτοφόριον184 κρεμάμενον ἐπὶ τοῦ Κιβωρίου. Ὁ δέ πρωτ. Κ. Ν. Καλλίνικος λέγει ὅτι «Ὕπερθεν δὲ τοῦ θυσιαστηρίου ὡς οὐρανός τις μυστικοῦ κόσμου διαπλοῦται, ἔστιν ὅτε, τὸ κιβώριον ἢ κουβούκλιον, σκέπον τὰ ὑπ’ αὐτό, ὡς τὸ ἀργυροέγκαυστον ἐκεῖνο τοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας θυσιαστηρίου, τὸ εἰς σφαῖραν (ἢ μῆλον) πρὸς τὰ ἄνω ἀπολῆγον, φέρουσαν σταυρὸν ὑπερτέλλοντα»185. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ ...», ὅ.π.,, σ. 21. Πρωθιερέως Ἀγγέλου Πεφάνη, Ἐρμηνεία τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας ..., ὅ.π., σ. 19. 184 Shawn Tribe, The History and Forms of the Christian Altar: The Paleochristian and Early Medieval Forms, 18/11/2021 (21/6/2023). 185 Πρωτ. Κων. Ν. Καλλινίκου, Ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ, ὅ.π., σσ. 146. 182 183 – 111 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Βλέπε ἐπίσης, τὸν Εὐγ. Ἀντωνιάδη «Οἱ τοῦ Κιβωρίου Πέπλοι»186, καὶ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Στουδίτη, κεφ. 58, σ. 249. Ὁ F. Bock187, λέγει γιὰ τὴν Δύση ὅτι “During the secret portion of the ceremonies of the Holy Sacrifice, therefore, from the Sanctus to the Communion, the tetravela were closed, so that then the priest was entirely withdrawn from the view of the congregation”. Δηλ. καὶ στοὺς Δυτικούς, «κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν, ἤτοι τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία, τὰ Τετράβηλα (οἱ Κουρτίνες τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου) ἦσαν κλειστά, ὥστε ὁ Ἱερεὺς νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπομονωμένος ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα». Ὁ Jean-Baptiste Thiers188 λέει ὅτι : «στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καθώς καὶ στὴ Δυτική, τὰ ἀρχαῖα Θυσιαστήρια, πάνω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχαν Κιβώρια, περιβάλλονταν ἀπὸ Καταπετάσματα ἢ Κουρτίνες, τὰ ὁποῖα ἦσαν ξεδιπλωμένα κατὰ τὴν Ἀναφορά».188 Ὁ δέ Neale189 λέει ὅτι μεταξὺ τῶν κιόνων τοῦ Κιβωρίου ὑπῆρχαν κουρτίνες μεταξιοῦ. Κιβώρια σώζονται πολλὰ στὴν Ἰταλία, ἐπίσης στὴν Κροατία, στὴν Ἑλλάδα στὴν Παναγία τὴν Ἑκατονταπυλιανὴ στὴν Πάρο, ὅπου φαίνονται καὶ οἱ ῥάγες ποὺ ἀκουμβοῦσαν τὰ βῆλα 186 187 1868. 188 189 Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας, Τόμος Βʹ, ὅ.π., σ. 113. Fr. Bock, The Hangings of the Ciborium of the Altar, The Ecclesiologist (Vol. 29), σ. 299, London Jean-Baptiste Thiers, Dissertations ecclesiastiques, ..., ὅ.π., σ. 81. J.M. Neale, A History of the Holy Eastern Church, Vol. 1, London, 1850, σσ. 184-185. – 112 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» (κουρτίνες), κ.ἀ.,190 βλ. παρακάτω, κεφ. 93, σ. 327. Βέβαια καὶ χωρὶς ῥάγες, ἐκρέμοντο κουρτίνες δεμένες στὰ ἄκρα τους. Οἱ Αἰθίοπες, ὡς προείπαμε στό κεφ. 10, ἀκόμη ἔχουν Κιβώρια ἐν χρήσει, βλ. κεφ. 104, σ. 350. Φυσικὰ καὶ ἡ Ἁγία Σοφία εἶχε Κιβώριον κατασκευασμένο ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό, κεφ. 88, σ. 317. Τὸ περιγράφει κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ,169 ὁ Παῦλος ὁ Σιλεντιάριος στὴν Περιγραφὴ τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, βλ. κεφ. 44. Εἰκ. 11-2. Τό Ἱερὸν Κιβώριον τῆς ἁγίας Σοφίας (563-1204), σ. 317. Λείπουν τὰ Καταπετάσματα ἀπὸ τὴν ἀπεικόνιση. Στὴν σελίδα τοῦ Bob Atchinson, μπορεῖτε νὰ βρεῖτε μιὰ Συλλογὴ Κιβωρίων, ἀπὸ τὸ Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ.191 Jelena Bogdanovic, The Framing of Sacred Space: The Canopy and the Byzantine Church, Oxford University Press, 2017. 191 Bob Atchinson, Collection of Ciboriums from the Menologion of Basil II. (2/7/2023). 190 – 113 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 11.1 Ἄβηλον Τετράβηλον; (Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων); Τὸ Ἱερὸν Κιβώριον, εἶναι γνωστὸ στοὺς Δυτικοὺς192 ὡς Canopy, Tetravelum, Tetravilum, Endothys, κ.ἄ., καὶ μαρτυρεῖται στὴν Δύση ἐξ ἀρχαίων χρόνων, ὅπως καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Βλ. κεφ. 103, σ. 348. Καὶ μόνο τὸ ὄνομα Τετράβηλο (ποὺ εἶναι γνωστὸ στοὺς Δυτικούς τὸ ἱερὸν Κιβώριον), δεικνύει τὸ κρέμασμα σὲ αὐτὸ τεσσάρων βήλων (κουρτινῶν) στὶς τέσσερις πλευρές του! Πῶς λοιπὸν ὁ T. Mathews193 καὶ ὁ R. Taft194 ὁμιλoῦν γιὰ “curtainless ciborium”; Δηλαδὴ γιὰ ἄβηλο Τετράβηλο! Τοὺς διαψεύδουν ὅμως ὁ Παῦλος ὁ Σιλεντιάριος κεφ. 47, σ. 231, καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητῆς, κεφ. 51, σ. 236, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, σ. 249, καὶ στὴν Δύση, ὁ William Durand, σ. 280, καί ὁ Φίλιας / De Moreau163, καὶ οἱ λοιπὲς ἀναφορές μας. Ὁ T. Mathews ὡς «ἀπόδειξη» ἔλλειψης καταπετασμάτων στὰ Κιβώρια στὴν Κωνσταντινούπολη, φέρει τὶς μινιατούρες τῶν χειρογράφων ποὺ δὲν ἔχουν Καταπετάσματα, ἢ ἔχουν μικρὰ καταπετάσματα (!) π.χ. βλέπε Μηνολόγιον Βασιλείου Βʹ, ἐνταῦθα σσ. 253, 257. Τοῦ ἀπαντοῦν ὅμως οἱ ἁγιογραφίες μὲ τὰ βῆλα τῶν Κιβωρίων στὸν Ἅγ. Ἀπολλινάριο, βλ. κεφ. 92, σ. 326. Ἐπίσης, ἡ τέχνη δὲν εἶναι πάντα λεπτομερῆς, καὶ εἰδικὰ οἱ μινιατούρες. Γιὰ παράδειγμα στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου πάλι δείχνει Κιβώριον, ἢ ἄλλη εἰκόνα στὴν Μεσοπεντηκοστή δείχνει δύο Κιβώρια, ἄνευ Καταπετασμάτων, ἐνῷ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν Καταπετάσματα στὸν Ναὸν τοῦ Σολομῶντος (!), βλ. τὶς εἰκόνες στὸ κεφ. 62, σ. 253. J.M. Neale, A History of the Holy Eastern Church, Vol. 1, London, 1850, σσ. 184-185. T. F. Mathews, The early churches of Constantinople …, ὅ.π., σ. 165. 194 Robert F. Taft, The Great Entrance, OCA 200, Roma, 1975, σ. 414: “curtainless ciborium”. 192 193 – 114 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὁ William Durand (ΙΓʹ αἰ.) γράφει: «Τὰ Παραπετάσματα (κουρτίνες) ποὺ ἀπλώνουν σὲ κάθε γωνία τῆς Ἁγίας Τραπέζης [Κιβωρίου], καὶ (μέσα) ἀπὸ τὰ ὁποία ὁ Ἱερεὺς εἰσέρχεται στὸ Μυστικό Μέρος (Secretum)», βλ. σσ. 278, 279, 280. Γιὰ τὴν Δύση, ὁ F. Bock195, λέγει ὅτι “from the beginning of the Renaissance period the many vela, with other decorative fabrics, fell into disuse, in order that the eyes of the believer might penetrate into the innermost sanctuary…”, δηλ. «ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἀναγέννησης, τὰ πολλὰ βῆλα καὶ τὰ ἄλλα διακοσμητικὰ ὑφάσματα, ἔπεσαν σὲ ἄχρησία [ἀποκαθηλώθηκαν κοινῶς], ὥστε τὰ μάτια τῶν πιστῶν νὰ διεισδύουν στὸ πιὸ ἐσώτερο μέρος τοῦ Ἱεροῦ»196. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία αἰτία τῆς σημερινῆς (ὄψιμης) ἀφαιρέσεως τῶν Σταυρῶν ἀπὸ τὸ Ἱερόν πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, καὶ τὸ ξήλωμα τῶν Τέμπλων197, καὶ ἡ ἐκκολαπτόμενη πρὸς δυσμὰς προσΕὐχή ἢ μᾶλλον ἔκφωνος Ἀνάγνωσις τῶν προσ-Εὐχῶν τῶν Ἱερέων. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ ...ἄβηλο Τετράβηλο, ποὺ λένε ὡς προείπαμε ὁ Mathews καὶ ὁ Taft. Ὅμως, ὅπως εἴπαμε, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἄβηλον τὸ Τετράβηλον, κατήντησε ἄβηλον. Βλέπε καὶ τόν M. Klaus Gamber127: The Reform of the Roman Liturgy: Its Problems and Background: Fr. Bock, The Hangings of the Ciborium of the Altar, ὅ.π., σσ. 297-303. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν δὲν ἔχουμε μάθει νὰ προσευχόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ οἱ Κληρικοί, καὶ οἱ Λαϊκοί. 197 Βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀφαίρεσις καὶ Τέμπλων; τ. 2452 (16/6/2023), φ. 8. 195 196 – 115 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 «Ἡ χρήσις τῶν Καταπετασμάτων (βῆλα), τὰ ὁποῖα ἦταν πάντα μέρος τοῦ Ἱεροῦ, καὶ τοῦ Ἄμβωνος / χώρου τῶν Ψαλτῶν198 (Choir screen, Chancel), τελικὰ καταργήθηκε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μπαρόκ (Baroque period)199» (σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Gamber μᾶς λέει ὅτι στὴν Γερμανία ἀφαιρέθηκαν ὑπὸ τὶς διαταγὲς τῶν κοσμικῶν ἀρχῶν, τὴν περίοδο τοῦ «Διαφωτισμοῦ»)200 [17ος-18ος αἰ.]. Εἰκ. 11-3. Καταπετάσματα στὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα (Choir Screen / Chancel) τοῦ Ἁγίου Μάρκου Βενετίας, σ. 309. Τὴν σήμερον, ἔχουν φυσικὰ ἐξαφανιστεῖ. Στοὺς Δυτικούς, ὁ χῶρος τῶν Ψαλτῶν εἶναι ἀκόμη μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερόν, ὅπως καὶ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, βλ. Britannica. Σὲ αὐτὸν τὸν χώρο μεταξὺ Ἱεροῦ καὶ κυρίως Ναοῦ στέκονταν καὶ οἱ Μοναχοί. 199 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 126. 200 M. Klaus Gamber, The Reform of the Roman Liturgy ..., ὅ.π., σ. 147. 198 – 116 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 11.2 Ὅτι τὸ κεκλεισμένον Κιβώριον ἐστὶ καὶ Ταμιεῖον Προσευχῆς Ὁ θεμελιώδης λόγος τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν Προσευχή εἶναι ὁ ἑξῆς· Ματθ. ϛʹ 5-6· «Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὡς οἱ ὑποκριταί· ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς201 καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ». Ποιὰ εἶναι ἡ 1η ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ»; Μὰ φυσικά, τὸ μυστικὸν τῆς Προσευχῆς, τὸ μυστικῶς προσεύχεσθαι,202 ἡ ἀνάγνωσις τῆς (Προσ)Εὐχῆς καθ’ἑαυτόν, κατ’ ἰδίαν, μυστικῶς, ὅπου τὸ σῶμα μας γίνεται ταμιεῖον προσευχῆς, ὅπως πράττουν οἱ πιστοὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία203 καὶ ἔξω στὸν κόσμο.204, 205, 206 Τὸ Καταπέτασμα, τὸ Ἱερὸν Κιβώριον μὲ τὰ παραπετάσματά του, τὸ Ἱερὸν Βῆμα, ἡ ἀπομόνωση τῆς θέας τοῦ Ἱεροῦ Βήματος στὴν Ἁγία Ἀναφορά, εἶναι μεταξὺ ἄλλων207, καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, σήμερον. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὕτω καὶ Μωϋσῆς ηὔχετο· διὸ καὶ μηδὲν αὐτοῦ φθεγγομένου, φησὶν ὁ Θεός, Τί βοᾷς πρός με; Ἄνθρωποι μὲν γὰρ ταύτης μόνον ἐπακούουσι τῆς [ἐξωτερικευμένης] φωνῆς. ὁ δὲ Θεὸς πρὸ ταύτης τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει. [...]», [PG 54, 646]. 203 Ἅγιοι Ἀπόστολοι: «ἑστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737], βλ. ἡμέτερον ἄρθρον, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], 3/4/2022. 204 «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν», Μάρκ. ιδʹ 38. 205 Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· «καὶ ἐν οἰκίᾳ, καὶ ἐν ἀγορᾷ, καὶ ἐν ἡμέρᾳ, καὶ ἐν νυκτί, καὶ ἐν ὀδῷ, καὶ ἐν θαλάμῳ, καὶ διὰ φωνῆς, καὶ κατὰ διάνοιαν, καὶ συνεχῶς ἐπιλέγειν τῇ ψυχῇ», [PG 47, 532]. 206 Ἀπόστολος Παῦλος· «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», Αʹ Θεσ. εʹ 17. 207 Μακάριος Ἱεροσολύμων (+335), Ἐπιστολὴ στοὺς Ἀρμενίους, «ὁ λαὸς ἔξω τοῦ καταπετάσματος, καὶ οἱ κατηχούμενοι στὶς ἐξωτερικὲς θύρες νὰ ἀκοῦνε» σ. 202. 201 202 – 117 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ἡ 2η ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ».208 Εἶναι δηλαδή, καὶ δημιουργία φυσικοῦ «ταμιείου» γιὰ τὴν (μυστική) προσευχὴν τοῦ Ἱερέως, διότι οἱ Ἱερατικὲς Εὐχὲς εἶναι (Προσ)Ευχή τοῦ Ἱερέως, δὲν εἶναι ἀνάγνωσις Μητροπολιτικῆς Ἐγκυκλίου, οὔτε Ὁδηγὸς Προσευχῆς γιὰ τοὺς πιστούς. Ἴσασιν οἱ Ἱερεῖς μύστες τῆς Προσευχῆς τὴν ἀναγκαιότητα καὶ τοῦ φυσικοῦ ταμιείου ἐν τῇ Θεία Λειτουργία καὶ δὴ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν: «Τὴν ὥρα δὲ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἔλεγε [τοῦ μοναχοῦ ποὺ τὸν βοηθοῦσε ὡς ψάλτης209] νὰ μένη στὸν μικρὸ διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό [ὁ Ναὸς θὰ ἦταν λιτὸς ἁπλὸς κελλιώτικος 3x4], καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ λέη τὸ Κύριε ἐλέησον, γιὰ νὰ νιώθη [ὁ παπα Τύχων, ὁ γέροντας τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου] τελείως μόνος του καὶ νὰ κινῆται ἄνετα στὴν προσευχή του. Ὅταν ἔφθανε στὸ Χερουβικό, ὁ Παπα-Τύχων ἡρπάζετο εἴκοσι ἕως τριάντα λεπτά, καὶ ὁ ψάλτης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβη πολλὲς φορὲς τὸ Χερουβικό, μέχρι νὰ ἀκούση τὶς περπατησιές του στὴν Μεγάλη Εἴσοδο. Ὅταν τὸν ρωτοῦσα μετὰ στὸ τέλος «τί βλέπεις, Γέροντα;», ἐκεῖνος μοῦ ἀπαντοῦσε: Τὰ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ δοξολογοῦν τὸν Θεό!»210, 211. Ὁ δέ Ἰω. Φουντούλης, λέει ὅτι «ἡ ἔλλειψη βημοθύρων καὶ καταπετάσματος στὴν Ὡραία Πύλη δημιουργεῖ καὶ πρόσθετα τελετουργικὰ προβλήματα».212 Εἴπαμε παραπάνω, ὅτι οἱ Ἱερατικὲς Εὐχὲς δὲν εἶναι ὁδηγὸς προσευχῆς γιὰ τοὺς πιστούς. Εἰς τὴν Λειτουργίαν (ἐν ταῖς ἐκκλησίαις), ταμιεῖον εἶναι ἡ διάνοια, ὁ νοῦς, ἡ καρδία· ἡ θύρα εἶναι τὸ στόμα (καὶ οἱ ἄτακτες κινήσεις τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ γενικὰ κινήσεις ποὺ γίνονται ἐμπαθῶς καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι). Οἱ ἐκφωνήσεις ὅμως, τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, αὐτὰ ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει θεσπίσει πολὺ λίγες Εὐχὲς ὡς ἐκφωνούμενες (ἴσως λόγῳ δοξολογικοῦ ἢ κατηχητικοῦ χαρακτῆρος), καὶ ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸν κανόνα. 209 Τὸν ἑαυτόν του ἐννοεῖ ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ὡς ψάλτη τοῦ Παπα-Τύχωνος. Ἀργότερα φαίνεται ξεκάθαρα. 210 Γέροντος (Ἁγίου) Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, ἔκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσ/νίκης, 2001, σ. 26. 211 Πρβλ. Ἱερομονάχου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔκδ. ιδʹ 2023, σσ. 199, 196 κ.ἑ.. 212 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, εʹ τόμος, ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003, #513, σ. 54. 208 – 118 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὁδηγὸς Προσευχῆς γιὰ τοὺς Πιστούς213 εἶναι οἱ διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ποὺ λέει ὁ Διάκονος, ἢ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ὁ Ἱερεύς ἤ ἕτερος Πρεσβύτερος σὲ Συλλείτουργον.214 «ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται»215 λέγουν τὰ ἀρχαῖα Εὐχολόγια. Ἀπὸ τὸ παραπάνω παίρνουν τινὲς μόνο τὸ «ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται», καὶ καταλήγουν ὅτι λέγεται ἐκφώνως ἡ Εὐχή, ἂν καὶ ἡ προσΕὐχὴ εἶναι πάντοτε μυστική (Ματθ. ϛʹ 56). Ἐὰν ὅμως τὸ λάβουν πλήρως, ἤτοι «τοῦ Διακόνου ποιοῦντος/λέγοντος τὴν Εὐχήν, ἐπεύχεται ὁ Ἱερεύς», τότε εὐθέως ἀποκαλύπτεται ὅτι ἐνῷ ὁ Λαὸς προσεύχεται λέγοντας μυστικῶς203 τὸ Κύριε ἐλέησον εἰς τὴν «εἰς ἐπήκοον» Εὐχὴ τοῦ Διακόνου, παραλλήλως, ταυτοχρόνως, καὶ μυστικῶς προσεύχεται καὶ ὁ Ἱερεὺς μὲ τὴν ἱερατική του Εὐχή, καὶ οἱ προσευχές ὁμοῦ τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Ἱερέως (ταυτόχρονα, παράλληλα) ἀνέρχονται εἰς τὸν Θεόν ὡς μία Δύναμις.214 Καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος (στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, καὶ ἀλλοῦ, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, κεφ. 17, σ. 145), τοποθετοῦσαν κουρτίνες ἀπὸ τὸ Τέμπλο μέχρι τὴν Κόγχη, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, καὶ τὶς ἔκλειναν στὴν Θεία Λειτουργία μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδο (ἡ δεξιὰ ἦταν πάντα κλειστή στὴν Λειτουργία), μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία. Δημιουργία φυσικοῦ ταμιείου Προσευχῆς εἶναι αὐτό ἢ ἰσοδύναμα, δημιουργία εὐρυχώρου Κιβωρίου ταμιείου Προσευχῆς. Παρόμοια μαρτυρεῖται καὶ στὴν σύγχρονη Κύπρο (στὶς ἐνορίες), ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Μόρφου Νεόφυτον216. Πέραν ἀπὸ τὰ ἴδια αἰτήματα (ἢ καὶ μνημονεύσεις) ἑκάστου τῶν Πιστῶν, ἇ μυστικῶς (μὴ εἰς ἐπήκοον) καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν τους αἰτοῦνται, πρβλ. Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, «ἵνα ὧν ἕκαστος ἰδίᾳ αἰτεῖται» [PG 150, 401]. Βλ καὶ ἡμέτερον ἄρθρον, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], 3/4/2022. 214 Ἡμέτερον ἄρθρον, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 215 Ἡμέτερον ἄρθρον, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, [PDF], [PDF], 30/10/2022. 216 «Δεξιά καί ἀριστερά τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου ἐκρέμαντο βῆλα, δηλαδή ὑφασμάτινες κουρτίνες. Καί τοῦτο γιά νά μήν βλέπουν τά τελούμενα ἀπό τόν λειτουργούντα Ἱερέα ἤ Άρχιερέα ὅπου ὑπήρχε οἱ παριστάμενοι, οὔτε αὐτοί νά βλέπουν τούς ἄλλους καί νά περισπῶνται», Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές, [PDF], [PDF], 8/2/2022. 213 – 119 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Καὶ σὲ Δυτικοὺς Κληρικοὺς217 πάντως ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ γνῶσις καὶ πράξις τῆς μυστικῆς Ἐκκλησιαστικῆς προσευχῆς (Ματθ. ϛʹ 5-6), ὅτι δηλ. ἡ προσευχὴ (τόσο τῶν Κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Λαϊκῶν) γιὰ νὰ ἔχει δύναμη πρέπει νὰ εἶναι μυστική, ἀλλιῶς πέραν τῆς συγχύσεως, εὔκολα παρεκτρέπεται στὰ ὅρια τοῦ φαρισαϊσμοῦ, τῆς ἐπιδείξεως κλπ., μὲ ἄσχημες πνευματικὲς συνέπειες. “Secundo, orat in silentio ut devotius oret, nec cogitet quomodo ejus vox et corporis compositio placeant populo, quia et Dominus elongatus est a discipulis quantum continet jactus lapidis, ut oraret.” 217 Δηλ. «Δεύτερον, προσεύχεται [ὁ Ἱερεὺς] σιωπηλά γιά νὰ προσευχηθεῖ ἀφοσιωμένος, ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Κύριο χωρὶς περισπασμούς, καὶ δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νὰ εὐχαριστήσει τὸν λαὸν μὲ τὴν φωνήν του καὶ τὶς κινήσεις του, ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἀπομακρύνθηκε λίγο ἀπὸ τοὺς μαθητές Του γιὰ νὰ προσευχηθεῖ». Καὶ γιὰ τὸ Κιβώριον (καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὸ Ἱερὸν Βῆμα) ὡς ταμιεῖον προσευχῆς, ὁ William Durand (ΙΓʹ αἰ.) γράφει: «Τὰ Παραπετάσματα (κουρτίνες) ποὺ ἀπλώνουν σὲ κάθε γωνία τῆς Ἁγίας Τραπέζης [Κιβωρίου], καὶ (μέσα) ἀπὸ τὰ ὁποία ὁ Ἱερεὺς εἰσέρχεται στὸ Μυστικό Μέρος (Secretum)». «[Λέγεται ἐπίσης «Τὰ Μυστικά»], γιὰ νὰ δείξει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ὅταν ἀρχίζει «Τὰ Μυστικά» (τὶς Μυστικὲς Εὐχές, Secreta), εἶναι καλυμμένος ἀπὸ τὰ Παραπετάσματα [τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου] ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε πλευρὰ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, [...]. Καλεῖται ἐπίσης «Τὰ Μυστικά» (Secreta), ἐπειδὴ λέγονται μυστικῶς καὶ ἐν σιωπῇ.» Βλ. παρακάτω, κεφ. 72-74. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-390): «μυστικῶς Τὰ Μυστικὰ φθέγγεσθαι, καὶ ἁγίως τὰ ἅγια, καὶ μὴ ῥίπτειν εἰς βεβήλους ἀκοὰς τὰ μὴ ἔκφορα» [PG 36, 17]. 217 Gulielmo Durando, Rationale Divinorum Officiorum, Neapoli 1859, σ. 229 (§4.32.6). – 120 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 12 «Τὰς θύρας» τῶν Διακονικῶν τῶν Κατηχουμένων Ἀρχικὰ στὴν ἐκκλησία, δὲν ὑπῆρχε ἐκφωνούμενο κέλευσμα στὴν Λειτουργία περὶ οἰωνδήποτε θυρῶν. Μόνο ὁδηγίες σὲ μορφὴ διατάξεων πρὸς τοὺς Ὑποδιακόνους κυρίως καὶ Διακόνους (βλ. Διαταγαὶ Ἀποστόλων, κεφ. 23-24, σσ. 192, 194) γιὰ τὴν φύλαξη τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν. Ἀργότερα παρατηρήθηκε ὅτι οἱ Ὑποδιάκονοι ποὺ εἶχαν ὡς ἀποκλειστικό τους ἔργο τὶς ἐξωτερικὲς θύρες, ἄφηναν τὶς θύρες καὶ μᾶλλον ἔρχονταν στὸν κυρίως Ναὸ νὰ ἀκοῦνε καλύτερα τὸν Διάκονο καὶ νὰ συμπροσευχηθοῦν στὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχές218, 219 (βλ. ΚΒʹ Κανόνα Συνόδου τῆς Λαοδικείας, σ. 206). Εἶναι πιθανὸν ὅμως ἐνιαχοῦ νὰ διατάσσονταν καὶ ἀπὸ Κληρικοὺς νὰ ἀφήνουν τὶς θύρες. Τότε ἄρχισαν οἱ Πατέρες, μέσα σὲ ὅλη τὴν ἀναστάτωση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἔξοδο τῶν Κατηχουμένων, «τῶν (Ὑποδιακόνων καὶ) Διακόνων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περιτρεχόντων καὶ βοώντων (βλ. καί κεφ. 78.2, σ. 290)· Μή τις τῶν κατηχουμένων, μή τις τῶν μὴ ἐσθιόντων, μή τις τῶν κατασκόπων220, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸν Μόσχον ἐσθιόμενον, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸ οὐράνιον Αἷμα τὸ ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, μή τις ἀνάξιος τῆς ζώσης θυσίας, μή τις ἀμύητος, μή τις μὴ δυνάμενος ἀκαθάρτοις χείλεσι προσψαύσασθαι τῶν φρικτῶν μυστηρίων» (βλ. Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου Διακονικά, σ. 290), Ἀλλήλους ἐπίγνωτε221, νὰ προσθέτουν καὶ τό· Τὰς θύρας220 [Ὑποδιάκονε], Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], 3/4/2022. 219 Εὐχή διά Προσφωνήσεως (Διακονικά), [PDF], [PDF], 5/12/ 2022. 220 Ἴσασιν ὅσοι ἐλειτούργησαν καὶ λειτουργήθηκαν τῷ καιρῷ τοῦ διωγμοῦ. 221 Καὶ οἱ Πιστοὶ κοιτάζονταν μεταξύ τους νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι δὲν ἔχει μείνει κατηχούμενος, ἀμύητος, κατάσκοπος, κτλ., σ. 289. 218 – 121 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 γιὰ νὰ ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴ στὸν Ὑποδιάκονο νὰ τελεῖ τὸ ἔργο τῶν θυρῶν ποὺ ἔχει ἀναλάβει καὶ νὰ μὴ τὸ παραμελεῖ. Βλέπε τὰ ἀρχαῖα Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, σσ. 289-291. Πέρα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Διακονικά τῶν Κατηχουμένων, βρήκαμε καὶ στὰ Διακονικὰ ἀμέσως μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σύχρονης Λειτουργίας τῶν Ἀσσυρίων τό Τὰς θύρας222 (δὲν τὸ βρήκαμε στὴν Ἀναφορά). Ἀσφαλῶς, τὰς θύρας τῶν Διακονικῶν τῶν Κατηχουμένων ὑπονοοῦν τὶς ἐξωτερικὲς θύρες τῆς Ἐκκλησίας (ἢ τοὐλάχιστον τοῦ Νάρθηκος). Ἐρώτησις: Γιατὶ βγαίνουν οἱ Κατηχούμενοι; Ἀπάντησις: Οἱ Κατηχούμενοι δὲν βγαίνουν γιὰ νὰ μὴν δοῦν τὴν Ἁγία Ἀναφορά, διότι οὔτε οἱ Πιστοί τὴν βλέπουν - αὐτὸ εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τῶν Ἱερέων - βλ. κεφ. 18, σ. 146. Βγαίνουν ἁπλὰ διότι εἶναι ἀκόμη Κατηχούμενοι, καὶ στὴν Ἐκκλησία (ἀκόμη καὶ στὸν κόσμο, στὶς ἐργασίες, στὶς ἐταιρεῖες, στὶς κυβερνήσεις) ὑπάρχει ἱεραρχία Τάξεων.223 Ἀργότερα, ἐνιαχοῦ, σίγουρα καὶ πρὸ τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, πρὸ τοῦ 4ου αἰ. (γι’ αὐτὸ ἀναγκάστηκε νὰ θεσπίσει τὸν Κανόνα), ἔγινε μόνιμη (φυσικὰ ὄχι ταυτόχρονα παντοῦ) ἡ μὴ φύλαξη (μᾶλλον καὶ τὸ μὴ κλείσιμο) τῶν θυρῶν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ Τὰς θύρας τῶν Διακονικῶν, ἀπέκτησε μόνο ἀρχαιολογικὴ σημασία. Ἡ τελευταῖα χρονικὰ μαρτυρία ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν τῆς Ἐκκλησίας (καὶ δὲν ξέρουμε σὲ τὶ ἔκταση τηροῦνταν στὶς ἡμέρες του) εἶναι ἀπὸ τὸν Ἅγ. Μάξιμο τὸν Let him that has not received baptism, depart. Let him that has not received the sign of life, depart. Let him that does not accept It [the Holy Communion], depart. Let the hearers go, and watch the doors. Liturgy of the Assyrian Church of the East (liturgies.net) 223 Καὶ ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Μακάριος Ἱεροσολύμων, σ. 202, γιὰ νὰ μὴν καταπατηθοῦν αὐτοὶ οἱ διαχωρισμοὶ (τῶν τάξεων), σὰν νὰ τὸ ἤξερε..., ἂς μένει ὁ καθένας στὴν δική του θέση ἄμεμπτος. 222 – 122 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὁμολογητῆ (580-662), σ. 235 (ὁ ὁποῖος ἐπίσης ὁμιλεῖ καὶ γιὰ Παραπετάσματα περὶ τὸ Θυσιαστήριον, κεφ. 51, σ. 236). Μάλιστα μαρτυρεῖται στὴν περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐκβολὴ τῶν Κατηχουμένων, καὶ πολὺ πρὸ τοῦ Πιστεύω, ἀφοῦ μεσολαβεῖ ἡ Μ. Εἴσοδος καὶ ὁ ἀσπασμός. Ἄρα ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναφέρεται στό «Τὰς θύρας» τῶν Διακονικῶν τῶν Κατηχουμένων. Εἰκ. 12-1. Ἁγία Σοφία. Θύρα στὸν Νάρθηκα. Τὰ ὀριζόντια τμήματα τῶν Σταυρῶν ἔχουν ἀφαιρεθεῖ. Φαίνονται καί οἱ γάντζοι ἐπάνω γιὰ τὸ Καταπέτασμα τῆς θύρας.224 224 Bob Atchison, A collection of doors in Hagia Sophia. 2/7/2023. – 123 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 13 Ἡ θέσις τοῦ «Πιστεύω» Στὰ ἀρχαιότερα χφφ τῆς ΙΕΜΘ (σ. 239), δὲν μαρτυρεῖται τὸ Πιστεύω. Τὸ Πιστεύω εἰσῆλθε στὴν Θεία Λειτουργία ἀρχὰς τοῦ 6ου αἰ.225 (φυσικὰ θὰ πῆρε καιρὸ νὰ ἐπεκταθεῖ ἡ νέα πράξις παντοῦ). Τὸ Πιστεύω σὲ ἐμᾶς εἶναι μετὰ τὸν Ἀσπασμόν καὶ πρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. Σημειωτέον ὅτι ὁ Ἅγιος Μάξιμος (580-662) ἔχει τὸ Πιστεύω, ἀλλὰ ὄχι τὸ Τὰς θύρας ἢ ἄλλο σχετικὸ παρακέλευσμα πρὸ τοῦ Πιστεύω. Ὁ λόγος ποὺ εἰσῆλθε τὸ Πιστεύω σὲ αὐτὴ τὴν θέση, δὲν εἶναι ξεκάθαρος. Ἴσως γιὰ νὰ τονιστεῖ καθ’ ἡμᾶς ὅτι μόνον οἱ Πιστοὶ πρέπει νὰ παρευρίσκονται στὴν Ἁγία Ἀναφορά. Σύμφωνα μὲ τὸν M. Fiedrowicz226, καὶ τόν H. Wybrew227, στὴν Ἰσπανία τὸ Πιστεύω εἰσῆλθε τό 589 (Σύνοδος τοῦ Τολέδο) πρὸ τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν αἱρετικὴ προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε (Filioque)228, 229, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε σιγὰ σιγὰ ἐδραιώθηκε στὴν Δύση. Ἀργότερα, περίπου τό 800, εἰσῆλθε στὶς Φράγκικες (Frankish) λειτουργίες230. Στὴν Ῥώμη εἰσῆλθε πολὺ ἀργότερα, τόν 11ο αἰ., ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ τὰ Ἀναγνώσματα καὶ τὸ Κήρυγμα, καὶ τώρα εἶναι στὴν ἴδια θέση. Στὴν Λειτουργία τῆς Ῥώμης δὲν ὑπάρχει ἡ προτροπὴ Τὰς θύρας, τὰς θύρας.231, 232 225 226 σ. 92. Hugh Wybrew, The Orthodox Liturgy, St. Vladimir’s Seminary Press, 1990, σ. 85. Michael Fiedrowicz, The Traditional Mass, (transl. by Rose Pfeifer), Angelico Press, New York 2020, Hugh Wybrew, The Orthodox Liturgy, St. Vladimir’s Seminary Press, 1990, σσ. 85-86. Wikipedia, Filioque: «The generally accepted first found insertion of the term Filioque into the Niceno-Constantinopolitan Creed, in Western Christianity, is in acts of the Third Council of Toledo (Toledo III) (589)». 4/8/2023. 229 Πρωτ. Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Αʹ, ἐκδ. Πουρνάρα, 2009, σ. 314 κ.ἑ.. 230 Michael Fiedrowicz, The Traditional Mass, ὅ.π., σ. 92. 231 www.liturgyoffice.org.uk/Missal/Text/MCFL.pdf , 10/6/2023. 232 Arnold H. Mathew, The Old Catholic Missal & Ritual, London 1909, σ. 3. 227 228 – 124 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Οἱ Ἀρμένιοι233, 234, ἔχουν τὸ (δικό τους) Πιστεύω ἀμέσως μετὰ τὰ Ἀναγνώσματα235, καὶ τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας ἀργότερα ἀπὸ τὸ Πιστεύω, στὴν ἁγία Ἀναφορά ὡς· Ἀσπασμός, ..., Στῶμεν καλῶς, Ἔλεον εἰρήνην, Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου, ..., Ἀμήν, καὶ τῷ πνεύματί σου, Τὰς θύρας, τὰς θύρας! Ἂνω σχῶμεν τὰς καρδίας. Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον. Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ. ... . Στὴν Προθεωρία (1055-1063), σ. 260, βλέπουμε ὅτι ἡ θέση τοῦ Πιστεύω εἶναι· Ἀσπασμός, Τὰς θύρας, τὰς θύρας, Στῶμεν καλῶς, Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας, Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον, κτλ., Πιστεύω, Ἁγία Ἀναφορά. Ἄρα σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τῆς Προθεωρίας, (καὶ τὴν διάταξιν τῶν Ἀρμενίων) τὸ «Τάς θύρας, τάς θύρας», δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ Πιστεύω. Τὸ κοινὸ ὅλων ὅμως εἶναι ὅτι τό «Τάς θύρας, τάς θύρας» λέγεται πρὶν ἀρχίσει ἡ Εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς. Liturgy of the Holy Apostolic Church of Armenia – Armenian and English, London 1887 (βασισμένο σὲ ἐκδόσεις τοῦ 1761 καί 1873), σσ. 57, 79. 234 qahana.am, 10/6/2023. 235 Δὲν γνωρίζουμε πότε εἰσῆλθε στὴν Λειτουργία τους τὸ (δικό τους) Πιστεύω, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Μονοφυσίτης Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος (Peter the Fuller) τὸ εἰσήγαγε πρῶτος τό 473. Πιθανὸν νὰ εἰσήχθη καὶ στοὺς Ἀρμένιους ἀπὸ ἐκεῖνη τὴν ἐποχή (5ος-6ος αἰ.). 233 – 125 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 14 «Τάς θύρας, τάς θύρας» πρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς Εἴδαμε ὅτι οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τῆς Ἐκκλησίας, κλείνονταν στὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, κεφ. 12, σ. 121. Ἐπίσης στὰ Διακονικά ἦταν ἁπλό Τὰς θύρας, ἐνῷ πρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς εἶναι διπλό Τὰς θύρας, τὰς θύρας.236 Ἄρα ἐννοοῦνται καὶ οἱ δύο θύρες. Καὶ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος (πρὸ τῆς Ἀναφορᾶς), ἀλλὰ καὶ οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τῆς Ἐκκλησίας. 14.1 Πότε εἰσῆλθε στὴν Λειτουργία; Πρώτη φορὰ ἐντοπίσαμε τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας στὸν Βαρβερινὸ κώδικα Barb. gr. 336 (Ηʹ αἰ.), [B.336, φφ. 10β, 28β], ποὺ εἶναι Κωνσταντινουπολίτικο Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιον, καὶ συνάμα τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο Εὐχολόγιον. Ἐπίσης τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας ἀπαντᾶται καὶ στοὺς Ἀρμενίους (δὲν γνωρίζουμε ἀπὸ πότε, καὶ καλὸν εἶναι νὰ διερευνηθεῖ), βλ. κεφ. 13, σ. 124, πρὸ τοῦ Ἂνω σχῶμεν τὰς καρδίας, στοὺς ὁποίους ὅμως τὸ Πιστεύω εἶναι ἀμέσως μετὰ τὰ Ἀναγνώσματα. Ἐὰν καὶ στοὺς Ἀρμενίους ἀπαντᾶται σὲ ἀρχαῖα χειρόγραφα, ἴσως νὰ εἶναι μιὰ ἔνδειξη ὄτι τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς προϋπῆρχε τῆς Δʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451); Οἱ δὲ Δυτικοὶ δὲν ἔχουν καθόλου τό Τὰς θύρας στὴν Λειτουργία τους231, 232, ἐν τούτοις ὅμως ἔκλειναν καὶ αὐτοὶ πλήρως τὰ Παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου στὴν Ἁγία Ἀναφορά, καὶ φυσικὰ τὰ Καταπετάσματα τοῦ Τέμπλου μετὰ Σταυροῦ (Rood Screen), βλ. ὑποσ. 187, 188, καί κεφ. 74, σελ. 280. Ἂς δοῦμε, περαιτέρω, βάσει λογικῆς ἀποδείξεως, καὶ βάσει διαφόρων ἀναφορῶν, ποίες θύρες ὑποννοοῦνται; 236 Ὁ τονισμὸς αὐτῆς τῆς διαφορᾶς μοῦ ὑποδείχτηκε ἀπὸ τὸν ἀδερφό μου Γεώργιο Δ. Παπαδημητρίου. – 126 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 14.2 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις λογική Ἐὰν ὑποννοοῦνταν νὰ κλείνουν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ, πρὸ τοῦ Πιστεύω καὶ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, δηλ. μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον, τότε γιατὶ νὰ εἶναι τὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων πρὸ τῆς Μεγάλης Εἰσόδου; Μὰ οἱ θύρες κλείνουν ὅταν βγαίνουν οἱ Κατηχούμενοι, ὥστε μαζὶ μὲ τὴν ὅλη φασαρία τῆς ἐξόδου των καὶ «τῶν (Ὑποδιακόνων καὶ) Διακόνων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περιτρεχόντων καὶ βοώντων»564, νὰ σιγουρευτοῦμε ὅτι βγῆκαν καὶ δὲν θὰ ξανὰ εἰσέλθουν στὸν Ναό. Ἄρα μὲ βάση τὴν παραπάνω λογικὴ ἀπόδειξη στὸ «Τὰς θύρας, τὰς θύρας» (ποὺ λέγεται πρὸ τοῦ Πιστεύω) δὲν ἔκλειναν οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ. Ἦσαν ἤδη κλειστές. Εἴπαμε παραπάνω ὅτι ὑπάρχει διπλασιασμός, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ ἁπλὸ Τὰς θύρας τῶν Διακονικῶν τῶν Κατηχουμένων236. Συνεπῶς, μὲ τὸ πρῶτον Τὰς θύρας, ὑποννοοῦνταν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα, καὶ μὲ τὸ δεύτερον τὰς θύρας ὑποννοοῦνταν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες (ποὺ ἦσαν ἤδη κλειστές) γιὰ νὰ ἐφιστήσουν τὴν προσοχὴ στοὺς Ὑποδιακόνους νὰ μὴν ἀνοίξουν γιὰ κανένα λόγο, κεφ. 24, σ. 194. – 127 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 14.3 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (4ος αἰ.) Ὅπως βλέπουμε στὸ κεφ. 36, σ. 211, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ξεκάθαρα ὁμιλεῖ ὅτι ἀνοίγουν τὰ Ἀμφίθυρα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουμε (στὸ ἐν λόγῳ κεφ. 36) ὅτι εἶναι τοῦ Ἱεροῦ (καὶ ὄχι οἱ ἐξωτερικὲς θύρες), μετὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν (μετὰ τὴν Ἐπίκλησιν), καὶ ἐπίσης ἐπισημάναμε καὶ τὸ σφάλμα τοῦ Τρεμπέλα.432 Ἄρα ἐφόσον ἀνοίγονται κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο μετὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορά, σημαίνει ὅτι τὰ Ἀμφίθυρα (τὰ ἅγια θύρια μὲ τὸ καταπέτασμα) ἦσαν κλειστὰ κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορά. 14.4 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὴν Διάταξιν τοῦ Πυρομάλλη (10ος αἰ.) Στὴν Διάταξιν τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Ἰσιδώρου Πυρομάλλη (10ος αἰ.),237 ἔχει καταγραφεῖ: «Ὁ Διάκονος. Τὰς θύρας, τὰς θύρας. Καὶ κατακλείονται αἱ θύραι. [...] Ὁ Διάκονος ἐν τῷ ἄμβωνι. Ἀνοιχθήτωσαν αἱ θύραι. Καὶ ἀνοίγονται αἱ θύραι»: Ἐδὼ ἔχουμε τὶς ἐξῆς παρατηρήσεις: i. Ὡς εἴδαμε, κεφ. 12, σ. 121, οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ ἔκλειναν στὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, μὲ ὄχι τὴν τυχοῦσα φασαρία· «τῶν (Ὑποδιακόνων καὶ) Διακόνων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περιτρεχόντων καὶ βοώντων». 237 Βλ. κεφ. 66, σ. 270. – 128 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» ii. Πάλιν στὴν ἀνάλυσιν τῆς προηγούμενης ὑποενότητας §14.1, ἐὰν ὑποννοοῦνταν οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ θὰ γινόταν μεγάλη ταραχὴ στὴν ἐκκλησία (καὶ θὰ γύριζε ὁ κόσμος 180 μοῖρες νὰ τὶς δεῖ νὰ κλείνουν κτλ.) καὶ μάλιστα τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία. iii. Ἐὰν πάλιν ὑποννοοῦνται οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, στὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν τῆς διατάξεως αὐτῆς, γιατὶ νὰ ἀνακοινωθεῖ τὸ ἄνοιγμά τους; Γιὰ νὰ μάθουν ὅτι εἶναι ἀνοικτὲς καὶ νὰ φύγουν ὅσοι θέλουν νὰ φύγουν; Ἢ γιὰ νὰ μπαινοβγαίνουν; iv. καὶ τὸ πιὸ σημαντικό· Ὁ σκοπὸς τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν εἶναι νὰ μὴν μποῦν οἱ Κατηχούμενοι, ἀμύητοι, κτλ., οὔτε γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦν, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ κοινωνήσουν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ μὴ βγοῦν πρὶν τὴν Θ. Κοινωνία (καλύτερα πρὸ τοῦ τέλους τῆς Λειτουργίας) οἱ πιστοί, ἢ μᾶλλον νὰ μὴν μπαινοβγαίνουν! Βλ. Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων, καὶ Σύνοδο τῆς Λαοδικείας, σσ. 143, 194, 206. Ἄρα ἐὰν ὑποννοοῦνται οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, καὶ ἄνοιγαν πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας, αὐτομάτως ἀκυρώνεται ὁ λόγος ὑπάρξεως (κλεισίματος) τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν! Μὲ ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες, ἄγνωστοι κατηχούμενοι, ἀμύητοι, κτλ., θὰ μποροῦν νὰ εἰσέλθουν καὶ λάθρα νὰ κοινωνήσουν, καὶ οἱ πιστοὶ (ποῦ δὲν ἦσαν τελικὰ τῷ ὄντι πιστοί) θὰ μποροῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία (ἢ νὰ μπαινοβγαίνουν ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερα). Ξεκάθαρα λοιπόν, τό «Τὰς θύρας, τὰς θύρας» πρὸ τοῦ Πιστεύω ἀναφέρεται κυρίως στὰ ἅγια θύρια (καὶ τὸ καταπέτασμα) τοῦ Ἱεροῦ (= ἀναφέρεται στὴν Ὡραία Πύλη καὶ τὸ κλείσιμό της), καὶ σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Πυρομάλλη ἔκλειναν στὴν ἀρχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, καὶ ἀνοίγανε στὸ τέλος της, καὶ μάλιστα σὲ Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία στὴν Ἁγία Σοφία.238 Γιατὶ σήμερα, σὲ Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία, τὰ πάντα εἶναι ἀνοικτὰ στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ἀκόμη καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Βλ. §19. 238 – 129 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 14.5 Ποίας θύρας; Ἀπόδειξις ἀπὸ τὸν Βαρβερινὸ κώδικα (8ος αἰ.) Τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο (ἐπισκοπικόν) Εὐχολόγιον Barb. gr. 336 (8ος αἰ.) ἔχει· «Ἀγαπήσωμεν», «Τὰς θύρας, τὰς θύρας», καὶ τὸ Πιστεύω, [B.336, φφ. 10β, 28β], βλ. παρακάτω κεφ. 54, σ. 245. Τό Barb. gr. 336 στὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, δὲν ἔχει τό Τὰς θύρας239, ποὺ σημαίνει ὅτι πλέον οἱ θύρες μᾶλλον δὲν κλείονταν καὶ ἐπαφίετο στὶς συνειδήσεις τῶν Κατηχουμένων (ἂν ὑπῆρχαν), τῶν Φωτιζομένων, νὰ φύγουν οἰκειοθελῶς, ἄνευ θορύβου, ἐὰν τελικὰ ἔφευγαν κιόλας καὶ δὲν ἔμεναν καὶ αὐτοί. Ἀπὸ τὸ ἴδιο Εὐχολόγιον (Barb. gr. 336), βλέπουμε τὴν ἑξῆς μαρτυρία (βλ. κεφ. 55, σ. 246 παρακάτω)· «Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου. Μετὰ τὸ γίνεσθαι τὴν ἁγίαν Ἀναφορὰν καὶ ἀνοιγῆναι τὰς θύρας, πρὶν ἢ εἰπεῖν τὸν διάκονον «Πάντων τῶν ἁγίων»,240 προσάγεται ὁ μέλλων χειροτονεῖσθαι διάκονος τῷ ἀρχιεπισκόπῳ». Προφανῶς ἐδῶ ἐννοοῦνται τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα3), καὶ ὄχι οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ:241 Γιατὶ νὰ ἐννοοῦνταν, καὶ γιατὶ νὰ ἄνοιγαν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ πρὸ τοῦ «Πάντων τῶν ἁγίων» (ποὺ ἔστω ὅτι ἦσαν κλειστές); Γιὰ νὰ εἰσέλθουν ἀμύητοι καὶ κατηχούμενοι καὶ νὰ κοινωνήσουν; Μά, γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔκλειναν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθουν! Ἔτσι ἀκυρώνεται ὁ σκοπὸς τοῦ κλεισίματος τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν. Ἄτοπον· ἄρα ἐννοοῦνται τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα3). Βλ. ἐπίσης τὶς λογικὲς ἀποδείξεις στὴν διάταξιν τοῦ Πυρομάλλη, σσ. 128, 270. Stefano Parenti, Elena Velkovska, L’ Eucologio Barberini Gr. 336, Roma 2000, σσ. 246-247. Τὸ «Πάντων τῶν ἁγίων» εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Συναπτῆς μετὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰ καὶ πρὶν τὸ Πάτερ ἡμῶν. 241 πρβλ. πρωτ. Θ. Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», πύλες τοῦ ναοῦ ἢ θύρες τοῦ Ἁγίου Bήματος; Ἐπιστημονική Ἑπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 1997, 32:537-565, σ. 555. 239 240 – 130 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Καὶ ἄλλως· Ἐδὼ ὁμιλεῖ περὶ τῆς χειροτονίας τοῦ διακόνου, καὶ ὅτι προσάγεται ὁ διάκονος στὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Δὲν ἐνδιαφέρουν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ στὴν χειροτονία τοῦ Διακόνου, ἀλλὰ ἐνδιαφέρουν τὰ ἅγια θύρια νὰ ἀνοιχθοῦν γιὰ νὰ προσαχθεῖ ὁ Διάκονος. Ὁ Βαρβερινὸς κώδιξας ὅμως δὲν ἀναφέρει πότε ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα), ἀλλὰ αὐτὸ τότε δὲν χρειαζόταν νὰ γραφεῖ (πέραν τῆς λακωνικότητος τῶν ἀρχαίων χειρογράφων), διότι ἦταν κοινὴ Παράδοσις, ἀκόμη καὶ μέχρι τὸν προηγούμενον αἰῶνα, βλ. κεφ. 18. Ξεκάθαρα λοιπὸν ἀπὸ τὰ παραπάνω, τό «Τὰς θύρας, τὰς θύρας» πρὸ τοῦ Πιστεύω ἀναφέρεται κυρίως στὰ ἅγια θύρια (καὶ τὸ καταπέτασμα) τοῦ Ἱεροῦ. Ἀφοῦ ὅμως ἄνοιγαν τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα) στὸ τέλος τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς (σὲ Ἐπισκοπικὴ Λειτουργία), ἄρα ἔκλειναν ἐνωρίτερον (εἴτε μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον κατὰ πλειοψηφίαν, εἴτε καὶ στὸ Τὰς θύρας, ἀναλόγως τῆς παραδόσεως, βλ. κεφ. 18). Βλ. ἐπίσης στὸ ἴδιο χειρόγραφο τὴν διάταξιν τοῦ Μύρου. Τὴν ἔχουμε ἀναλύσει παρακάτω, στό κεφ. 56, σ. 247. 14.6 Ποίας θύρας; Ἄλλες ἀναφορὲς χειρογράφων Ἄλλες ἀναφορές χειρογράφων, βλέπε στὰ κεφάλαια 65, 67, 68, 76. Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὅπως εἴδαμε στὰ χειρόγραφα, παλαιὰ καὶ παρόντος Ἀρχιερέως (καὶ δὴ στὴν Ἁγία Σοφία) ἔκλειναν τὰ μεγάλα ἅγια θύρια, ἀμφίθυρα, τοῦ Ἱεροῦ (σὺν τὸ καταπέτασμα), τὴν ὥρα τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. Βλ. καί κεφ. 19. – 131 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 14.7 Πότε ἔκλειναν; Πότε ἄνοιγαν; Οἱ περισσότερες καὶ ἀρχαιότερες ἀναφορές, ὁμιλοῦν ὅτι τὰ ἅγια θύρια (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα3), ἤτοι ἡ Ὡραία Πύλη, ἧσαν κλειστὰ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. - Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.), Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως, βλ. σσ. 128, 211. - Ἡ Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία (6ος-7ος αἰ.), «καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια» σ. 239. - Τὸ Χειρόγραφο Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιον τοῦ 8ου αἰ. Barb. Gr. 336, βλ. σσ. 130, 246. - Ἡ Διάταξις τοῦ διακ. Ἰσιδώρου Πυρομάλλη τοῦ 10ου αἰ., βλ. σσ. 128, 270. - Ἡ Προθεωρία, 11ος αἰ., βλ. σσ. 260. - Ὁ Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης, 15ος αἰ., βλ. σσ. 332. - Οἱ Διατάξεις χειροτονιῶν Διακόνου, [D242 II, σ. 345 (14ος αἰ.), σ. 655 (15ος αἰ.), σ. 772 (1538)]. - Ἡ Ἁγιορείτικη Παράδοσις, κεφ. 17, σ. 143. - Ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κεφ. 18, σ. 146. - Ἡ Παράδοσις τῶν Παλαιοπίστων Ῥώσσων, κεφ. 99, σ. 339. - Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης, κεφ. 18, σ. 146, βλ. καὶ ὑποσ. 325. - Ὁ Robert F. Taft λέει εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὰ καταπετάσματα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον καὶ εἶναι κλειστὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς,243 καὶ ἄλλες μαρτυρίες σὲ αὐτὴν τὴν ἐργασία, ἀκόμη καὶ στοὺς Καθολικούς, βλ. Guillaume Durand, κεφ. 72-74. Aleksej Dmitrievskij, Opisanie liturgitseskich rukopisej, 1895-1917, τόμοι I, II, III. R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σ. 409: “The Protheoria does not always comment on ritual elements in proper sequence at this somewhat overcharged part of the liturgy, but it is clear from the context that the doors and curtains were shut after the Great Entrance and remained closed during the Anaphora”. 242 243 – 132 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἶναι φανερὸ ὅτι, τὸ κέλευσμα· Τὰς θύρας, τὰς θύρας, δὲν εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης, ἀφοῦ ἡ Ὡραία Πύλη ἔκλεινε ἀμέσως μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, πρὸ τοῦ Ἀσπασμοῦ καὶ τοῦ Τὰς θύρας, τὰς θύρας. Τὸ βλέπουμε καὶ στὴν Ἁγιορείτικη Παράδοση244, καὶ στοὺς Παλαιοπίστους Ῥώσσους. Τὸ βλέπουμε ἀκόμη καὶ στοὺς Δυτικούς ὅπου ἔκλειναν τὰ Παραπετάσματα στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ἀπουσίᾳ σχετικῆς παρακελεύσεως, βλ. ὑποσ. 187, 188, καί σ. 280. Ἡ διάταξις τοῦ Πυρομάλλη245 ἴσως προσπάθησε νὰ τὸ ἐκλογικεύσει, μεταφέροντας τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδο, ἀκριβῶς στό Τὰς θύρας, τὰς θύρας. Μήπως ὅμως ἡ ἀρχικὴ Παράδοσις τελικὰ δὲν εὑρίσκετο στὴν μεταφορὰ τοῦ κλεισίματος, ἀλλὰ στὴν μεταφορὰ τοῦ κελεύσματος; Δὲν ὑπάρχουν ἀρκετὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ γνωρίζουμε ἀκριβῶς. Εἶναι πιθανὸν τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας, νὰ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχική του θέση, ἢ νὰ ἐπισῆλθαν ἀνάμεσα διάφορα στοιχεῖα στὴν Θεία Λειτουργία ποὺ ἡ ἀρχική του θέση νὰ ἄλλαξε ἐμμέσως.246 Θὰ μποροῦσε γιὰ παράδειγμα, τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας, νὰ ἦταν ἀρχικά, ἀμέσως μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον. Μία παραλλαγή, γνωστὴ στὴν Ἑλλάδα, θέλει νὰ κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, καὶ στὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας νὰ ἀνοίγουν σύντομα τὰ ἅγια θύρια γιὰ νὰ ξανακλείσουν μετὰ τὸ Πιστεύω.247 Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Παΐσιος μᾶλλον ἀντιγράφοντας τὸν Ἅγιον Συμεών, ὡς ἀναφέραμε, ξεχάσανε νὰ ξανακλείσουν στὰ συγγράμματά τους τὸ Καταπέτασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε ἀντίκτυπον στὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν ποὺ πῆραν οἱ Ῥώσσοι ἀπὸ τὴν Στὴν Ἁγιορείτικη Παράδοσιν, τό Τάς θύρας, τάς θύρας, δὲν ἀλλάζει κάτι στὴν διάταξιν. Τὰ ἅγια θύρια ἔχουν κλείσει μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον, καὶ θὰ ἀνοίξουν πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας, κεφ. 17, σ. 143. Ἐπίσης βλ. καὶ τοὺς Παλαιοπίστους Ῥώσσους, κεφ. 99, σ. 339. 245 Ἰσιδώρου Πυρομάλλη – Διάταξις τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ΙΑ-ΙΒʹ αἰ.), Εὐχολόγιον Goar (1647), σσ. 180-183. Ἐνταῦθα εἰς κεφ. 66, σ. 270. 246 Γιὰ παράδειγμα, ἡ Προθεωρία (1055-1063), σ. 260, τὸ ἔχει ἀλλοῦ (καὶ οἱ Ἀρμένιοι). 247 Ἔτσι συνέβαινε καὶ σὲ ἐνορίες τῆς Ἑλλάδος (κεφ. 18, σ. 146), πρὸ τῆς ἐν Ἐλλάδι Λειτουργικῆς Κινήσεως ἢ Ἀναγεννήσεως, Ἀνανεώσεως (Liturgical Movement). Βλ. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 111-118. 244 – 133 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Κων/πολη· βλέπε κεφάλαια, 95, 96. Ὅμως διατὶ οἱ Ῥώσσοι δὲν ἐσυμβουλεύθησαν καὶ τὴν κρατοῦσαν Παράδοσιν, παρὰ ἐβασίσθησαν μόνον στὴν Ἐπιστολή; Λέει ὁ Φουντούλης τό 2002248: «Καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου».249 Ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς ἦταν κλειστὴ ἡ θέα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, συμπεραίνεται ἐπίσης, καὶ ἀπὸ τὴν λογικὴν ἀπόδειξιν τοῦ κεφ. 20, σ. 188. Γενικά, τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα (Βῆλον) κλείνουν στὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν, δηλ. κλείνουν μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον250, καὶ ἀνοίγουν στὸ Μετὰ φόβου γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν.251 Ἔτσι γίνεται καὶ στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, καὶ εἶναι καταγεγραμμένο στὰ σύχρονα Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, βλ. §19, §18.1, §20. Ἐνδιάμεσα κατὰ μερικὲς (καὶ προσωπικὲς) διατάξεις ἀνοιγοκλείνουν συντόμως γιὰ εὐλογία ἢ γιὰ τὸ Πιστεύω, ἀλλὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶναι ἐντελῶς κλειστὰ ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία, βλ. κεφ. 17. Περισσότερες πληροφορίες, καὶ λεπτομερῆ διάταξιν τῶν ἀνοίγματος καὶ κλεισίματος τῶν ἁγίων θυρίων καὶ τοῦ Καταπετάσματος, δύνασαι νὰ εὕρης στὸ κεφ. 18, σ. 146, «Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» (Πίναξ 18-1). Βλ. περισσότερα στό κεφ. 18, σ. 146. Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 223-224. 250 Κατ’ ἐξαίρεσιν στὴν διάταξιν τοῦ Πυρομάλλη, σ. 270, κλείνουν στὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας. 251 Γιὰ τὰ ἅγια θύρια μόνο, πότε ἀκριβῶς ἔκλειναν καὶ ἄνοιγαν τὰ ἅγια θύρια, βλέπε τὸν Ἅγιο Φιλόθεο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, κεφ. 75, σ. 281. 248 249 – 134 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 15 Ἀναίρεσις θέσεως ὅτι τάχα στὴν Ἁγία Σοφία ἐκ παραδόσεως τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τὴν θέα πρὸς τὸ Ἱερό Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὴν ἐν γένει βιβλιογραφία παρατηρεῖται μιὰ ἀνεξήγητη ἐπιμονὴ καὶ σπουδὴ νὰ πείσουν ὅτι στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τὴν θέα πρὸς τὸ Ἱερό. Καὶ γιατὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξήγητη ἀποκλειστικὴ ἀναφορὰ στὴν Ἁγία Σοφία γιὰ τὴν θέα πρὸς τὸ Ἱερό;252, 253 Καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἀρχαῖες Ἐκκλησίες, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἰεροσολύμων, ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους πήραν τὶς ἀρχικὲς διατάξεις τους(κεφ. 28). Ἡ θέσις αὐτὴ τῆς βιβλιογραφίας, ὅπως θὰ δοῦμε, δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια. Κατ’ἀρχὴν ἔχουμε τὴν σαφὴ διάταξιν τῆς Ἱεροδιακονίας τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, «Ἱστέον ὅτι τὰ ἅγια θύρια οὐδέποτε ἀνοίγονται, εἰ μὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ μεγάλου Ἑσπερινοῦ, ὅτε θυμιᾷ μόνον ὁ Ἱερεύς, εἰς τὰς Εἰσόδους πάσας, ἤγουν τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Λειτουργίας, τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Ὡσαύτως ἀνοίγονται, καὶ ἀπὸ τοῦ [Μετὰ φόβου...] Προσέλθετε, μέχρι συμπληρώσεως τῆς θείας Λειτουργίας», βλ. κεφ. 75, σ. 281. Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος φυσικά, δὲν ἐκαινοτόμησε, ἀλλὰ ἁπλῶς ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ κατέγραψε μὲ λεπτομέρεια τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἔκανε στὴν παραδοθεῖσαν εἰς αὐτὸν Παράδοσιν. Αὐτὴ ἡ παράδοσις διατηρεῖται ἀκόμη, ἐν ἔτει 2023, στὴν Ἑλλάδα στὸ Ἅγιον Ὄρος (σὲ ὅσους δὲν ἔχουν ἐπηῤῥεαστεῖ ἀπὸ τὴν λειτουργική «κίνηση»), καὶ στὰ μοναστήρια τοῦ γέροντος Ἐφραῖμ στίς ΗΠΑ, καὶ στοὺς Παλαιόπιστους Ῥώσσους ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἀρχαῖα Παράδοσιν πρὸ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος (1605-1681). Στὴν Ἑλλάδα, στὶς Ἐνορίες, διατηροῦνταν σὲ μεγάλο βαθμὸ ἡ ἀρχαῖα αὐτὴ ἀδιάκοπος Ἀποστολικὴ Παράδοσις μέχρι καὶ πρὸ 40 ἐτῶν περίπου, βλ. κεφ. 18, σ. 146, σήμερα δέ, R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σ. 413: “The existence of the hidden sanctuary in Syria and elsewhere [μᾶλλον ἐννοεῖ …everywhere] at a much earlier date is generally accepted”, δηλ. «ἡ ὕπαρξις καλυμμένου Ἱεροῦ στὴν Συρία καὶ ἀλλοῦ [μᾶλλον ἐννοεῖ καὶ παντοῦ ἀλλοῦ] σὲ πολὺ προγενέστερη ἐποχὴ εἶναι γενικὰ ἀποδεκτή». —Σημειωθήτω ὅτι ἡ Ῥώμη πρὸ τοῦ «Διαφωτισμοῦ» καὶ εἰδικὰ τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου, εἶχε κατ’ ἐξοχὴν Κιβώρια καὶ Καταπετάσματα (Secretum), Cathedral Screen132, κτλ.; (βλ. παρακάτω, σσ. 250, 251, 278). 253 T. F. Mathews, The early churches of Constantinople …, ὅ.π., σ. 165: “it is clear from other sources that the Syrian liturgy did require a curtain on the ciborium”. —Βλ. σχόλιο στὴν ἄνω ὑποσημείωσιν. 252 – 135 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 διατηρεῖται ἀκόμη – δόξα τῷ Θεῷ – στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία καὶ στὶς Ἐνορίες.254 Βλ. κεφ. 18. Ἀρχαιότερες μαρτυρίες εἴδαμε στό κεφ. 10, σ. 102, μερικὲς τῶν ὁποίων παρατίθενται παρακάτω· Εἴδαμε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (+407) ποὺ ἀναφερόταν σὲ κλειστὰ παραπετάσματα, καὶ Ἀμφίθυρα, τὴν ὥρα τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, σσ. 210-211, 219. Εἴδαμε τὸν Παύλο Σιλεντιάριο (563), Ἔκφρασις Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στ. 682 – 838], «στοὺς ὑψηλοὺς τοίχους ποὺ χωρίζουν τὸν ἱερέα ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν Ψαλτῶν», «κλεῖστε τὰ Παραπετάσματα [καλύπτρας] ποὺ κρέμονται στὶς τέσσερις πλευρὲς», «Στὰ ἄκρα τοῦ χρυσοδέτου Καταπετάσματος» σσ. 222, 231, 230, Εἴδαμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητῆ (580-662) νὰ ὁμιλεῖ περὶ παραπετασμάτων περὶ τὴν ἁγία Τράπεζα, σ. 236. Εἴδαμε τὴν ΙΕΜΘ ὅπου ὁ Ἱερεὺς μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, κτλ., σ. 239. Εἴδαμε τὸν Ἅγ. Θεόδωρο τὸν Στουδίτη (Θʹ αἰ.), «Θείας Τραπέζης συγκαλύπτραν με βλέπων», σ. 249. Εἴδαμε νωρίτερα ὅτι τὸ ἀντίγραφο τοῦ Κωνσταντινουπολίτικου Εὐχολογίου τοῦ 8ου αἰ., Barb. Gr. 336, καὶ τοῦ Ἰσιδώρου Πυρομάλλη, σσ. 246-273, ἀναφέρονται στὸ κλείσιμο καὶ στὸ ἄνοιγμα τῶν ἁγίων θυρίων (καὶ τοῦ καταπετάσματος3) τοῦ Ἱεροῦ πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἁγία Ἀναφορά. Καὶ πρὸ πάντων εἴδαμε τὸν Ἅγιο Μακάριο Ἱεροσολύμων (+335), σ. 202, ὅπου ὁμιλεῖ περὶ Καταπετάσματος μεταξὺ Ἱεροῦ καὶ κυρίως Ναοῦ. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ κτίσματος τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι νὰ βλέπουμε οἱ Λαϊκοὶ στὴν Θεία Λειτουργία, τὸ ἱερὸν Θυσιαστήριον. Οὔτε νὰ βλέπουμε τὸν Ἐπίσκοπον καὶ τοὺς Ἱερεῖς «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. — Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον διδάσκονταν καὶ οἱ Ἱερεῖς μας, στὸ παρελθόν, στὶς Ἱερατικές Σχολές, βλ. ὑποσ. 284. 254 – 136 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» στὸ (ὅπου) ἐπανεμφανισθὲν Σύνθρονον,255 τὸ ὁποῖον εἶχεν καταργήσει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἰστορία της, οὔτε νὰ παρακολουθοῦμε τὶς κινήσεις τῶν Ἱερέων στὸ Ἱερό, οὔτε κἂν νὰ βλέπουμε (συγγνώμη) τὶς ὄψεις τῶν Ἱερέων καὶ τῶν Ἐπισκόπων,256 ἢ τῶν ἄλλων λαϊκῶν. Ποτὲ δὲν γινόταν αὐτό, οὔτε στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Καὶ δὲν γινόταν διότι ὑπῆρχαν μεγάλες ἀποστάσεις, ὑπῆρχαν τόσα ἐμπόδια, ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα (ὁ λαὸς ὅταν καὶ ἂν μέρος τοῦ λαοῦ ἦταν στο κεντρικὸν κλῖτος σὲ μεγάλες ἑορτὲς λόγῳ συνωστισμοῦ, ἦταν πίσω ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα), τὸ Τέμπλο ἢ τὸ ὑψηλὸ Φράγμα μὲ τὴν μικρὴ θύρα458 (σημερινή Ὠραία Πύλη), τὸ Κιβώριον μὲ τὰ διάφορα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ Καταπέτασμα, τὰ Παραπετάσματα, τὴν τεράστια (πιὸ ψηλὴ ἀπὸ δύο ἄνδρες) Σταύρωση92 μεταξὺ Συνθρόνου καὶ Κιβωρίου, τὴν παρουσία τῶν Χορῶν τῶν Ἱεροψαλτῶν στὸ κέντρο, καὶ τόσα ἄλλα. Ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ καὶ ὁ κόσμος ὅταν δὲν ἔβλεπε τὶς κεφαλὲς τῶν ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ἐν τούτοις ἦταν κυρίως στὶς στοές, στὰ κλίτη, καὶ μόνον οἱ κιονοστοιχίες, ἢ οἱ φαρδύτερες πεσσοστοιχίες, τὰ μετακιόνια θωράκια τῶν κιονοστοιχιῶν, ἔκλειναν τὴν θέα, πέραν καὶ τῶν ἡμιδιαφανῶν παραπετασμάτων τῶν κιονοστοιχιῶν. Ὁ κύριος σκοπὸς ὅμως τοῦ οἴκου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Προσευχή.257 Εἶπε δυστυχῶς ἕνας Μητροπολίτης τῶν ἡμερῶν μας, ὅτι «ὁ Ἐπίσκοπος γιὰ αὐτὸ λέγεται Ἐπίσκοπος ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ Σύνθρονον ἐπισκοπεῖ τὴν Ἐκκλησία ὅλη, ἀπὸ ἐκεῖ βλέπει ὅλη τὴν Ἐκκλησία». Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀστοχία, ἄν ὄχι πλάνη. Βλ. σσ. 54, 117, κ.ἀ.. Στὰ μοναστήρια, ὁ θρόνος τοῦ Ἐπισκόπου, καὶ ἡ θέσις τοῦ Ποιμένος, πρὸς ἀνατολάς βλέπει. Αὐτὸ (ὅτι ἐπισκοπεῖ) πουθενά, οὔτε στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως δὲν γινόταν. Κατὰ πρῶτον ὁ κόσμος ἦταν μυστικῶς προσευχόμενος στὶς στοές, δηλ. στὰ κλίτη τοῦ Ναοῦ, σ. 27, ὅπως καὶ σήμερα ἐν πολλοῖς, βλ. Εἰκ. 15-1, Εἰκ. 15-2. Πέραν τῶν κιονοστοιχιῶν ἢ τῶν φαρδιῶν πεσσοστοιχιῶν, ὑπῆρχαν καὶ μετακιόνια χωρίσματα, βλ. κεφ. 5. Τρίτον, ἔμπροσθεν τοῦ Συνθρόνου ὑπῆρχε ἡ πανύψηλη Σταύρωσις (βλ. Εἰκ. 15-3, καί ὑποσ. 92). Ἔμπροσθεν τῆς Σταυρώσεως, ὑπῆρχεν τὸ Ἱερὸ Κιβώριον μὲ τὰ Παραπετάσματά του, ποὺ περιέκλειε τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν. Μετὰ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὑπῆρχεν τὸ μέγα Καταπέτασμα ὡς φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἀργότερα τὰ ὑψηλὰ φράγματα τοῦ Βήματος μὲ τὰ Βῆλα / Παραπετάσματα (τὰ χαμηλὰ φράγματα ἦταν τοῦ δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου - Σολέας). Μετὰ τὸ Ἱερὸν Βῆμα, ὑπῆρχεν ὁ ὀγκόλιθος τοῦ Ἄμβωνος, καὶ οἱ Χοροὶ τῶν Ψαλτῶν στὸ κέντρον, κεφ. 7, 9. Ἀλλοίμονο ἂν ὁ Ἐπίσκοπος στὴν Θεία Λειτουργία, κοιτάζει τὸν Λαόν, περισπώμενος τῷ νοΐ καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς δεξιὰ καὶ ἀριστερᾶ, καὶ δὲν προσεύχεται. Καὶ σήμερα, ποὺ ὁ θρόνος εἶναι πιὸ κοντὰ στὸν Λαόν, ὁ Ἐπίσκοπος δὲν περιεργάζεται τὸν κόσμον, ἀλλὰ προσεύχεται πρὸς ἀνατολάς ἱστάμενος. Ὁ Ἐπίσκοπος θὰ ἐπισκοπήσει τὸν λαόν στὸ κήρυγμά του, χάριτι Θεοῦ, ἢ ὅποτε φυσικὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός. Ἂν εἶναι Ἅγιος μὲ ἕνα βλέμμα θὰ πληροφορηθεῖ μυστικὰ γιὰ τὸν κάθε ἕναν (ὅσους καταφέρει νὰ δεῖ). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος, ἐπισκοπεῖ τὸ ποίμνιον καὶ τὸ βοηθεῖ ὅπως ὁ Ποιμὴν τῆς Κλίμακος, Κλίμαξ, «Εἰς τὸν Ποιμένα», §9. 256 Καὶ στὴν Θεία Λειτουργία, καὶ στὸ Μνημόσυνο, καὶ στὸν (Μεγάλο) Ἁγιασμό, καὶ στὴν Ἀρτοκλασία, ὁ Ἱερεύς πρὸς ἀνατολάς προσ-Εὔχεται ὄχι πρὸς δυσμᾶς. Πρὸς δυσμᾶς δίνει τὶς εὐλογίες στὸν κόσμο, καὶ κηρύσσει. 257 «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται», Ματθ. καʹ 13. 255 – 137 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Προσευχή δὲν εἶναι μόνον τὸ μυστικὸν Κύριε ἐλέησον, ὡς ἀπόκρισιν στὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ποὺ ἐκφωνεῖ ὁ Διάκονος (ἢ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ὁ Ἱερεύς). Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ προσοχὴ καὶ ἀκρόασις τῶν ψαλλομένων, ἢ ἡ μυστικὴ ἀπόκρισις (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως) στὰ κελεύσματα τοῦ Διακόνου ἢ τοῦ Ἱερέως. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ μυστικὸν Πάτερ ἡμῶν ἢ Πιστεύω (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως). Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ μυστικὴ εὐχαριστία στὸν Θεόν. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἑκάστου αἰτήματα πρὸς τὸν Θεόν. Εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, Χάριτι Θεοῦ. Ἡ προσευχὴ ὡς πρὸς τὴν ποιότητά της εἶναι «συνουσία καὶ ἔνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν» (Κλίμαξ, ΚΗʹ). Εἰκ. 15-1. Παλαιοχριστιανικὴ πεντάκλιτος Βασιλικὴ Ἁγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Θέα πρὸς Ἀνατολὰς καὶ τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸ νοτιότερο κλῖτος, σὲ ἄδειο Ναό (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 5-6. Παλαιά, πέραν τῶν κιόνων, ὑπῆρχαν καὶ μετακιόνια χωρίσματα, βλ. κεφ. 5. Εἰκ. 15-2. Παλαιοχριστιανικὴ πεντάκλιτος Βασιλικὴ Ἁγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Θέα πρὸς Ἀνατολὰς καὶ τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο νότιο κλῖτος, σὲ ἄδειο Ναό (Φωτ. ΠΔΠ, 2024). Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 5-6. – 138 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Εἰκ. 15-3. Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Κάτοψις τοῦ Βήματος (τὸ Κιβώριον δὲν ἀπεικονίζεται).258 Τὸ θυσιαστήριον εἶναι ἀποκλειστικὴ δουλειὰ τοῦ Ἱερέως / Ἀρχιερέως καὶ ὄχι τῶν Λαϊκῶν. Τὸ «θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς» ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ «ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν», βλ. Φουντούλη, κεφ. 18. Βλ. ἐπίσης βλ. Ἐγκλύκλιος Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου (ΔΙΣ) τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα». Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐκανόνισε: «Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἁπάντων ἐν λαϊκοῖς τελοῦντι, ἔνδον ἱεροῦ εἰσιέναι θυσιαστηρίου […]», Κανών ΞΘ . 258 Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας, τ. Βʹ, ὅ.π., σ. 125. – 139 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἐκ τοῦ ἐλάσσονος στὸ μεῖζον ὅπως σοφὰ λέει ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος Ἠγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου: Ἐὰν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στὸ ἱερὸ στοὺς λαϊκούς, πῶς θὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηροῦν τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας;259 Δὲν εἶναι θέατρον ἡ ἐκκλησία, ὅπως κατήντησε ἀλλοῦ. Ὅλα γιὰ τὴν τέρψη τῆς περιέργειας τῶν μέν, καὶ τῆς ἐπιδείξεως τῶν δέ; Μὰ ποὺ πῆγε ἡ προσευχή; ποὺ πῆγε ἡ ταπείνωσις; Οἱ περισσότεροι Ναοὶ ἐκ κατασκευῆς ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων, εἶναι ἐπιμήκεις ὡς ναῦς (βλ. κεφ. 4), ἐμποδίζουν τὴν γενικὴ θέα πρὸς τὴν ἁγία Τράπεζα, ὅπως ἀναπτύξαμε ἀνωτέρω, καὶ ἰδίως μὲ τὶς στενὲς πύλες (θύρες) τοῦ Ἱεροῦ (ἀκόμη καὶ στὴν Ἁγία Σοφία!).260 Ποὺ θὰ κοιτάξει ὁ Λαὸς γιὰ νὰ προσευχηθεῖ; Στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία, ἢ στὸν Ἱερέα καὶ στὸν Ἐπίσκοπο; Φυσικά, στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία. Ἡ Ὡραία Πύλη (Καταπέτασμα) λοιπὸν κλείνοντας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἀναφορᾶς (ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδο μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία), βοηθάει καὶ τὸν Λαὸν νὰ προσευχηθεῖ (ἐννοεῖται μυστικῶς) ἐκτενέστερα στὴν Ἁγία Ἀναφορά, μὲ τὶς ἴδιες ἑκάστου (προσ)Εὐχές,116 καὶ τὰ παρὰ Θεῷ χαρίσματα Εὐχῆς,261 ἑκάστου τῶν πιστῶν. Λένε οἱ Ἀπόστολοι: «Μετὰ δὲ ταῦτα γινέσθω ἡ θυσία [ἁγία Ἀναφορά], ἐστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ προσευχομένου116 ἡσύχως», βλ. κεφ. 23, σ. 192. Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, [ἐπίσης ἐδῶ], 11/6/2023. 260 Γιὰ αὐτὸ καὶ σήμερα τί σκαρφίστηκαν τινές; Δεῦτε διπλασιάσωμεν, καὶ τετραπλασιάσωμεν λέγουσι τὸ πλάτος τῆς στενῆς «Ὡραῖας» πύλης! Ἡ Ἁγία Σοφία εἶχε στενές μικρές θύρες στὸ Ἱερό, βλ. ὑποσ. 458. Δεῦτε καὶ καθείλομεν λέγουσι καὶ αὐτὸ τὸ εἰκονοστάσιον-τέμπλον νὰ ὁμοιάσωμεν τῆς (ἀντι)Μεταρρυθμίσεως! Τί στενὴ ἡ πύλη ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν. Ὅμως, «οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν», καὶ «οὐ πλησθήσεται ἀνθρωπάρεσκος ἐπιδείξεως», καὶ ὁ νοῶν νοεῖτω. 261 βλ. τὸ ἄρθρον μας: Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], ὑποσημείωσιν 11. 259 – 140 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Τοῦ λαοῦ προσευχομένου ἡσύχως. Πῶς θὰ προσευχόταν ὁ λαός ἂν εἶχε μοναδική του ἔννοια νὰ δεῖ τὸν Ἐπίσκοπο/Ἱερέα; Καὶ στὴν Ἁγία Ἀναφορά, προσευχόταν (καὶ προσεύχεται) ὁ λαός, φυσικὰ μὲ τὶς ἴδιες ἑκάστου προσευχές, καὶ τὰ αἰτήματά του ἕκαστος, μυστικά, μέσα του, καὶ μὲ τὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχές (καὶ τὸ μυστικὸ «Κύριε ἐλέησον») πρὸ καὶ μετὰ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς.262, 116 Ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται» (Ματθ. καʹ 13). Συνεπῶς καὶ ἡ θέσις τῆς βιβλιογραφίας ὅτι τάχα στὴν Ἁγία Σοφία ἐκ παραδόσεως τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τὴν θέα πρὸς τὸ ἱερό, δὲν εἶναι ἀλήθεια. βλ. τὰ ἄρθρα μας: α. Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], β. Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, [PDF], [PDF], γ. Εὐχή διά Προσφωνήσεως (Διακονικά), [PDF], [PDF]. 262 – 141 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Β 16 Ἀναίρεσις θέσεως ὅτι τάχα ἔκλειναν μόνον οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ, καὶ μόλις μετὰ τὸν 11ον αἰ. ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὸ καταπέτασμα),263 …στὴν Κων/πολη Στὴν βιβλιογραφία264, 265 θεωρεῖται ὅτι τάχα ἔκλειναν μόνον οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ, καὶ μόλις μετὰ τὸν 11ον αἰ. ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὸ καταπέτασμα), ...στὴν Κωνσταντινούπολη. Καὶ ἐνῷ γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, παραδέχονται ὅτι ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὰ παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ ἀπὸ τὴν ἀρχαῖα ἐποχή (μαρτυρίες ἀπὸ τὸν 4ον αἰ.), ἐν τούτοις (διάφοροι λειτουργιολόγοι) ἀπομονώσανε τὴν Κωνσταντινούπολη (γιατί;), ἐλπίζοντας διακαῶς ὅτι στὴν Κωνσταντινούπολη δὲν ἔκλειναν. Λὲς καὶ ἡ Παράδοσις τῆς Κωνσταντινούπολης, δὲν προῆλθε ἀπὸ τὴν κοινὴν παράδοσιν τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας, τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τὴν παράδοσιν τῶν Ἀποστόλων. Στὰ προηγούμενα κεφάλαια, καὶ σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, σαφῶς ἀναιρέσαμε βάσει πλήθους ἀναφορῶν, τὴν ἀνωτέρω θέσιν, ποὺ ὑπεστηρίχθη κυρίως ἀπὸ τόν Mathews, καὶ μετὰ ἀπὸ τόν Taft. Βλ. ἐπίσης, κεφ. 40, «Τὰ Καταπετάσματα τῆς Κωνσταντινουπόλεως (4ος-5ος αἰ.) καὶ τῆς Ῥώμης (7ος-9ος αἰ.)», σ. 219, καί κεφ. 64, σ. 258. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (Ὡραία Πύλη) στὴν Ἁγία Ἀναφορά, καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ στὴν Ῥώμη, καὶ σὲ ὅλην τὴν Χριστιανωσύνη, ἀπὸ Ἀνατολὴ σὲ Δύση, π.χ. σσ. 58, 95, 117, 132. Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου [PG 61, 313], «πρὶν ἰδεῖν τὰ παραπετάσματα ἀναστελλόμενα», σ. 210. Τοῦ αὐτοῦ [PG 62, 29], «ὅταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τὰ Ἀμφίθυρα», σ. 211. Καταπέτασμα, Παραπέτασμα, Παραπετάσματα, Βῆλον, Βῆλα, Πέπλον, Πέπλα, δηλώνουν Κουρτίνες τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου, ποὺ ἄνοιγαν καὶ ἔκλειναν στὴν διάρκεια τῶν Ἀκολουθιῶν. 264 R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σσ. 411-412: “So the sanctuary curtain is a later refinement that began about this time [11th c.] but was not yet universal”. Φυσικά, αὐτὸ ποὺ λέει δὲν στέκει στὴν πραγματικότητα, ἀπὸ Ἀνατολή σὲ Δύση, ὅπως εἴδαμε. 265 πρωτ. Θ. Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», πύλες τοῦ ναοῦ ἢ θύρες τοῦ Ἁγίου Bήματος; Ἐπιστημονική Ἑπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 1997, 32:537-565. 263 – 142 – 17 Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὸ Ἅγιον Ὄρος Σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγιορείτικη Παράδοση, τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ Βημόθυρα (Ἅγια Θύρια) κλείνουν μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ Χερουβικοῦ, καὶ ἀνοίγουν στὴν Θ. Κοινωνία.266 Ἡ Ἁγιορείτικη παράδοσις εἶναι ἡ καταγραφεῖσα (καὶ διὰ ζώσης μεταλαμπαδευθεῖσα) παράδοσις τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου (1300-1379) Πατριάρχου Κων/πόλεως. Ὁ Ἅγιος φυσικά, δὲν ἔβγαλε αὐτὸς τὴν παράδοση, αὐτὸς ἁπλῶς κατέγραψε τὴν παράδοσι ποὺ παρέλαβε. Βλ. κεφ. 75, σ. 281. Βλέπε καὶ τὸν Ὅσιο Νικήτα τὸν Στουδίτη (Στηθᾶτο), περὶ τῆς ἀποκρύψεως τῶν τελουμένων στό Ἱερό, κεφ. 64, σ. 258. Ἡ καταγραφεῖσα παρακάτω λεπτομερῆς Παράδοσις βασίστηκε κατὰ κύριον λόγον σὲ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ μακαριστοῦ γ. Ἐφραῖμ τοῦ Φιλοθεΐτου καὶ Ἀριζονίτου (+ 8/12/2019). Ἔχει ὡς εἰς τὸν Πίναξ 17-1, ὅπου χρησιμοποιοῦμε, τὶς παρακάτω συντομεύσεις· ΧΥ: ὅπου τό X ἀναφέρεται στὰ ἅγια θύρια267, τό Υ στὸ καταπέτασμα. Χ, Υ = Κ (κλειστό) ἤ Α (ἀνοικτό). 268 Ἱερὸν Κελλίον Εὐαγγελισμοῦ, Ἁγιορείτικον Τυπικόν, Καρυαί, Ἅγιον Ὄρος, ἐκδ. Καστανιώτη, 2004, σσ. 30-31. Ἐπίσης βλ. ἐνταῦθα κεφ. 75, ὑποσ. 552. 267 Τὰ ἅγια θύρια (ἢ οἱ ἅγιες θύρες) εἶναι ὅτι ἔχει ἐπικρατήσει σήμερα νὰ λέγεται Ὡραῖα Πύλη. 268 Ὁρίζουμε Κλειστὸ/Ἀνοικτὸ Καταπέτασμα = Ἁπλωμένο/Μαζεμένο Καταπέτασμα, γιὰ νὰ συμφωνεῖ μὲ τὰ θύρια, ὡς πρὸς τὸ ὁπτικὸ πεδίο. 266 – 143 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Πίναξ 17-1. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. ΚΑ : Ἀρχή Λειτουργίας. ΑΑ : Πρὶν τὴν Μικρὰ Εἴσοδο (στὸ Δόξα Πατρί Μακαρισμῶν, ἢ πρὸ τοῦ Γʹ Αντιφώνου). ΚΑ : Ἀμέσως μόλις εἰσέλθουν οἱ Ἱερεῖς. ΑΑ : Δύναμις, καὶ ἀνοίγει τὰ ἅγια θύρια. ΚΑ : Μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ Κήρυγμα. ΑΑ : Στὸ Θυμιάτισμα τὴν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ ΚΚ : Μετὰ τὸ Χερουβικὸν καὶ πρὶν τὴν Συναπτὴ Δέησιν. ΑΑ : Μετὰ φόβου (Θ. Κοινωνία) μέχρι τέλους. Παρόντος Ἀρχιερέως ὅμως, ἡ σημερινὴ Ἁγιορείτικη Παράδοσις θέλει τὰ πάντα ἀνοικτά. Ἐπίσης τὶς Κυριακὲς (Συλλείτουργο) καὶ σὲ Μεγάλες Ἑορτές θέλει τὰ πάντα ἀνοικτά. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι παραδοσιακό, ἀλλὰ μᾶλλον νεωτερισμός, καθότι πλῆθος μαρτυριῶν ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ Καταπέτασμα ἐκλείετο παρόντος Ἀρχιερέως εἰς τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν (στὶς Μυστικὲς Εὐχές ποὺ ἔλεγαν οἱ παλαιοί), βλ. κεφ. 19, καὶ τὶς διατάξεις ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου, κεφ. 55, 76, κλπ.. Ὁ λόγος τῆς κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης, τοῦ Καταπετάσματος, ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μὲ τὴν ὑπακοὴ στὴν Ἀποστολική Παράδοση, μὲ τὴν δημιουργία Ταμιείου Προσευχῆς τοῦ Ἱερέως, καὶ μὲ τὴν ἀσφάλιση τῶν Πιστῶν στὴν Προσευχή,116 καὶ ὄχι στὴν περιέργεια τῶν κινήσεων στὸ Ἱερὸ Βῆμα, ὅπως ἀναλύθηκε στὴν ἐργασία αὐτή. Καὶ στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, ἀκόμη καὶ στὶς Ἐνορίες σήμερα, καὶ στὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, κλείνει τὸ Καταπέτασμα παρόντος Ἀρχιερέως, ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία. Βλ. §18.1. – 144 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὸ Ἅγιον Ὄρος Σύμφωνα μὲ τὸν π. Γεράσιμο Ἁγιορείτη:269 «τὰ περισσότερα μοναστήρια στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔκλειναν τὰ βημόθυρα καὶ τὸ βῆλο (καταπέτασμα) ἀμέσως μετά τήν Μεγάλη Εἴσοδο. Μάλιστα σέ κάποια μοναστήρια εἶχαν καί κουρτίνες στό Ἱερό, οἱ ὁποίες (κουρτίνες) χώριζαν τήν Ἁγία Τράπεζα ἀπό τήν Πρόθεση καί τό Διακονικό καί τίς ὁποίες τίς ἔκλειναν καί αὐτές μετά τό «Πιστεύω» καί ὁ Ἐκκλησιαστικός τίς παραμέριζε λίγο μόνο, ὅσο ἀρκοῦσε γιά νά μπορεῖ νά δώσει τό Ζέον. Τίς ἄνοιγαν πάλι ἀφοῦ εἶχαν μεταλάβει οἱ λειτουργοί καί ἦταν ἔτοιμοι νά βγοῦν στήν Ὡραία Πύλη γιά νά μεταλάβουν καί οἱ πιστοί. Αὐτὸ εἶχα δεῖ νά τό τηροῦν, ἡ Ἁγ. Παύλου, ἡ Διονυσίου, ἡ Χιλιανδαρίου, ἡ Μεγίστη Λαύρα, ἡ Φιλοθέου, καί ἡ Ἐσφιγμένου. Οἱ κουρτίνες ἦταν κάθετα στό Τέμπλο καί ἔφταναν μέχρι τά ντουβάρια στήν πίσω πλευρά (Κόγχη). Δηλαδή εἶχε μόνο δύο κουρτίνες οἱ ὁποίες ὅταν ἔκλειναν, ἄφηναν ἐλεύθερο τόν χῶρο γύρω καί πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Δημιουργοῦσαν (τρόπον τινά) ἕνα ξεχωριστό δωμάτιο στό ὁποῖο μποροῦσες νά κινηθεῖς ἄνετα γύρω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, ἀλλά χώριζαν (οἱ κουρτίνες) τήν Πρόθεση καί τό Διακονικό. Ὁπότε, ὁ ἐκκλησιαστικός ποῦ τύχαινε νά εἶναι μέσα στο Ἱερό, δέν μποροῦσε να δεῖ τί κάνουν οἱ Ἱερεῖς τήν ὥρα τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς». Οἱ κουρτίνες αὐτὲς δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, ἀπὸ τὴν δημιουργία Ταμιείου Προσευχῆς τὴν ὥρα τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, βλ. κεφ. 11.2, σ. 117. Πρβλ. μαρτυρία Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου γιὰ τὴν Κύπρον, ὑποσ. 216. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦταν ἁγιορείτικες ἐκδόσεις τῶν Ἱερατικῶν, νὰ προσθέσουν ῥητῶς τὴν Ἀποστολική Παράδοση τοῦ Καταπετάσματος στήν Θεία Λειτουργία, σὲ ἐπόμενη ἔκδοση. Στὶς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε αὐτὸ εἶναι ἀναγκαῖο ἐπειδὴ ἡ προφορικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον δὲν μεταλαμπαδεύεται, ἀλλὰ χλευάζεται καὶ καταπατεῖται. Σήμερα τινὲς θέλουν τὰ πάντα γραμμένα. 17.1 Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου Σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Ἱερομονάχου γέροντος Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου γιὰ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου: «Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὑπῆρχαν κουρτίνες κάθετες πρὸς τὸ Τέμπλο ποὺ χώριζαν τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ τὴν Πρόθεση, καὶ τὸ Διακονικό. Στὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ δεξιὰ κουρτίνα ἦταν πάντα κλειστή. Ἡ ἀριστερὴ ἦταν ἀνοιχτὴ μέχρι καὶ τὴν Μ. Εἴσοδο, μετὰ ἔκλεινε καὶ αὐτή μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία».270 269 270 Προσωπικὴ ἐπικοινωνία. Ἱερομόναχος Στέφανος Κ. Ἀναγνωστόπουλος: Προσωπικὴ ἐπικοινωνία. – 145 – 18 Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα) στὴν Θεία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος «Παλαιότερα, καὶ σήμερα ἀκόμη, πολλοὶ Ναοὶ [στὶς θύρες τοῦ Ἱεροῦ Βήματος] ἔχουν Βῆλα – Παραπετάσματα μὲ ἕναν ἁπλὸ Σταυρὸ ῥαμμένον ἢ κεντημένον.»271, 272 «Ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις.»273 Τὰ καταπετάσματα – παραπετάσματα – βῆλα στὶς θύρες τοῦ Ἱεροῦ μὲ ἕναν ἁπλὸ σταυρὸ κεντημένο (Εἰκ. 18-2 ἕως Εἰκ. 18-4) δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ συνεχιζόμενη παράδοσις τοῦ μεγάλου Καταπετάσματος ὡς φράγματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Ἀκόμη καὶ τὰ Τέμπλα μὲ τὶς θύρες εἶναι ἡ συνέχισις τῆς ἀρχαίας παραδόσεως τοῦ μεγάλου Καταπετάσματος ἐπὶ τὸ ἀσφαλέστερον καὶ μονιμώτερον.274 Βλέπε καὶ τὴν Εἰκ. 18-1, «Θεία Κοινωνία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων». Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, εʹ τόμος, ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003, #513, σσ. 51-52. 272 Τότε ἐπίσης σπανίζαν οἱ Ἱερόσυλοι, καὶ οἱ Ἐκκλησίες ἦσαν ἀνοιχτές ὅλη τὴν ἡμέρα. 273 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. 274 Βλ. κεφ. 7.3 «Τὸ γκρέμισμα τῶν Τέμπλων», καί κεφ. 10 «Τὰ ἀμφίθυρα – καταπετάσματα …». 271 – 146 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Εἰκ. 18-1. Θεία Κοινωνία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Κλειστά (ἁπλωμένα) Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.275 Εἰκ. 18-2. Βῆλα-παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὶς Εἰκόνες. Ξυλόστεγος Βασιλική, Ἱ.Ν. Ἁγ. Βαρβάρας (Ἀχαρναῖ). Μετόχιον Ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ (φωτ. ΠΔΠ, 2017). Ἱερεμ. Φούντα (πρ. Μητροπ. Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως), Ἡ Θεία Λειτουργία (σύντομα κηρύγματα), Δημητσάνα-Μεγαλόπολις, 2014, σ. 185. 275 – 147 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 18-3. Ἐκκλησία, μὲ Βῆλα-Παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.276 Εἰκ. 18-4. Παρεκκλήσιον Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, μὲ Βῆλα-Παραπετάσματα στὸ φράγμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Χρυσοστόμου Σμύρνης καὶ Ἁγ. Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης, Δερβενάκια Κορινθίας (φωτ., ΠΔΠ, 2003). 276 Ἀπὸ τὸ βιβλίον, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χριστοδούλου, «Ἡ Θεία Εὐχαριστία», σ. 21. – 148 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Μέχρι τό 1980, καὶ ἀργότερα, ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα, στὶς Ἐνορίες (πέραν ἀπὸ τὶς Ἱερὲς Μονές), Ἱερεῖς ἔγγαμοι μάλιστα, ἀκολουθοῦντες τὴν ἀρχαῖαν Ἀποστολικὴν Παράδοσιν τῆς κλείσεως τῶν ἁγίων θυρῶν (Ὡραίας Πύλης)2 καὶ τοῦ καταπετάσματος (βήλου) αὐτῶν, ἀπὸ μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον,277 φυσικὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία. Γιὰ παράδειγμα στὸ χωρὶον Κλένιες (ἢ Κλένια) τῆς Κορινθίας, ὁ ἔγγαμος Ἱερεὺς τῆς ἐνορίας, ἔκλεινε τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ βῆλον (καταπέτασμα) ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον καὶ τὰ ἄνοιγε στὴν Θεία Κοινωνία. Ἐπίσης ἄνοιγε τὸ βῆλον προσωρινῶς γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐλογία (καὶ τὸ ξανὰ ἔκλεινε μετά). Τὸ κλείσιμο τῶν ἁγίων θυρῶν καὶ τοῦ καταπετάσματος (βήλου) αὐτῶν, μερικὲς δεκαετίες πρίν στὶς ἐνορίες, μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Ἱερομόναχος π. Στέφανος Κ. Ἀναγνωστόπουλος.278 Ἐπίσης καὶ κατὰ μαρτυρία τοῦ π. Γερασίμου Ἁγιορείτου,279 στὸν Βύρωνα ὑπῆρχαν ἐνορίες (καὶ τὸ θυμᾶται ὡς ἱερόπαις) ὅπου τηροῦνταν ἡ ἀρχαῖα παράδοσις τοῦ κλεισίματος τῶν βημοθύρων καὶ τοῦ βήλου μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὴν Θ. Κοινωνία, καὶ ἄνοιγαν μόνο σύντομα καὶ περιστασιακά, π.χ. μετὰ τὸ Πιστεύω, γιὰ τὸ Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας καὶ τὸ Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, καὶ μετὰ ξανὰ ἔκλειναν ὄλα (ἀπὸ τοὺς ἱερόπαιδες), καὶ μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν γιὰ τὸ Εἰρήνη πᾶσι, ἐπίσης. Σήμερα ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὶς Ἐνορίες, διατηρεῖται ἀκόμη στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα (Πίναξ 18-3). Εἰς τὸ ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, Ἱερατικόν τοῦ 1892, ἀναφέρεται εἰς τὴν σ. 46, ὑποσ. (α), εἰς τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν: «Κακῶς καὶ ἐσφαλμένως ποιοῦσι τινὲς τῶν ἱερέων, νὰ ἀνοίγωνται αἱ θύραι [ἡ Ὡραία Πύλη]· διότι ἡ ἔννοια εἶνε διὰ τὰς ἔξω θύρας· (ἴδε περὶ τούτου τὸν σοφὸν Ἀργέντην, περὶ Ἀζύμων)»280. Ἄρα κατὰ τὴν παράδοσιν αὐτήν, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ἅγια θύρια (ἡ Ὡραία Πύλη), ἦσαν κλειστὰ καθόλην τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν, στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σὲ ὅλες τὶς Λειτουργίες. Παρόμοια καὶ στὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1864, ἐκδ. Γ. Καρυοφύλλη, σ. 22. Πρόσσχες πόσο δυνατὴ ἦταν ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοσις ἀκόμη ἐν ἔτει 1892 στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἐνὼ στὸ προαναφερθὲν Ἱερατικὸν δὲν ἀναφέρονται πότε κλείνουν καὶ «Ἡ τοποθέτηση τῶν τιμίων Δώρων στὸ ἅγιο Θυσιαστήριο καὶ τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης εἶναι οἱ τελευταῖες πράξεις τῆς Μεγάλης Εἰσόδου», Ἱερομ. Γρηγορίου, Ἡ Θεία Λειτουργία, 2006, σ. 234. 278 Προσωπικὴ συζήτηση. 279 Προσωπικὴ συζήτηση. 280 Ἡ Θεία Λειτουργία, ἔκδ. 4η (ἐπηυξημένη), ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Τριπόλει 1892, ἐκδότης Γ. Καρυοφύλλης, σ. 46. 277 – 149 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 πότε ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια (ἡ Ὡραία Πύλη), ἐν τούτοις ὑπάρχει ἡ ὑποσημείωση (α) τῆς σελ. 46, ποὺ θέλει νὰ διορθώσει τὴν «διασκευὴ» τῆς Παραδόσεως νὰ ἀνοίγονται συντόμως τὰ ἅγια θύρια στὸ Πιστεύω. Αὐτὸ δεικνύει ἰσχυροτάτη παράδοση (γιὰ τὸ καταπέτασμα-βῆλον καὶ τὰ ἅγια θύρια), ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη εἰδικῆς ῥουμπρίκας (εἰδικῶν ἐπεξηγήσεων), ἐπειδὴ ἦταν γενικὴ πρακτική. Βλέπε καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου Βαρθολομαίο παρακάτω. Ἔτσι πάντως ἐξηγεῖται ἡ συνήθης ἔλλειψις ῥουμπρικῶν (σχολίων) γιὰ τὸ καταπέτασμα καὶ τὰ ἄγια θύρια, στὰ Εὐχολόγια καὶ Ἱερατικά, ἢ ἡ σπανιοτάτη ὕπαρξις αὐτῶν. Παρόμοια βλέπουμε καὶ στὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο, Barb.gr.336, βλ. κεφ. 14.5, σ. 130, καί κεφ. 55, σ. 246. Εἰς τό κεφ. 97, σ. 335, ἀναφέρουμε τὴν διάταξιν τοῦ Καταπετάσματος ἀπὸ τὸν παρὰ τὴν ἐν Ὀδησσῷ Προϊστάμενον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας π. Ἄγγελον Πεφάνη (1897).281 Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης (1829-1918),282 τελέσας Διευθυντὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Χαλκίδος, ἀναφέρει ῥητά, ἀσφαλῶς καὶ γιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία,283 ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (1909), «τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον,284 τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης ὅταν πεῖ ὁ Διάκονος «Τὰς θύρας, τὰς θύρας»,285 τὸ ξανὰ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἀμέσως μετὰ τό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», διότι «οὐχὶ πάντες εἶνε ἄξιοι νὰ προσβλέπωσιν εἰς τὰ τίμια δῶρα, εἰμὴ μόνον οἱ ἱερουργοί».286 Καὶ τέλος ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει πάλιν ἡ Ὡραῖα Πύλη ἀκριβῶς πρὸ τοῦ «Μετὰ φόβου».287 Παρόμοια μὲ τὸ ἐγκρίσει τῆς Ἱ. Συνόδου Ἱερατικὸν τοῦ 1892, ἔχει καὶ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1924 (καὶ τοῦ 1940) ἐκδ. Σαλίβερου (ἔκδ. Γ. Καρυοφύλλη),288 εἰς τὸ «Τὰς θύρας»: «Κακῶς καὶ Πρωθιερέως Ἀγγέλου Πεφάνη, Ἐρμηνεία τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπ. Κων/πόλεως τοῦ Χρυσοστόμου (Ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), ἐν Ἀθήναις, 1897. 282 Ὁ Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης γεννήθηκε στὸ χωριὸ Χαλκιάνικα τῶν Καλαβρύτων τό 1829. Ἐκάρη μοναχός στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων. Σπούδασε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν (1856). Τό 1867 διορίστηκε Διευθυντὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Χαλκίδος, ὅπου ἔμεινε μέχρι τό 1892. Στίς 26/9/1899 χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Κορινθίας. Ἐκοιμήθη στίς 26/2/1918. ( markmarkou.sites.sch.gr, www· Μάρκου Μάρκου). 283 Ἐπὶ τέλους, θὰ πρέπει καὶ οἱ θεματοφύλακες τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων στὴν Θεωρία, νὰ γίνουν καὶ στὴν Πράξη θεματοφύλακες, ὅπως οἱ παλαιοί. 284 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112. 285 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 115. 286 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 118. 287 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 135. 288 Ἡ Θεία Λειτουργία, ἐπιμελείᾳ Νικ. Π. Παπαδοπούλου Πρεσβυτέρου Ἐφημερίου Ἁγ. Γεωργίου (Καρύτση), ἐκδ. Μ. Ἰ. Σαλίβερος, ἔκδοσις νέα Γ. Καρυοφύλλη, ἐν Ἀθῆναις, 1924, σ. 49, ὑποσ. (α). 281 – 150 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐσφαλμένως ποιοῦσι τινὲς τῶν ἱερέων, νὰ ἀνοίγωνται αἱ θύραι [ἡ Ὡραία Πύλη]· διότι ἡ ἔννοια εἶνε διὰ τὰς ἔξω θύρας, ἴδε περὶ τούτου τὸν σοφὸν Ἀργέντην (περὶ Ἀζύμων)». Τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951-2007 ἀναλύονται ἐκτενέστατα ἀργότερα, βλ. §19. Γενικὰ ἡ «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν Ἀ.Δ. ἄλλαξε 5 φορές. Τὰ Ἱερατικὰ τῶν ἑτῶν 1951, (1968), 1971, 1981, θὰ λέγαμε καὶ τοῦ 1962, κρατήσανε τὴν γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, ὡς πρὸς τὴν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος, ἐνῷ τῶν ἑτῶν 1977, 19872000 διαφοροποιηθήκανε λίγο φαινομενικά, πολύ οὐσιαστικά. Τὴν μεγαλύτερη «ἔγγραφη ζημιά», μὲ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα, στὴν ἀρχαία ἀποστολική παράδοση τῆς κλείσεως τῆς Ὠραίας Πύλης, ἤτοι τοῦ κλεισίματος τῶν βημοθύρων καὶ τοῦ βήλου – καταπετάσματος στὴν Ἁγία Ἀναφορά, τὴν ἔκανε τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1977, μὲ μιὰ σημείωση, βλ. §19.6, καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἀκολουθήσανε τὴν σημείωσιν ὡς τοῦ 2000. Καὶ οἱ πρώτες Ἀπαντήσεις τοῦ Φουντούλη (ἐν ἔτει 1967), ἴσως, δὲν εἶναι ἄμοιρες «εὐθυνῶν», καίτοι ξεκαθάρισε ἀργότερα τὰ πράγματα, βλ. §19.6. Ἀργότερα, τὸ Ἱερατικόν τῶν 2004-2007, ἀντὶ νὰ διορθώσει τὰ προηγηθέντα, καὶ τὴν σημείωσιν τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1977 (-2000), ἦρθε καὶ ἀφαίρεσε τὰ ἀπομεινάρια τῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος, βλ. §19. Ὁ Ἰωάννης Μ. Φουντούλης289 παραδέχεται ὅτι ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια [καὶ τὸ βῆλον / καταπέτασμά των] στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία [σὲ ὅλες τὶς Λειτουργίες] μέχρι πρόσφατα (βέβαια ἀναπαράγοντας τὴν γνωστὴ ἀστοχία τῶν Mathews/Taft στὴν Προθεωρία, περὶ μοναχικῆς πράξεως):290 «στὸ πρόσφατο παρελθὸν εἶχε ἐπικρατήσει καὶ στὶς ἐνορίες ἡ μοναχικὴ τάξη, ποὺ κρατοῦσε καὶ κρατεῖ κλειστὰ τὰ βημόθυρα τὸν περισσότερο χρόνο καὶ τὰ ἀνοίγει μόνο γιὰ χρηστικοὺς λόγους. Γιὰ νὰ μὴ μποῦμε σὲ λεπτομέρειες, τὰ βημόθυρα ἀνοίγουν μόνο κατὰ τὶς εἰσόδους, τὶς θυμιάσεις, τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν κοινωνία τοῦ λαοῦ μέχρι τὴν ὀπισθάμβωνο. Ἡ ἀπόλυση γίνεται ἔξω μὲ κλειστὰ τὰ βημόθυρα, οἱ δὲ διάκονοι εἰσέρχονται ἀπὸ τὴ νοτία πύλη τοῦ Ἱεροῦ καὶ ἐξέρχονται ἀπὸ τὴ βορεία». «Ὁμοίως ἐκλείετο καὶ τὸ καταπέτασμα ἀπὸ τοῦ Συμβόλου [τῆς Πίστεως] μέχρι τῆς Κοινωνίας τοῦ Λαοῦ, οἱ δὲ Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ – Εἰσαγωγὴ στὴ Θεία Λατρεία, ἔκδ. δʹ, Θεσ/νίκη 2004 (ἔκδ. αʹ 1993), κεφ. λζʹ, Ἡ κλείση τῶν Βημοθύρων σ. 241. 290 Γιὰ τὴν ἀστοχία τῶν Mathews/Taft, εἰς τὴν Προθεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνουν καὶ ἡμέτεροι Λειτουργιολόγοι, βλ. ὑποσ. 478. 289 – 151 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 εὐλογίες ἐδίδοντο ἀπὸ μέσα μὲ κλειστὸ τὸ καταπέτασμα ἢ ἀφοῦ συρθεῖ ἐπ’ ὁλίγο». Ἐπίσης παραδέχεται ὅτι ἡ παλαιὰ αὐτὴ πράξη «διατηρεῖται στὶς Μονὲς291 καὶ στὶς σλαβικὲς Ἐκκλησίες». Καὶ ἀλλοῦ ἐπίσης ἀναφέρει ὁ Φουντούλης, ὅτι: «Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως292 ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις [δηλ. ἡ κλεῖσις τῶν βημοθύρων καὶ τοῦ καταπετάσματος μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν δώρων]».293 Στὸ Συλλείτουργο δέ ὁ Φουντούλης, λέει: «Στὰ συλλείτουργα ὅμως καὶ κατὰ τὴ διακαινήσιμο ἑβδομάδα τὰ βημόθυρα παραμένουν διαρκῶς ἀνοκτά».294 Ὅμως αὐτὴ ἡ πράξις εἶναι νεωτερική, καὶ δὲν ἄπτεται τῆς παραδόσεως. Ἡ παράδοσις ῥητῶς λέγει ὅτι καὶ στὶς Ἀρχιερατικὲς Λειτουργίες (ἀπὸ τὶς ὁποίες προῆλθαν τὰ Συλλείτουργα),295 ἔκλεινε ἡ θέα πρὸ τὸ Ἱερὸ (ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα) στὴν Ἁγία Ἀναφορά, βλ. ἐνταῦθα §14, καί §21. Ὁ Φουντούλης ἀναφέρεται καὶ στὸν αʹ καί βʹ τόμο τῶν Ἀπαντήσεων296 στὸ καταπέτασμα, π.χ. τόμ. αʹ, #51, #52, σσ. 103-107, καί τόμ. βʹ, #267, σσ. 284-285, ἀλλὰ ἐμεῖς χρησιμοποιήσαμε παραπάνω τὶς συγκεντρωμένες καὶ ἀποκρυσταλλωμένες θέσεις του ἀπὸ τὸ βιβλίον του Λειτουργική Αʹ, ὡς μεταγενέστερον καὶ ὡριμότερον τῶν Ἀπαντήσεων. Εἶναι «ἀπορίας ἄξιον» πῶς μέσα σὲ 40-50 χρόνια, ἰδιαίτερα δὲ στὰ τελευταῖα 24 χρόνια, ἀλλοιώθηκε, μεταλλάχθηκε, τόσο πολὺ ἡ ἀρχαιοτάτη δισχιλιοετῆς Ἀποστολική Λειτουργική Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὴν κυρίαρχη - πλέον - ἰδεολογία.297 Δυστυχῶς ὑπάρχουν Μονές σήμερα (μᾶλλον οἱ περισσότερες, πλὴν Ἁγίου Ὄρους), πολλὲς ἐν ἀγνοίᾳ, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν νεωτεριστικὴ πράξη ἐνοριῶν, νὰ εἶναι τὰ πάντα διάπλατα. 292 Τὸ κλείσιμο τῶν βημοθύρων, καὶ τοῦ καταπετάσματος, εἶναι ἰσοδύναμα τῆς μυστικῆς (ἢτοι μὴ εἰς ἐπήκοον) ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν. Φιλότιμες προσπάθειες ἔκανε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία στὰ πρώτα χρόνια τῆς εἰσαγωγῆς εἰς ἡμᾶς (20ός αἰ.) τῆς ἐκ Δύσεως Λειτουργικῆς Κινήσεως (μετονομασθεῖσης εἰς Λειτουργική τάχα Ἀναγέννηση ἢ Ἀνανέωση), καὶ σὲ κάθε Ἱερατικόν (ἀλλὰ καὶ στὰ Δίπτυχα) εἶχε στὰ πρώτα φύλλα τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο τῆς 9ης Ἰουνίου 1956, ἀρ.πρωτ. 1353, πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς ὅπως αὐστηρῶς διατάξουν τοῖς παρ’ αὐτοῖς κληρικοῖς, ἵνα ποιῶνται τὴν ἀνάγνωσιν τῶν μυστικῶν Εὐχῶν «μυστικῶς» καὶ οὐχὶ μεγαλοφώνως, ἐν τούτοις εἰς ᾦτα μὴ ἀκουόντων καὶ συνιώντων. 293 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σσ. 284-285. 294 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ, ὅ.π., σ. 241. Γιὰ τὴν Διακαινήσιμο βλ. ὑποσ. 633. 295 Ἡμέτερον ἄρθρον, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 296 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ἔκδ. εʹ 1997 (ἔκδ. αʹ 1967)· βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία. 297 Ἡ ἀλλοτρίωση τῆς Παραδόσεως, φυσικά ἄρχισε νὰ ἐνισχύεται ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα, κρίμασι οἷς Κύριος οἶδε. 291 – 152 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Πάντως ὁ Φουντούλης (1927-2007), στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, φάνηκε ἔντρομος νὰ παρακολουθεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς κατ’ εὐφημισμὸν «λειτουργικῆς ἀναγέννησης» ἢ «λειτουργικῆς ἀνανέωσης» (γιὰ τὴν ὁποῖα «λειτουργικὴ ἀναγέννηση» ὅμως ἐργάστηκε):298, 299 «Οἱ μὴ εὐσεβεῖς [ὅταν οἱ ἀκολουθίες μεταδίδονται στα Μ.Μ.Ε.] ἁπλὰ ἀλλάζουν σταθμὸ ἢ κανάλι. Δὲν μποροῦν ὅμως νὰ ἀλλάξουν σπίτι ἢ κατάστημα, ὅταν βομβαρδίζονται ἀπὸ τὸ μεγάφωνο γειτονικῆς ἢ μὴ γειτονικῆς ἐκκλησίας. Καὶ ἐκεῖ μέν, στὴν μετάδοση ἀπὸ τά Μ.Μ.Ε. τῶν ἀκολουθιῶν, μπορεῖ νὰ ἀμνηστευθοῦμε, γιατὶ μόνο ἔμμεσα εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες καὶ ταγοί. Στὰ μεγάφωνα ὅμως πρόκειται γιὰ μιὰ κραυγαλέα περίπτωση εὐθύνης τῶν ἀμέσως ἐκκλησιαστικῶν ὑπευθύνων, ποὺ τοποθετοῦν τὰ μεγάφωνα στὴν διαπασῶν, ἐνοχλοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ διαπομπεύουν τὰ μυστήρια.300 Πῶς θὰ ἀπαιτούσαμε διακριτικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἐφαρμογὴ θεολογικῶν κριτηρίων ἀπὸ τὰ κατευθυνόμενα ἀπὸ κοσμικὰ κριτήρια Μ.Μ.Ε., ὅταν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀσχημονοῦμε, συγχωρήσατέ μου γιὰ τὴν λέξη, τόσο ἀσύστολα στὰ ἱερὰ καὶ ἀπόρρητα τῆς λατρείας μας; Οἱ χριστιανικὲς πόλεις ζήλεψαν ἢ καὶ ξεπέρασαν τὴν ἀδοξία τῶν μουσουλμανικῶν πόλεων μὲ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τῶν ἰμάμηδων καὶ τῶν χοτζάδων».298 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224. 299 «Μὲ τὸ ἴδιο ὄραμα, αὐτὸ δηλαδὴ τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης, ἄρχισε τὴν ἐπιστημονική του διαδρομὴ καὶ ὁ Φουντούλης, ἀκολουθῶντας ἀπὸ τό 1956 μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Τρεμπέλα μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὰ μεγάλα κέντρα τῆς περίφημης «Λειτουργικῆς Κίνησης», ποὺ προώθησαν τὴν «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» σ’ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο, μὲ κύριο σταθμὸ βέβαια τὴν Β Βατικανὴ Σύνοδο τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», ὁμιλία καθ. Πέτρου Βασιλειάδη στὸ διεθνές συνέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ καθ. Ἰωἀννου Φουντούλη. Σελίδα «Θεολογικά Δρώμενα», 21/2/2014. (1/12/2023) 300 Βλ. κεφ. 37, «ἂν δὲ ἀναπετάσῃς, ἐκπομπεύεις σου τὸ μυστήριον» (Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος). 298 – 153 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 18-5. Κυριακή 10 Μαΐου 1998, Ἱ. Καθεδρικὸς καὶ Μητρ. Ναὸς Ἀθηνῶν, στὴν ἱερότερη στιγμή.301 Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «Ἕνα πάντως θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθεῖ, νομίζω χωρὶς ἀντίρρηση καὶ συζήτηση. Ἡ τοποθέτηση μηχανημάτων λήψεως μέσα στὸ ἅγιο βῆμα. 298, 302 Βλ. ἐπίσης, Ἐγκλύκλιος ΔΙΣ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα». Καὶ συνεχίζει ὁ Φουντούλης:303 «Ἕνα πάντως θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθεῖ, νομίζω χωρὶς ἀντίρρηση καὶ συζήτηση. Ἡ τοποθέτηση μηχανημάτων λήψεως [βίντεο, φωτογραφιῶν, μεταδόσεων] μέσα στὸ ἅγιο βῆμα. Ἡ μετάδοση ἀδιακρίτως σκηνῶν ἀπὸ αὐτό [τὸ ἅγιο βῆμα], καὶ κατὰ τὶς πιὸ κρίσιμες μάλιστα ἱερὲς ὥρες τῆς Ἱερουργίας τῶν μυστηρίων, ἔχω τὴν γνώμη ὅτι ἀποτελεῖ βεβήλωση καὶ διαπόμπευση [τί ἄρα θὰ ἔλεγε σήμερα ποὺ Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς ἐπιτρέπουν ἢ βάζουν τό YouTube στὴν Ἁγία Τράπεζα;]. Δὲν λέγω μόνο γιά […]. Ἀλλὰ γιὰ τὴν δημοσίευση τῶν ἀδημοσιεύτων σὲ μὴ πιστούς304 καὶ τὴν ἔξοδό τους [τῶν ἀδημοσιεύτων] στὰ σπίτια καὶ στὶς πλατεῖες, μιὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ μ’ ἕνα Χρυσοστομικὸ «Ἴσασιν οἱ μεμυημένοι» νὰ ἀποκλείσουμε τὴν θέα καὶ τὴν ἀκρόαση ἀπὸ μὴ Χριστιανούς, Ἑβραίους, Μουσουλμάνους, καὶ Ἀθέους. Συνηθίσαμε νὰ νομίζουμε ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἀποτελεῖται ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους youtube, iW9F4dYFZkM , 2:54:30. Ἀνακτήθηκε, 18/3/2024. Ἀπὸ τὴν Δύση ἦρθε καὶ αὐτὴ ἡ «παράδοσις» τῶν καμερῶν στὸ Ἱερὸν ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας. 303 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224. 304 Ὅμως οἱ Ἐκκλησίες, εἰδικὰ σήμερα, δὲν ἔχουν μόνον Πιστούς, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο Μετανοοῦντες. 301 302 – 154 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Χριστιανούς. Στοὺς ναούς μας ἦταν.305 Καὶ π ά λ ι ὅ μ ω ς τ ὸ Κα τα π έ τα σ μα ἀ ν ε λ κυό τα ν μ ε τ ὰ τ ὸ ν ἀ σ π α σ μ ὸ τ ῆ ς ἀ γά π η ς κα ὶ τ ὴ ν ὁ μο λ ο γί α τ ῆ ς ὀ ρ θ ῆ ς π ί σ τε ω ς μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Τὸ δὲ «θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς»306 ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο307 τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ «ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν»308. Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ ἂς μὴν ἐπιτρέψει νὰ τοῦ ἐπιβάλλουμε βρόγχους εἰς κρίμα καὶ εἰς κατάκριμα». Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Φουντούλης μπροστὰ στὴν κατρακύλα τῶν ἡμερῶν του/μας, καὶ τὴν διαπόμπευση τῶν ἀπορρήτων τῆς Λειτουργίας, (μετὰ τὰ ὅσα αὐθαίρετα καὶ ἀστήρικτα ἔγραφε χρόνια πρὶν περὶ μοναχικῆς πράξεως ἢ περὶ λειτουργίας πρὸς τὸν λαόν309), παραδέχεται, γενικά, τό 2002, ὅτι τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν πάλι μετὰ τὸ Πιστεύω, καὶ ὅτι τὸ «θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς»306 ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ «ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν».308 Πάντως, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς «βλέπουμε» ἀκόμη καὶ σήμερα τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον στὶς Ἐνορίες. Πῶς; Τὰ Ἱερατικὰ (π.χ. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962, 1977, 1995), διευκρινίζουν ὅτι μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον «ὁ Διάκονος, ἐπειπὼν τὸ Ἀμήν, καὶ τὴν δεξιὰν τοῦ Ἱερέως ἀσπασάμενος, ἐξέρχεται διὰ τῆς βορείας πύλης310 καὶ ἵσταται ἐν τῷ συνήθει τόπῳ καὶ ἅμα τῇ λήξει τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου λέγει τὴν Ἐκτενῆ». Δὲν ἔχει δίκαιο ἐδῶ, ἀφοῦ πάρα πολλοὶ εἶναι καὶ ἦσαν οἱ μετανοοῦντες. Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἐλαίου (Εὐχελαίου), Εὐχή μετά τό Εʹ Ευαγγέλιον. 307 Ὄχι μόνο αὐτό βέβαια, ἀλλὰ καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. 308 Αὐτὸ τὸ ἀντέγραψε καὶ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Βλ. Ἐγκλύκλιος ΔΙΣ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα». Ἴσως αὐτὴ ἡ Ἐγκύκλιος νὰ σημαίνει ὅτι σταμάτησαν μεταδόσεις καὶ βίντεο καὶ φωτογραφήσεις ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα σὰν τῆς Εἰκ. 18-5 τῆς 10/5/1998, καὶ δὴ σὲ Μητροπολιτικοὺς Ναούς; 309 Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ἔκδ. εʹ 1997 (ἔκδ. αʹ 1967), #52, σ. 107. 310 βλ. ἐπίσης, Ἱεροδιακονικόν, (Ἱ.Μ. Σίμωνος Πέτρας), ἐκδ. «Πανσέληνος», Ἅγιον Ὄρος 1989, σσ. 54, 57. Βλ. καὶ Φουντούλη, ὑποσ. 289. 305 306 – 155 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἐρώτησις· Γιατὶ ὁ Διάκονος μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον ἐξέρχεται διὰ τῆς βορείας πύλης, καὶ εἰσέρχεται διὰ τῆς νοτίας πύλης; Ἀπάντησις· Διότι ἡ Ὡραία Πύλη εἶχε (ἔχει) κλείσει μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον.273 Καὶ στὴν ΙΕΜΘ, καὶ στὴν Προθεωρία βλέπουμε, παρόμοια μαρτυρία γιὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορά, ὅπου ὁ ἱερεὺς εἶναι μόνος καὶ συλλαλεῖ μὲ τὸν Θεὸ μόνος μόνῳ, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, ἂρα μυστικῶς καὶ φυσικὰ μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα (ἤ/καὶ μὲ κλειστὰ τὰ παραπετάσματα τοῦ ἱεροῦ Κιβωρίου), διότι μόνος μόνῳ, βλ. κεφ. 53, 65: «Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ἀλλ’ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· καὶ μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, νῦν δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός. [...].»311 Βλ. ἐπίσης καὶ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Κεφ. 36, «ὅταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τὰ Ἀμφίθυρα», Κεφ. 37, «ἂν δὲ ἀναπετάσῃς, ἐκπομπεύεις σου τὸ μυστήριον», κλπ.. Τὸ κλείσιμο τῶν βημοθύρων, καὶ τοῦ βήλου / καταπετάσματος, εἶναι ἰσοδύναμα τῆς μυστικῆς (ἢτοι μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ) ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν.312, 313 Ἔτσι λοιπὸν προτοῦ πολεμηθεῖ ἡ μυστικὴ ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν, πολεμήθηκε πρωτίστως ἡ ἀπόκρυψις τῆς θέας τῆς Ἁγίας Τράπεζας ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα-Βῆλον, καὶ τὸ Τέμπλον. Βλ. Κεφ. 53, 65, [M. Zheltov, σ. 120], [PG 98, 429A]. Γεώργιος Ν. Φίλιας, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν στὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1997, σ. 51: «Ἡ ἐμφάνιση καὶ καθιέρωση τοῦ τέμπλου, πρέπει νὰ συσχετισθεῖ μὲ τὸ θέμα τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν». 313 Michael Fiedrowicz, The Traditional Mass, ..., ὁ.π., σ. 286: “The veiling of the mystery on the visual level corresponds to the silence on the auditory level”, δηλ. ἡ ἀπόκρυψις τοῦ μυστηρίου στὸ ὁπτικὸ πεδίο, ἀντιστοιχεῖ σὲ σιωπὴ στὸ ἡχητικὸ πεδίο. 311 312 – 156 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Καὶ μὴ μᾶς ἐκπλήσσει αὐτὸ, ἀφοῦ τὴν ἴδια πολεμικὴ ἀντιμετώπισε τὸν 11ον ἀκόμη αἰώνα, ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος ὁ Στουδίτης, βλ. κεφ. 64, σ. 258. Σίγουρα ἡ ἴδια πολεμικὴ ὑπῆρχε καὶ τὸν 8ον αἰώνα, καὶ γιὰ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε τὴν Ὀπισθάμβωνο Εὐχή: «Ἐπειδὴ γάρ τινες τῶν ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου ἑστώτων εἰς ἀπορίαν πολλάκις χωροῦσι, γνωσιμαχοῦντες καὶ λέγοντες· Τίς ἄρα ὁ σκοπός, καὶ ἡ τῶν παρὰ τοῦ Ἀρχιερέως ὑποψιθυριζομένων Εὐχῶν ἔννοιά τε καὶ δύναμις; καὶ ἐφίενται εἴδησίν τινα καὶ τούτων καταλαβεῖν, κατὰ τοῦτον οἱ θεῖοι Πατέρες, ὡς ἀνακεφαλαίωσιν πάντων τῶν διὰ τῶν Εὐχῶν αἰτουμένων, τὸν χαρακτήρα ταύτης [τῆς Ὀπισθαμβώνου Εὐχῆς] ἐποιήσαντο, διδάσκοντες τοὺς ἐπιζητοῦντας, ἐκ τοῦ κρασπέδου τὸ ὕφασμα», Ἅγ. Γερμανὸς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως (640-740), [PG 98, 452C]. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς (482-565) μὲ τὴν (κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ Μονοφυσιτικοῦ περιβάλλοντός του) 137ην Νεαρὰν314 ἐπολέμησε (χωρὶς καμία ἐπιτυχία στοὺς Ὀρθοδόξους) τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν, δηλ. ἐπολέμησε τὴν μυστικὴν Προσευχὴν τῶν Ἱερέων315. Πρβλ. §11.2. Βλ. ἐπίσης, τὴν ἀναίρεσιν τῆς Νεαρᾶς ἀπὸ τὸν ἀρχιμ. Νικόδημο Μπαρούση.316 Ἄρα πάντοτε, στὴν ἰστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πολεμική, αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις τῆς Παραδόσεως τῶν Πατέρων στὴν Ἐκκλησία (καὶ περισσότερο Τὸ μονοφυσιτικὸν περιβάλλον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ δύο αἰώνες, μεγάλως ἀνεμιγνύονταν εἰς τὴν αὐτοκρατορικὴν αὐλὴν, παίρνοντας μὲ τὸ μέρος των ἀρκετοὺς Αὐτοκράτορες [Βασιλίσκος (475-476), Ζήνων (476-491), Ἀναστάσιος Α ὁ Δίκορος (491-518)· ἡ Θεοδώρα (500-548), σύζυγος τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἦταν μονοφυσίτισσα, καταγομένη ἀπὸ μονοφυσίτες γονεῖς, (Σ. Γ. Χαραλάμπους, Ὁ ρόλος τῆς Θεοδώρας στὴ διαμόρφωση τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἔναντι τῶν μονοφυσιτῶν, Διδ. Διατριβή, Ἀθήνα 2012)], καὶ οἱ τελευταίοι ἐξέδιδαν ὄχι μόνον αἱρετικὰ διατάγματα, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσαν στὶς ἐκθρονίσεις Ἁγίων Πατριαρχῶν, διωγμῶν, ἐξοριῶν, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βασιλίσκου (475-476) μέχρι τὸν Κώνστα Β´ (641-668). Ἐκίνησαν τὸν Ἰουστινιανὸ νὰ βγάλει τὸ διάταγμα τοῦ ἔτους 564 διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέβαλλε τὴν αἵρεσιν τοῦ «Ἀφθαρτοδοκητισμοῦ», καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀντέδρασαν καὶ οἱ πέντε Πατριάρχες μὲ πρῶτον τὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιον Εὐτύχιον. Τὸ μονοφυσιτικὸν περιβάλλον, ἔπεισαν τὸν αὐτοκράτορα νὰ διώξει τὸν Ἅγιο Εὐτύχιο ἀπὸ τοῦ θρόνου του («συναρπάσαντες τὸν βασιλέα, πείθουσιν ἔξω ποιῆσαι τοῦ θρόνου [τὸν Ἅγιο Εὐτύχιο]», [PG 86β, 2317]) καὶ στὴν θέση του μπῆκε ὁ Ἰωάννης Γʹ ὁ Σχολαστικός (565-577). Τρεῖς μῆνες μετὰ τὴν βίαιη ἐξορία τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου (διὰ ἐπιδρομῆς ἐντὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος), τὸν ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἰουστινιανοῦ περιέφερον ἀπὸ τόπου εἰς τόπον γιὰ νὰ τὸν ἀποσπάσουν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐξέδωσε ὁ Ἰουστινιανὸς τὴν 137η Νεαρά. Τὸ ἴδιο ἕτος ἐκοιμήθη (565). Βλ. ἐπίσης, Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Ἡ Μυστικὴ Ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας, …, ὁ.π., σσ. 97-106 (βλ. καὶ τὶς ἐκεῖ ἀναφορὲς εἰς ΘΗΕ, Π. Χρήστου, Ἅγιον Νικόδημον κτλ.). 315 Καὶ οἱ λαϊκοί, μυστικῶς προσεύχονται στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὄχι εἰς ἐπήκοον. 316 Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, Ἡ Μυστικὴ Ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν …, ὁ.π., σσ. 97-106. 314 – 157 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 σήμερα, μὲ τὴν à la carte λειτουργιολογία),317 ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ, οἱ πολεμικὲς αὐτὲς ἔπεφταν τελικὰ στὸ κενό, ἀφοῦ ὅμως πρώτα ταρακουνιόμασταν καλά318 γιὰ 10, 50 καί 100 χρόνια. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως πάλι τὸν Φουντούλη, ποὺ ἐν ἔτει 2003, παραδέχεται ὅτι: «ἡ ἔλλειψη βημοθύρων καὶ καταπετάσματος στὴν Ὡραία Πύλη δημιουργεῖ καὶ πρόσθετα τελετουργικὰ προβλήματα».319 Βέβαια, δὲν μᾶς λέει ἐκεῖ ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ προβλήματα, καὶ δὲν γνωρίζουμε (μέχρι στιγμῆς) ἂν τὰ κατέγραψε κάπου ἀλλοῦ αὐτὰ τὰ τελετουργικὰ προβλήματα, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναφέρει ἐδῶ τοὐλάχιστον ἐπιγραμματικά. Τὸ μεγαλύτερο τελετουργικὸ πρόβλημα ἀπὸ τὴν ἔλλειψη βημοθύρων καὶ καταπετάσματος στὴν Ὡραία Πύλη, εἶναι φυσικὰ ἡ ἔλλειψις φυσικοῦ ταμιείου Προσευχῆς τοῦ Ἱερέως (γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ «κινηθεῖ» ἄνετα στὴν Προσευχή του, πρβλ. §11.2), καὶ δή στὶς Μυστικὲς Εὐχές, ἤτοι στὴν Ἁγία Ἀναφορά.320 Ἤτοι ἀπὸ τὸν τᾶδε αἰῶνα τὸ ἕνα, ἀπὸ τὸν ἄλλον αἰῶνα τὸ ἄλλο, κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἀδικοῦν ὅμως κατάφωρα τὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν φυλάττουν τὴν παραδοθεῖσαν εἰς αὐτοὺς Παρακαταθήκην, ὅταν ὡραιοποιοῦν τὸ ὑπεραιώνιο καὶ ἀρκετὰ ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς καὶ πάντας παρελθὸν τῆς λατρείας, σείοντες τοὺς κίονες τῆς Παραδόσεως, καὶ τὸ ὁποῖον μάλιστα παρελθόν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν κατ’ ἀκρίβειαν λόγῳ τῶν ἐλαχίστων πηγῶν, καὶ οὐδεμίας ζώσης φυσικὰ παραδόσεως. Αὐτὴ ἡ ὡραιοποίησις τοῦ παρελθόντος, δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν λαϊκὸ ποὺ μοιχεύει ἐν τῇ καρδίᾳ του, ἢ καὶ παρατᾶ τὸν γάμο του, γιὰ παλιὲς ὡραιοποιημένες ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος! Ἂς ἀκούσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν Πάπα Ῥώμης Benedict XVI (Josef Ratzinger) ποὺ δραματικὰ ἔλεγε: «Ὅτι συνέβη μετά τὴν Β Βατικάνεια Σύνοδο ἦταν κάτι ἐντελῶς διαφορετικό: Στὴν θέση τῆς Λειτουργίας ὡς καρπὸς ἀνάπτυξης, ἦρθε ἡ κατασκευασμένη Λειτουργία. Ἐγκαταλείψαμε τὴν ὀργανική, ζωντανή διαδικασία τῆς ἀνάπτυξης τῆς Λειτουργίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων, καὶ τὴν ἀντικαταστήσαμε, ὅπως σὲ μιὰ γραμμὴ παραγωγῆς, μὲ ἕνα κατασκευασμένο, ἕνα μπανάλ προϊόν» (βλ. ὑποσ. 127). 318 «δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα καὶ οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν», Αʹ Κορ. ιαʹ 19. 319 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, εʹ τόμος, ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003, #513, σ. 54. 320 Ἰδοῦ πῶς περιγράφει ὁ Ἱατρὸς καὶ Θεολόγος Εὐστράτιος Ἀργέντης (1685-1762) στὸ «Σύνταγμα κατὰ Ἀζύμων» (σ. 149, ἔτους 1845), καὶ μάλιστα τὸν 18ον αἰῶνα, τὴν κατάστασιν στὸ Ἅγιον Βῆμα: «ἐὰν ἔζη νῦν [ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος ὁ Βαλσαμών], ἤθελε φρίξει καὶ ἐκπλαγῇ, βλέπων εἰς τὰς ἐπισήμους πόλεις καὶ μείζονας Ἐκκλησίας νὰ εἰσέρχωνται, καὶ νὰ ἐξέρχωνται, καὶ νὰ κάθηνται, καὶ νὰ συνομιλῶσι, καὶ νὰ φλυαρῶσι, καὶ νὰ κοιμῶνται οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ λαϊκοὶ ἐν τῷ Ἁγίω Βήματι, καὶ πολλάκις ἱερουργοῦντος τοῦ Ἱερέως. Ὅτι δὲ οὐκ ἔξεστι τοῖς μοναχοῖς, οὔτε τοῖς λαϊκοῖς, εἰσιέναι εἰς τὸ Ἅγιον Βῆμα, διδάσκει ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἐπιστολῇ πρὸς Δημόφιλον Θεραπευτήν, ἐν ᾗ δείκνυσιν, ὄτι δὲν ἔχει ἄδεια μοναχὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἱερὸν Θυσια317 – 158 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Ἐπίσης, τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης στὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν, ἐπιβάλλεται καὶ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ ὁ Λαὸς ἐκτενέστερα καὶ ἀπερίσπαστα στὸν Θεόν. Ποὺ θὰ κοιτάξει ὁ Λαὸς γιὰ νὰ προσευχηθεῖ; Στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία, ἢ στὸν Ἱερέα καὶ στὸν Ἐπίσκοπο; Φυσικά, στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία. Ἡ Ὡραία Πύλη λοιπὸν κλείνοντας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἀναφορᾶς (ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδο μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία), βοηθάει καὶ τὸν Λαὸν νὰ προσευχηθεῖ ἐκτενέστερα, ἀπερίσπαστα τὸ κατὰ δύναμιν ἑκάστου, στὴν Ἁγία Ἀναφορά, καὶ πέραν ἀπὸ τὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχές, μὲ τὶς ἴδιες ἑκάστου προσΕὐχές καὶ αἰτήματα, μὴ ἐξαιρουμένου τοῦ ἁπλοῦ Κύριε ἐλέησον.116 Συνεπῶς, ἀφοῦ ὅπως εἴδαμε ἡ Ἑλλάδα στὶς Ἐνορίες μεγάλως κρατοῦσε τὴν Παράδοσιν τοῦ κλεισίματος τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἁγία Ἀναφοράν (καὶ τὴν κρατεῖ ἀκόμη στὴν Προηγιασμένη Λειτουργία, ὅπως καὶ τὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο), ἴσως ὁ Παΐσιος, ἢ αὐτὸς ποὺ ἔγραψε στὸ ὄνομά του τὴν ἐπιστολὴ στοὺς Ῥώσσους, ξέχασε (μᾶλλον ἀντιγράφοντας τὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, βλ. σ. 283) νὰ κλείσει τὴν Ὡραῖα Πύλη μετὰ τὸ Πιστεύω καὶ πρὸ τῆς Εὐχῆς τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς (αὐτὸ πάντως μπορεῖ νὰ εἶχε γίνει καὶ νωρίτερα ἀπὸ τὸν Παΐσιο, καὶ νὰ εἶχε ἀλλοιωθεῖ ἤδη ἡ Παράδοσις). Πάντως καὶ σήμερα, στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὴν Προηγιασμένη, κλείνει τὸ Καταπέτασμα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὴν Θεία Κοινωνία. Βλ. §18.1. Ἐν κατακλείδι, στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἀποστολική Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος ἔχει ὡς ἑξῆς, ὅπου χρησιμοποιοῦμε, τὶς παρακάτω συντομεύσεις· στήριον […]. Ὅμως εἰς καιρὸν ἀνάγκης, ἔνθα ἡ Ἐκκλησία οὐκ ἔχει διάκονον, ἠμπορεῖ νὰ μεταχειρισθῇ ὁ Ἱερεὺς παιδία ἀνήλικα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Θείας Λειτουργίας, ἕνα ἢ δύο, καὶ τοῦτο μὲ προσταγὴν ἐδικήν του, καὶ διὰ χρείαν· ἀλλ’ ἄνευ χρείας, καὶ χωρὶς ἀνάγκης, δὲν ἔχει ἄδειαν οὔτε λαϊκός, οὔτε μοναχός, ἂς εἶναι καὶ μεγαλόσχημος, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἅγιον Θυσιαστήριον, μήποτε ὁμοιωθῶμεν καὶ ἡμεῖς τοῖς Παππισταῖς, ἐξ ὧν καὶ γυναῖκες μὲ σκυλάκια εἰς τὰς χεῖράς των ἐγγίζουσι τῇ Ἱερᾷ Τραπέζῃ [ὁ Ἀργέντης σπούδασε σὲ πανεπιστήμια τῆς Ἰταλίας]· καὶ εἶναι νὰ θαυμάσῃ τις τῶν Ἱερέων τὴν προσωποληψίαν, καὶ τῶν λαϊκῶν τὴν ἄνοιαν· κάθηνται μέσα εἰς τὸ ἅγιον Βῆμα ἐν ὅσῳ λειτουργεῖ ὁ Ἱερεύς, ἔπειτα, ὅταν κάμῃ χρείαν νὰ κοινωνήσωσιν οἱ λαϊκοί, εὐγαίνουσιν ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βῆμα διὰ νὰ κοινωνήσωσι. Τάχα δὲν εἶναι τοῦτο ἀρκετὸν νὰ τοὺς διδάξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ εἰσέρχωνται ἐκεῖ; ἐπειδή, ἐὰν ἦσαν ἄξιοι, ἐκοινώνουν καὶ μέσα». Πρβλ. Κανόνα ΞΘʹ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.). Καὶ σήμερα ὅπως τὰ περιγράφει ὁ Ἀργέντης, πολλαχοῦ τὸ Ἅγιον Βῆμα ἔχει καταντήσει κέντρον διερχομένων, ἀλλὰ καὶ ἡ Προσευχὴ ἔχει καταντήσει ἀνάγνωσις μετὰ νοήματος. – 159 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ΧΥ: ὅπου τό X ἀναφέρεται στὰ ἅγια θύρια321, τό Υ στὸ καταπέτασμα. Χ, Υ = Κ (κλειστό) ἤ Α (ἀνοικτό). 322 Πίναξ 18-1. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. ΚΑ : Ἀρχή Λειτουργίας. ΑΑ : Πρὶν τὴν Μικρὰ Εἴσοδο (στὸ Δόξα Πατρί Μακαρισμῶν, ἢ πρὸ τοῦ Γʹ Αντιφώνου). ΚΑ : Ἀμέσως μόλις εἰσέλθουν οἱ Ἱερεῖς.323 ΑΑ : Δύναμις, καὶ ἀνοίγει τὰ ἅγια θύρια. ΚΑ : Μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ Κήρυγμα. ΑΑ : Στὸ Θυμιάτισμα τὴν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ. ΚΚ : Μετὰ τὸ Χερουβικὸν καὶ πρὶν τὴν Συναπτὴ Δέησιν (Πληρώσωμεν). [ ΚΑ : Στὸ «τὰς θύρας, τὰς θύρας».324 ΚΚ : Μετὰ τὸ «Πιστεύω».325, 326 ] ΑΑ : Μετὰ φόβου (Θ. Κοινωνία) μέχρι τέλους. Γιὰ ὅσες ὅμως Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν χαμηλὰ Βημόθυρα, ἀλλὰ ἔχουν μόνον Καταπέτασμα (Βῆλον), ἤ ἀντ’ αὐτοῦ ἕνα συρόμενον φύλλον (πόρτα) συνήθως μὲ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἔχουν Ἀμφίθυρα μέχρι πάνω τὸ ἐπιστήλιον, τότε ἡ Παράδοσις ἔχει ἁπλῶς ὡς ἑξῆς· Τὰ ἅγια θύρια (ἢ οἱ ἅγιες θύρες) εἶναι ὅτι ἔχει ἐπικρατήσει σήμερα νὰ λέγεται Ὡραῖα Πύλη. Ὁρίζουμε Κλειστὸ/Ἀνοικτὸ Καταπέτασμα = Ἁπλωμένο/Μαζεμένο Καταπέτασμα, γιὰ νὰ συμφωνεῖ μὲ τὰ θύρια, ὡς πρὸς τὸ ὁπτικὸ πεδίο. 323 Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Φιλόθεο (1300-1379) Πατριάρχη Κων/πόλεως, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγιορείτικη Παράδοση. —Ὁ Παΐσιος (1655), σ. 333, ἔχει αὐθαίρετα συμπτύξει τὶς τρεῖς ἐνέργειες τοῦ Καταπετάσματος σὲ μία: «ΚΑ : Μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον, πρὸ τῆς Εὐχῆς διὰ Προσφωνήσεως τῶν Κατηχουμένων», βλ. ὑποσ. 618. 324 Σύμφωνα μὲ τὸν Παΐσιον (1655), σ. 333, καὶ τὸν Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαῖον. —Ὅμως παρατηρεῖ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1864, 1892, ὅτι «εἰς τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν: «Κακῶς καὶ ἐσφαλμένως ποιοῦσι τινὲς τῶν ἱερέων, νὰ ἀνοίγωνται αἱ θύραι [ἡ Ὡραία Πύλη]· διότι ἡ ἔννοια εἶνε διὰ τὰς ἔξω θύρας· (ἴδε περὶ τούτου τὸν σοφὸν Ἀργέντην, περὶ Ἀζύμων)». 325 «Καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας…», ὅ.π., σσ. 223-224. 326 Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Βαρθολομαῖος ἀναφέρει ὅτι ἔκλεινε ἡ Ὡραία Πύλη ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἀμέσως μετὰ τό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ» (πρὸ τῆς Εὐχῆς τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς). 321 322 – 160 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Χ: ὅπου τό X ἀναφέρεται στὸ Καταπέτασμα ἢ στὸ φύλλον ἢ στὰ ἀμφίθυρα. Χ = Κ (κλειστό) ἤ Α (ἀνοικτό). Πίναξ 18-2. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γιὰ Ἐκκλησίες χωρὶς χαμηλὰ Βημόθυρα. Α : Ἀρχή Λειτουργίας. Κ : Μετὰ τὸ Χερουβικὸν καὶ πρὶν τὴν Συναπτὴ Δέησιν (Πληρώσωμεν). [ Α : Στὸ «τὰς θύρας, τὰς θύρας». Κ : Μετὰ τὸ «Πιστεύω». ] Α : Μετὰ φόβου (Θ. Κοινωνία) μέχρι τέλους. Στὴν δὲ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος ἐκτίθεται στόν Πίναξ 18-3. Πίναξ 18-3. Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Βλ. §19. ΚΑ : Ἀρχή Λειτουργίας. ΚΚ : Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου (τὰ Πρὸς Κύριον). ΚΑ : Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου (μετὰ τὴν Στιχολογία καὶ τὴν τελευταῖα Αἴτηση). ΑΑ : Πρὶν τὴν Μικρὰ Εἴσοδο, ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ. ΚΚ : Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες). ΑΑ : Πρὶν τὴν Μεγάλη Εἴσοδο, ψαλλομένου τοῦ Χερουβικοῦ (Νῦν αἱ Δυνάμεις). ΚΚ : Ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλη Εἴσοδο (πρὸ τῶν Πληρωτικῶν). ΑΑ : Μετὰ φόβου (Θ. Κοινωνία) μέχρι τέλους. – 161 – 18.1 Σημερινὰ παραδείγματα τῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος (Κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης) Ὅπως εἴπαμε στὸ κύριο κεφάλαιο, «βλέπουμε» ἀκόμη καὶ σήμερα τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον στὶς Ἐνορίες. Τὸ βλέπουμε ὅταν ὁ Διάκονος μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον ἐξέρχεται διὰ τῆς βορείου πύλης, καὶ εἰσέρχεται διὰ τῆς νοτίου πύλης. Γιατί ἐξέρχεται διὰ τῆς βορείου πύλης; Διότι ἡ Ὡραία Πύλη εἶχε (ἔχει) κλείσει μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον.273 Ἐπίσης, βλέπουμε τὴν Παράδοση τοῦ κλεισίματος τοῦ Καταπετάσματος, τοὐλάχιστον στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, καὶ μὲ Ἀρχιερέα, ὅπως διαπιστώνουμε στὶς παρακάτω τυχαίες εἰκόνες ἀπὸ τὸ διαδίκτυον, χωρὶς νὰ θέλουμε νὰ κάνουμε περαιτέρω ἀνάλυση. Εἴδαμε φυσικὰ καὶ παραδείγματα ἀθετήσεως τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος, καὶ δὴ στὴν Προηγιασμένη, π.χ. σὲ Ἀθήνα, Πάτρα, Σέρρες. Εἰκ. 18-6. «Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη». Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020).327 327 youtube, ygDD_OW8-dU ( 10/4/2024 ). – 162 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Εἰκ. 18-7. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου». Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020).327 Εἰκ. 18-8. «Ἱδοὺ θυσία μυστική» μὲ κλειστὸ πλέον τὸ Καταπέτασμα (ὄχι καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020). 327 Εἰκ. 18-9. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα (ὄχι καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη, Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον (15/4/2020). 327 – 163 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 18-10. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ βημόθυρα. Προηγιασμένη Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία, Τρίκαλα, Ἱ.Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς Σαραγίων (27/3/2024). youtube, -wbzPUR9ipw . Εἰκ. 18-11. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα. Προηγιασμένη, Θεσσαλονίκη, Ἱ.Ν. Ἁγίου Δημητρίου (22/3/2024). youtube, H-4oV5RyZLs . Ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ τὴν διὰ προσφωνήσεως Εὐχήν, κανονικὰ ἀπὸ τὸν Σολέα, ἐν τῷ συνήθει τόπῳ, ἐστραμμένος πρὸς ἀνατολάς, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ ὁ Λαός (ποὺ κι αὐτὸς εἶναι ἐστραμμένος πρὸς ἀνατολάς), μὲ τὸ μυστικό, ἔνδοθεν αὐτοῦ, Κύριε ἐλέησον. Παράλληλα καὶ ὁ Ἱερεύς ἔνδοθεν προσεύχεται μυστικῶς μὲ τὶς δικές του Εὐχές. Καὶ παρότι φαινομενικὰ πολλὲς Εὐχές, ἐν τούτοις μία Προσευχή, μία Δύναμις ἀνεβαίνει στὸν Θεόν.328 Βλ. ἡμέτερον ἄρθρον, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 328 – 164 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Εἰκ. 18-12. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ ἅγια θύρια (βημόθυρα). Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, Βόλος, Ἱ.Ν. Ἁγ. Νικολάου (20/3/2024). youtube, pfJ69R3b0U8 Εἰκ. 18-13. Τὰ πληρωτικά, μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μὲ Διάκονο, καὶ κλειστὸ τὸ Καταπέτασμα (καὶ τὰ ἅγια θύρια, βημόθυρα). Προηγιασμένη Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία, Κύπρος,329 Μόρφου, Ἱ.Ν. Παναγίας Χρυσελεούσης Ἀκακίου (27/3/2024). youtube, yBvEckHxMRQ Βλ. ἐπίσης, Εἰκ. 99-4. Βέβαια ὅπως βλέπουμε τὴν Παράδοσιν στὴν Προηγιασμένη, ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν βλέπαμε καὶ στὴν Ἀναφορὰ τῶν ὑπολοίπων Λειτουργιῶν, ὅπως ἀναλύθηκε στὸ παρὸν κεφάλαιον.273 Ὅμως τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος (κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης), ἀπαιτεῖ καὶ «μυστικῶς» τὶς Εὐχὲς τῶν Ἱερέων, βλ. ὑποσ. 312, 313. 329 Γνωρίζω ὁτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶναι Αὐτοκέφαλος. – 165 – 19 Τό κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (τά Βημόθυρα καί τό Καταπέτασμα) στά Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας — Σύγκριση, σχόλια Σὲ αὐτὴν τὴν ἐνότητα, συγκρίνουμε τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951, 1962, 1971, 1977, 1981, 1987, 1995, 2000, 2004, 2007, καὶ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895, γιὰ τὸ ἄνοιγμα καὶ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης (Βημοθύρων καὶ Καταπετάσματος – Βήλου) στὴν Θεία Λειτουργία. Ἡ σύγκρισις τῶν Ἱερατικῶν γιὰ τὸ Ἱερατικό Συλλείτουργο, καὶ γιὰ τὸ «μυστικῶς» τῶν Εὐχῶν, εὑρίσκεται στὸ ἕτερον ἄρθρο μας περὶ Συλλείτουργου.330 Γενικὰ ἡ «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν ἄλλαξε 5 φορές. Τὰ Ἱερατικὰ τῶν ἑτῶν 1951, (1968), 1971, 1981, θὰ λέγαμε καὶ τοῦ 1962, κρατήσανε τὴν γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, ὡς πρὸς τὴν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος, ἐνῷ τῶν ἑτῶν 1977, 1987-2000 διαφοροποιηθήκανε λίγο φαινομενικά, πολύ οὐσιαστικά. Τὴν μεγαλύτερη «ἔγγραφη ζημιά», μὲ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα, στὴν ἀρχαία ἀποστολική παράδοση τῆς κλείσεως τῆς Ὠραίας Πύλης, ἤτοι τοῦ κλεισίματος τῶν βημοθύρων καὶ τοῦ βήλου – καταπετάσματος στὴν Ἁγία Ἀναφορά, τὴν ἔκανε τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1977, μὲ μιὰ σημείωση, βλ. §19.6, καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἀκολουθήσανε τὴν σημείωσιν ὡς τοῦ 2000. Καὶ οἱ πρώτες Ἀπαντήσεις τοῦ Φουντούλη (ἐν ἔτει 1967), ἴσως, δὲν εἶναι ἄμοιρες «εὐθυνῶν», καίτοι ξεκαθάρισε ἀργότερα τὰ πράγματα, βλ. §19.6. Ἀργότερα, τὸ Ἱερατικόν τῶν 2004-2007, ἀντὶ νὰ διορθώσει τὰ προηγηθέντα, ἦρθε καὶ ἀφαίρεσε τὰ ἀπομεινάρια τῆς Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος. Στὸ κεφάλαιον χρησιμοποιοῦνται οἱ παρακάτω συντμήσεις: Κ: κλειστό, Α: ἀνοιχτό, ΧΡΥΣ: Λειτουργία Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, ΒΑΣ: Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου, ΠΡ: Λειτουργία Προηγιασμένων, Ἀ.Δ.: Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. 19.1 Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895 ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη μετὰ τὸ Ἀλληλούϊα τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 84. 330 Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. – 166 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη.331, 332, 333 Βλ. ἐπίσης, κεφ. 96. ΒΑΣ: Δὲν ἀναφέρεται οὔτε πότε ἀνοίγει (ἀνεφέρθη στοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου), οὔτε πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. ΠΡ: Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης, σ. 127. Ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 142. Φυσικὰ ἦταν τοῖς πᾶσι γνωστὸ ὅτι ὅταν διέρχεται ὁ Ἱερεύς θὰ ἀνοίξει σύντομα καὶ θὰ κλείσει πάλι ἡ Ὡραία Πύλη, γιὰ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Βλ. τὸν Ἅγιο Φιλόθεο, Πατριάρχη Κων/πόλεως, κεφ. 75, καὶ τὸν Φουντούλη.334 Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. — Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον διδάσκονταν καὶ οἱ Ἱερεῖς μας, στὸ παρελθόν, στὶς Ἱερατικές Σχολές, βλ. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, ὑποσ. 284. 332 «τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» (ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον), λεπτομέρειες εἰς κεφ. 18. Βλ. Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112. 333 Τὰ παλαιὰ χρόνια, οἱ Διατάξεις ἦσαν λακωνικώτατες (καὶ λόγῳ κόστους τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἐκτύπωσηςἀντιγραφῆς), καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες τὰ ἐγνώριζαν σχεδὸν «ἀπ’ ἔξω», σὲ ἀντίθεση μὲ σήμερα ποὺ διϋλίζουμε τὸν κώνωπα στὶς λεπτομέρειες, τὶς καταγράφουμε, κι ἀκόμη ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας «χανόμαστε». Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.) δὲν ἀναφέρεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία καθεαυτή. Ἀναφέρεται ὅμως ὅτι ἀνοίγουν, στὶς διατάξεις τῆς Χειροτονίας, καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5. 334 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ – Εἰσαγωγὴ στὴ Θεία Λατρεία, ἔκδ. δʹ, Θεσ/νίκη 2004 (ἔκδ. αʹ 1993), κεφ. λζʹ, Ἡ κλείση τῶν Βημοθύρων σ. 241. 331 – 167 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 19.2 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1951 Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν εἶναι ἡ πρώτη ἔκδοσις Ἱερατικοῦ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία, καὶ στὸ θέμα μας, τὸ ἄνοιγμα καὶ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης (Βημοθύρων καὶ Καταπετάσματος – Βήλου), συμφωνεῖ μὲ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1895). ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη335 μετὰ τὸ Ἀλληλούϊα τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 98. Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. 331, 332 ΒΑΣ: Δὲν ἀναφέρεται οὔτε πότε ἀνοίγει (ἀνεφέρθη στοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου), οὔτε πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. ΠΡ: Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, κλείεται τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης,336 σ. 146. Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη335 πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 162. 335 336 Ἐννοεῖται ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα. Τὸ καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης (τῶν ἁγίων θυρίων) εἶναι μέχρι κάτω τὸ δάπεδο. – 168 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας Φυσικὰ ἦταν τοῖς πᾶσι γνωστὸ ὅτι ὅταν διέρχεται ὁ Ἱερεύς θὰ ἀνοίξει σύντομα καὶ θὰ κλείσει πάλι ἡ Ὡραία Πύλη, γιὰ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Βλ. τὸν Ἅγιο Φιλόθεο, Πατριάρχη Κων/πόλεως, κεφ. 75, καὶ τὸν Φουντούλη.334 Ὅπως ἀναφέρθηκε στὸ κεφ. 18, εἰς τὸ ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἱερατικόν τοῦ 1892, ἀναφέρεται εἰς τὴν σ. 46, ὑποσ. (α), εἰς τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν: «Κακῶς καὶ ἐσφαλμένως ποιοῦσι τινὲς τῶν ἱερέων, νὰ ἀνοίγωνται αἱ θύραι [ἡ Ὡραία Πύλη]· διότι ἡ ἔννοια εἶνε διὰ τὰς ἔξω θύρας· (ἴδε περὶ τούτου τὸν σοφὸν Ἀργέντην, περὶ Ἀζύμων)»337. Ἄρα κατὰ τὴν παράδοσιν αὐτήν, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ἅγια θύρια (ἡ Ὡραία Πύλη), ἦσαν κλειστὰ καθόλην τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν, στὴν Ἐκκλ. τῆς Ἑλλάδος, σὲ ὅλες τὶς Λειτουργίες. Παρόμοια καὶ στὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1864, ἐκδ. Γ. Καρυοφύλλη, σ. 22. Πρόσσχες πόσο δυνατὴ ἦταν ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοσις ἀκόμη ἐν ἔτει 1892 στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἐνὼ στὸ προαναφερθὲν Ἱερατικὸν δὲν ἀναφέρονται πότε κλείνουν καὶ πότε ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια (ἡ Ὡραία Πύλη), ἐν τούτοις ὑπάρχει ἡ ὑποσημείωση (α) τῆς σελ. 46, ποὺ θέλει νὰ διορθώσει τὴν «διασκευὴ» τῆς Παραδόσεως νὰ ἀνοίγονται συντόμως τὰ ἅγια θύρια στὸ Πιστεύω. Αὐτὸ δεικνύει ἰσχυροτάτη παράδοση (γιὰ τὸ καταπέτασμα-βῆλον καὶ τὰ ἅγια θύρια), ποὺ δὲν εἶχε ἀνάγκη εἰδικῆς ῥουμπρίκας (εἰδικῶν ἐπεξηγήσεων), ἐπειδὴ ἦταν γενικὴ πρακτική. Βλέπε καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου Βαρθολομαῖο, κεφ. 18. Ἔτσι πάντως ἐξηγεῖται ἡ συνήθης ἔλλειψις ῥουμπρικῶν (σχολίων) γιὰ τὸ καταπέτασμα καὶ τὰ ἄγια θύρια, στὰ Εὐχολόγια καὶ Ἱερατικά, ἢ ἡ σπανιοτάτη ὕπαρξις αὐτῶν. Παρόμοια βλέπουμε καὶ στὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο, Barb.gr.336, βλ. κεφ. 14.5, σ. 130, καί κεφ. 55, σ. 246. Ἡ Θεία Λειτουργία, ἔκδ. 4η (ἐπηυξημένη), ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Τριπόλει 1892, ἐκδότης Γ. Καρυοφύλλης, σ. 46. 337 – 169 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 19.3 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962 Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν διαφοροποιήθηκε, νεωτέρισε, ἀπὸ τοῦ 1951, 338 ἀλλὰ στὸ θέμα τοῦ Καταπετάσματος κράτησε τὴν ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἐτοποθέτησε ἐπίσης, ἀμέσως μετὰ τὰ Περιεχόμενα σὲ ἔκταση δύο τρίτων (2/3) τῆς σελίδος, μὲ κανονικὰ μεγάλα γράμματα, τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/9-6-1956, γιὰ τὴν αὐστηρὴ τήρησιν τῆς Μυστικῆς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἐκκλησιάσματος Προσευχῆς (Ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν) τῶν Ἱερέων.339 Αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962, γιὰ πρώτη φορὰ ὑπερανέλυσε τὸ Καταπέτασμα, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἔπραξε μόνον γιὰ τὴν Προηγιασμένη. Γιὰ τὶς Λειτουργίες ὅμως τοῦ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου δὲν τὸ ἔπραξε, γιατί; Φυσικά, διότι δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη. Τοῦ Χρυσοστόμου ἡ Λειτουργία ἐτελεῖτο καθημερινά καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη οἱ Ἱερεῖς νὰ καταγραφοῦν τὰ αὐτονόητα. 331, 332 ΧΡΥΣ: Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη340 τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος, σ. 146. Δὲν ἀναφέρεται ὅμως πότε κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη. 331, 332 Βλ. καὶ τὰ σχόλια στήν §19.2. ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ, σ. 198. Βλ. π.χ. τὶς διαφορὲς ποὺ εἰσήγαγε στὸ Ἱερατικὸν Συλλείτουργον αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν 1962 ἐν σχέσει μὲ τοῦ 1951: Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 339 Ἐν πολλοῖς, εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων, καὶ ὄμματα μὴ συνιόντων. 340 Ἐννοεῖται ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα. 338 – 170 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ΠΡ: Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη (Ἡμιβημόθυρα)», σ. 213. Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, «κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη»,341 σ. 216. Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται μόνον τὸ Καταπέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης», σ. 219. Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο, σ. 219. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη,341 σ. 222. Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, ὁ Διάκονος ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ νὰ θυμιάσει, καὶ γιὰ τὴν Εἴσοδον, σ. 228. Ὅταν εἰσέλθουν, «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, 341 ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 228. Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 234. 341 Ἐννοεῖται κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ αὐτῶν Καταπέτασμα. – 171 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 19.4 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1971 Μὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν (καὶ μᾶλλον ἐνωρίτερον, μὲ τοῦ 1968), ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κάνει στροφὴ στὴν «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν (1951), μετὰ ἀπὸ τὸ διάλειμμα τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1962. Οἱ σημειώσεις τοῦ Καταπετάσματος εἶναι ἴδιες μὲ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1951, ἀλλὰ σὲ διαφορετικὲς σελίδες (ΧΡΥΣ: σ. 107, ΠΡ: σσ. 154, 170). Βλέπε τὶς λεπτομέρειες, καὶ τὰ σχόλια στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, §19.2.342 Μέγα λάθος τῶν ἰθυνόντων τούτης τῆς ἐκδόσεως, ὅπως καὶ τῆς τοῦ 1951, 1968. Ἔπρεπε νὰ ἀφιερώσουν κόπο καὶ χρόνο, νὰ καταγράψουν σαφέστατα τὴν παράδοσιν στὸ Ἱερατικόν. Βλ. τί ἔγινε στοῦ 1977. 342 – 172 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 19.5 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977 Καὶ πάλιν ὅμως, τό 1977, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἄφησε τὴν «σειρὰ» τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, 1968, 1971, καὶ ἐπέστρεψε στὴν «σειρὰ» τοῦ Ἱερατικοῦ 1962. Τρίτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε «σειρὰ» τὸ Ἱερατικόν. Δυστυχῶς ὅμως τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1977 προέβη σὲ μία μικρὴ μὲν φαινομενικὰ προσθήκη ἐν συγκρίσει μὲ τοῦ 1962, συντριπτικὸ δὲ νεωτερισμὸ ὡς πρὸς τὴν ἔγγραφον ἀλλοίωσιν τῆς ἀρχαίας Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος. Θὰ τὸν ἀναλύσουμε μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν διατάξεων, στὴν ἐνότητα §19.6. Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἐκράτησε, ἀμέσως μετὰ τὰ Περιεχόμενα, τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/96-1956, γιὰ τὴν αὐστηρὴ τήρησιν τῆς Μυστικῆς καὶ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἐκκλησιάσματος Προσευχῆς (Ἀναγνώσεως τῶν Εὐχῶν) τῶν Ἱερέων. Βέβαια ἀπὸ τὰ 2/3 τῆς σελίδος ποὺ ἐπεκτεινόταν στοῦ 1962 καὶ μὲ κανονικὰ μεγάλα γράμματα, τώρα ἐναγωνίως ἐχώρεσε στὸ 1/3 τῆς σελίδος μὲ «ψιλὰ» γράμματα. ΧΡΥΣ: Μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ τὸ Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν (σὲ ὑποσημείωση): «* Κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη καὶ ἀνοίγεται μὲ τὴν Κοινωνίαν τῶν Πιστῶν», σ. 130.343 Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη «τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος», σ. 135. 343 Μὲ τὸ χρῶμα γκρί εἶναι οἱ προσθῆκες ἐν σχέσει μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962. – 173 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ, σσ. 185, 190. ΠΡ: Ὅμοια μὲ τὸ Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1962, ἀλλὰ σὲ διαφορετικὲς σελίδες. Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη (Ἡμιβημόθυρα)», σ. 202. Ἀρξαμένης τῆς Στιχολογίας τοῦ Ψαλτηρίου, «κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 204. Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται μόνον τὸ Καταπέτασμα (ἄνω μέρος)343 τῆς Ὡραίας Πύλης», σ. 207. Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο, σ. 207. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, σ. 209. Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, ὁ Διάκονος ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ νὰ θυμιάσει, καὶ γιὰ τὴν Εἴσοδον, σ. 214. Ὅταν εἰσέλθουν, «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214. Ἀναφέρεται (ἐπίσης) ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 218. Εἰκ. 19-1. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214. – 174 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 19.6 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1977 (ἕως 2000): Ἡ σημείωσις ὅτι τάχα κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη μόνον κατὰ τὴν κοινωνία τοῦ Ἱερέως Ὡς προείπαμε, τὸ Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1977, στὴν σ. 130, προσέθεσε αὐτὴν τὴν σημείωσιν, μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ τὸ Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν *, γιὰ πρώτη φορά: «* Κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη καὶ ἀνοίγεται μὲ τὴν Κοινωνίαν τῶν Πιστῶν». Ἡ προσθήκη τῆς σημειώσεως,343 ὅτι τάχα μόνον344 μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοσιν κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, δὲν ἔχει προηγούμενο στὰ Ἱερατικά, καὶ στὴν ἀρχαία Παράδοση ποὺ ἐκτενῶς ἀναλύσαμε στὴν παροῦσα ἐργασία. Ἐπίσης καὶ τὸ στρώσιμο τῶν λέξεων ἔχει μεγάλη σημασία. Λέει ἡ σημείωσις «κατὰ τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν, …», καὶ ὄχι τοὐλάχιστον «κατὰ τινὰ ἀρχαίαν παράδοσιν». Αὐτὴ «εἶναι» ἡ ἀρχαία παράδοσις τελεία καὶ παῦλα, σύμφωνα μὲ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1977 καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέχρι τό 2000 ποὺ τὸ ἀκολούθησαν (ἐκτός τοῦ 1981). Μὰ ἀφοῦ στὴν Προηγιασμένη, βλ. §19.5, τὸ ἴδιο Ἱερατικόν (1977) ἔχει ὅτι μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου». Καὶ στὶς ἄλλες Λειτουργίες ἴδια εἶναι ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος!345 Καὶ μόνον ἡ καταγεγραμμένη παράδοσις τῆς Προηγιασμένης στὸ ἴδιο Ἱερατικόν (1977), ἀρκεῖ νὰ καταδείξει τὸ ἄκυρον τῆς σημειώσεως. «Μόνον», διότι δὲν ἀναφέρεται στὸ ἐν λόγῳ Ἱερατικόν στὶς Λειτουργίες τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου, κλεῖσις τῆς Ὠραίας Πύλης σὲ ἄλλη στιγμή, πέραν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἱερέων. 345 Ἰωάννης Μ. Φουντούλης: «ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. 344 – 175 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἐρώτησις: Ποὺ ὅμως ἀπαντᾶται ἡ σημείωσις-παράδοσις τοῦ Ἱερατικοῦ τῆς Ἀ.Δ. 19772000 (μὲ ἐξαίρεση τοῦ 1981), ὅπου ἡ Ὠραία Πύλη μένει διαρκῶς ἀνοιχτή, καὶ κλείνει μόνο στὴν Κοινωνία τῶν Ἱερέων μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν μέχρι τοῦ Μετὰ φόβου; Ἀπάντησις: Πουθενά, στὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καὶ τὶς πηγές της ποὺ εἴδαμε στὴν ἐργασία αὐτή. Μὲ τὴν ἕως τώρα ἔρευνά μας, καθ’ ἡμᾶς, ἀρχικὰ στὸν Ἰωάννη Μ. Φουντούλη, (καὶ στοὺς Ἀρμένιους σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη) βλέπουμε νὰ ἀπαντᾶται ἐγγράφως ἡ Παράδοσις τοῦ Ἱερατικοῦ 1977- : Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, στὴν ἀρμενικὴ Ἐκκλησία,346 «τὸ μικρὸ καταπέτασμα τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης σύρεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ».347 (Βέβαια οἱ Ἀρμένιοι κλείνουν καὶ σὲ ἄλλες στιγμὲς τὸ Καταπέτασμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος). Ὅμως ἀπὸ ὄτι εἴδαμε, ὁ Φουντούλης δὲν τὸ ἀναφέρει (γιὰ εὐνόητους μᾶλλον λόγους), ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀρμένιους, καὶ οἱ Οὐνίτες, κλείνουν τὸ καταπέτασμα κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ (καὶ τὸ ἔχουν ἀνοιχτὸ στὴν Ἀναφορά).348 Βέβαια οἱ Οὐνίτες ἀκολουθοῦν τὶς ἀποφάσεις τοῦ Πάπα Ῥώμης, τῆς ἀντι-Μεταρρύθμισης (ὑποσ. 117), καὶ τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου. Τὸ κλείσιμο ἑνὸς καταπετάσματος (δὲν ἀναφέρεται κιβώριον, ἴσως ἀφαιρεθήκανε ἐνιαχοῦ ἀργότερα) τὸ ἐπιβεβαιώσαμε καὶ ἀπὸ τὸ The Divine Liturgy of the Armenian Church, σ. 44, qahana.am: “The curtain closes while the celebrant offers his own personal prayers and himself receives Holy Communion”, (τὸ εἴδαμε 21/4/2024). 347 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ἔκδ. εʹ 1997 (ἔκδ. αʹ 1967), σ. 106. 348 (Οὐνίτικον) Ἱερατικόν, ἐν Ῥώμῃ, 1950: «Καὶ ἀνακλείεται τὸ καταπέτασμα» μετὰ τὸ Εἷς ἅγιος, σ. 143. 346 – 176 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας Σημειωθήτω, ὅτι στὰ ὅσα συγκεχυμένα λέει ὁ Φουντούλης στά #51, #52,349 οὔτε ὁ Μητροφάνης Κριτόπουλος,350 οὔτε ὁ Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (βλ. κεφ. 77), ἀναφέρονται στὸ κλείσιμο τοῦ καταπετάσματος κατὰ τὴν Κοινωνία τοῦ Λειτουργοῦ. Ὁ Φουντούλης, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναφορά του, στὴν ἀρμένικη Ἐκκλησία, ὅτι «τὸ μικρὸ καταπέτασμα τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης σύρεται κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ»,347 συνεχίζει περισσότερο τὴν σύγχυση: «Συμπεραίνομε λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὅτι τὸ κλείσιμο τοῦ καταπετάσματος τῆς ὡραίας πύλης κατὰ τὴν ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ, ποὺ διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στὶς ἐνορίες, [!] ἔχει τὸ ἔρεισμά του σὲ ἀρχαία [!] λειτουργικὴ συνήθεια, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν πράξι τῶν μοναστηρίων [!] καὶ τῶν σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν [!], ἀκόμη καὶ τῆς ἀρμενικῆς [!] Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ μερικοὺς παλαιοὺς κώδικας [τοὺς ὁποίους δὲν ἀναφέρει γιὰ νὰ τοὺς μάθουμε].»347 Δηλ. στὸ παραπάνω, ὁ Φουντούλης συγχέει α). τὴν Παράδοσιν τῶν Μοναστηριῶν, ὅπου ἡ Ὡραία Πύλη εἶναι ἐντελῶς κλειστὴ στὴν Ἀναφορά (ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὸ Μετὰ φόβου), μὲ β). τὴν ἀρμένικην Παράδοσιν (κατὰ τὸν Φουντούλην) ποὺ σύρουν τὸ μικρὸ καταπέτασμα τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγίας τραπέζης κατὰ τὴν ὥρα τῆς κοινωνίας τοῦ λειτουργοῦ [ἀλλὰ στὴν Ἀναφορὰ τὸ ἔχουν ἀνοιχτό-τραβηγμένο]. Ἐπίσης σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, αὐτὸ «διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στὶς ἐνορίες». [!] Ὅμως ποιοί, καὶ σὲ τί ποσοστό, δικοί μας Κληρικοὶ (Ἐνορίες) ἀκολουθοῦσαν τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος τῆς Ὡραίας Πύλης κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ (ποὺ ἦταν καὶ ἀρμένικη κατὰ τὸν Φουντούλη Παράδοση), ὅταν ἀργότερα στόν βʹ τόμο, #267, ἐμπειρώτερος πλέον λέει: «Ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν Δώρων ἐκλείοντο τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα. Οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμο ῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἴδια πράξις.»351 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, αʹ τόμος, ὅ.π., σσ. 103-107. Ἰωάννου Ν. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος ΙΙ, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 538. 351 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ἔκδ. δʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 1994 (ἔκδ. αʹ 1967), #267, σ. 284. 349 350 – 177 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ στόν βʹ τόμο, #267,351 τελικὰ ξεδιαλύνει κάπως τὰ πράγματα. Αὐτὸ ποὺ ἀνέφερε ὡς «ἀρχαία λειτουργικὴ συνήθεια» στὸν αʹ τόμο (#51, #52), στόν βʹ τόμο τὸ ἀναφέρει ὡς «νεωτέρα πρᾶξις».351 Γράφει: «καίτοι ἄρχισε ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς νὰ ἐπεκτείνεται καὶ σ’ αὐτὴν [ἐννοεῖ στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία] ἡ νεωτέρα πρᾶξις, νὰ μὴ κλείεται δηλαδὴ ἡ ὡραία πύλη παρὰ μόνον κατὰ [τὸ] κοινωνικό, ἐν τούτοις κατὰ τὸ πλεῖστον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ παλαιότερο ἔθος καὶ τὰ βημόθυρα καὶ τὸ καταπέτασμα κλείονται κατ’ αὐτὴν εὐθὺς μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν δώρων, γιὰ νὰ ἀνοιχθοῦν στὸ Μετὰ φόβου Θεοῦ... . Στὴν πάλη αὐτὴ τῆς νεωτέρας πρὸς τὴν παλαιοτέρα πρᾶξι, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ προβλέψῃ κανεὶς ποιὰ τελικῶς θὰ ὑπερισχύσῃ».352 [!] Δυστυχῶς ὁ Φουντούλης δὲν πῆρε τότε θέσιν ὑπὲρ τῆς ἀρχαίας παραδόσεως (παλαιοτέρας πράξεως). 353 Φυσικὰ μὲ τὴν σχετικὴν σημείωσιν στὰ Ἱερατικά (1977-) ποὺ κράτησε μέχρι τό 2000, καὶ τὴν πρὸ ἑτῶν καὶ ὑπὸ διαφόρων τρόπων ἀσκουμένην πίεσιν στοὺς Κληρικούς ἀπὸ διαφόρους προωθητὲς353 τῆς Λειτουργικῆς (τάχα) ἀναγεννήσεως, ἡ πλάστιγγα ἔγειρε ὑπὲρ τῆς νεωτέρας πράξεως. Ἀργότερα (1993), ὁ Φουντούλης, ἀπὸ «νεωτέρα πρᾶξις», τὸ ἀναφέρει «ὑπόλειμμα τῆς παλαιᾶς πράξεως»:354 «[...] στὸ πρόσφατο παρελθὸν εἶχε ἐπικρατήσει καὶ στὶς ἐνορίες ἡ μοναχικὴ τάξη,355 ποὺ κρατοῦσε καὶ κρατεῖ κλειστὰ τὰ βημόθυρα τὸν περισσότερο χρόνο καὶ τὰ ἀνοίγει μόνο γιὰ χρηστικοὺς λόγους. Γιὰ νὰ μὴ μποῦμε σὲ λεπτομέρειες, τὰ βημόθυρα ἀνοίγουν μόνο κατὰ τὶς Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, βʹ τόμος, ὅ.π., σσ. 284-285. «Μὲ τὸ ἴδιο ὄραμα, αὐτὸ δηλαδὴ τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης, ἄρχισε τὴν ἐπιστημονική του διαδρομὴ καὶ ὁ Φουντούλης, ἀκολουθῶντας ἀπὸ τό 1956 μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Τρεμπέλα μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὰ μεγάλα κέντρα τῆς περίφημης «Λειτουργικῆς Κίνησης», ποὺ προώθησαν τὴν «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» σ’ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο, μὲ κύριο σταθμὸ βέβαια τὴν Β Βατικανὴ Σύνοδο τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», ὁμιλία καθ. Πέτρου Βασιλειάδη στὸ διεθνές συνέδριο πρὸς τιμὴν τοῦ καθ. Ἰωἀννου Φουντούλη. Σελίδα «Θεολογικά Δρώμενα», 21/2/2014. (1/12/2023) 354 Φυσικὰ καὶ εἶναι ὑπόλειμμα, καὶ μᾶλλον σχετίζεται μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς ἀντι-Μεταρρύθμισης (ὑποσ. 117), καὶ τῆς Βʹ Βατικάνειας Συνόδου ἢ τέλος πάντων μὲ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, τὸ ὁποῖον (ἐνίοτε) καὶ καθ’ ἡμᾶς ὑπέβοσκε ἢ ὑποβόσκει. 355 Ὡς ἔχουμε ἀποδείξει ἐκτενῶς στὴν ἐργασία αὐτή, ἔχει λάθος ὁ Φουντούλης (διαιωνίζων τὸν δυτικὸν μύθον τῶν Mathews, Taft, Wybrew, π.χ. βλ. κεφ. 64, καὶ ὑποσ. 478), δὲν εἶναι καθόλου μοναχικὴ τάξη, ἀλλὰ εἶναι τάξις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. 352 353 – 178 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας εἰσόδους, τὶς θυμιάσεις, τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν κοινωνία τοῦ λαοῦ μέχρι τὴν ὀπισθάμβωνο. Ἡ ἀπόλυση γίνεται ἔξω μὲ κλειστὰ τὰ βημόθυρα, οἱ δὲ διάκονοι εἰσέρχονται ἀπὸ τὴ νοτία πύλη τοῦ Ἱεροῦ καὶ ἐξέρχονται ἀπὸ τὴ βορεία. [...]. Ὁμοίως ἐκλείετο καὶ τὸ καταπέτασμα ἀπὸ τοῦ Συμβόλου [τῆς Πίστεως] μέχρι τῆς Κοινωνίας τοῦ Λαοῦ, οἱ δὲ εὐλογίες ἐδίδοντο ἀπὸ μέσα μὲ κλειστὸ τὸ καταπέτασμα ἢ ἀφοῦ συρθεῖ ἐπ’ ὁλίγο. Ὡς ὑπόλειμμα αὐτῆς τῆς παλαιᾶς πράξεως, ποὺ διατηρεῖται [ἡ παλαιὰ πρᾶξις] στὶς Μονὲς356 καὶ στὶς σλαβικὲς ἐκκλησίες [καὶ στὴν Προηγιασμένη], ἔμεινε ἡ κλείση τῶν βημοθύρων ἢ καὶ τοῦ καταπετάσματος κατὰ τὸ κοινωνικό, ποὺ γίνεται σὲ ὁρισμένους, ὄχι σὲ ὅλους [!], τοὺς ἐνοριακοὺς ναούς».357 Πάντως ὁ Φουντούλης (1927-2007), στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του (2002), φάνηκε ἔντρομος νὰ παρακολουθεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς κατ’ εὐφημισμὸν «λειτουργικῆς ἀναγέννησης» ἢ «λειτουργικῆς ἀνανέωσης», καὶ παραδέχεται, γενικά,358 ὅτι «Καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Τὸ δὲ “θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς”359 ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο360 τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ “ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν”.361 Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ ἂς μὴν ἐπιτρέψει νὰ τοῦ ἐπιβάλλουμε βρόγχους εἰς κρίμα καὶ εἰς κατάκριμα». Δυστυχῶς ὑπάρχουν Μονές σήμερα (μᾶλλον οἱ περισσότερες, πλὴν Ἁγίου Ὄρους), πολλὲς ἐν ἀγνοίᾳ, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν νεωτεριστικὴ πράξη ἐνοριῶν, νὰ εἶναι τὰ πάντα διάπλατα. 357 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Αʹ – Εἰσαγωγὴ στὴ Θεία Λατρεία, ἔκδ. αʹ, ἐκδ. Ἰ.Μ. Φουντούλης, Θεσ/νίκη 1993, κεφ. λζʹ, Ἡ κλείση τῶν Βημοθύρων σσ. 241-242. 358 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224. 359 Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἐλαίου (Εὐχελαίου), Εὐχή μετά τό Εʹ Ευαγγέλιον. 360 Ὄχι μόνο αὐτό βέβαια, ἀλλὰ καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. 361 Αὐτὸ τὸ ἀντέγραψε καὶ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Βλ. Ἐγκλύκλιος ΔΙΣ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα». Ὅμως φαίνεται καταπατεῖται στὶς ἡμέρες μας κυρίως ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Κληρικούς. 356 – 179 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Παρὰ ταῦτα, πῶς λοιπὸν πέρασε (1977) καὶ ἐκράτησε αὐτὴ ἡ σημείωση, δυστυχῶς, γιὰ χρόνια, μέχρι τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 2000, καὶ ο ὔ τε δι ο ρ θ ώ θ η κε π ο τέ ; Ἐν κατακλείδι, Στὴν οὐσία αὐτὴ ἡ σημείωση (ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος) «ξεγέλασε ἐγγράφως» τοὺς παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς ποὺ τηροῦσαν τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν τῆς κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, ὥστε νὰ τὴν κλείνουν τώρα μετὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, καὶ νὰ ἀφήνουν πλέον ἀνοιχτὸ τὸ Ἱερὸ σὲ ὅλη τὴν Ἀναφορὰ τῆς Θείας Λειτουργίας, ποὺ φυσικὰ ἦταν καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῶν νεωτεριστῶν τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως» ἢ «Λειτουργικῆς Ἀνανεώσεως», καὶ κέλευσμα τῶν Δυτικῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς «Μεταρρυθμίσεως» καὶ «Ἀντιμεταρρυθμίσεως»117 καὶ τοῦ «Διαφωτισμοῦ» (βλ. §7.3), καὶ ὄχι μόνον, βλ. ὑποσ. 354. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἐνῷ ὁ Φουντούλης, ξεκαθάρισε ἀργότερα τὰ πράγματα (ὡς τὸ ἀναλύσαμε παραπάνω) αὐτὴ ἡ σημείωσις ἔμεινε ἕως τό 2000, καὶ οὔτε κἂν διορθώθηκε. Ἀργότερα (ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω) καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας, κατάλυσις σχεδὸν εἰς πάντα. Σημειωθήτω ὅτι ἡ σημείωση αὐτὴ μεγάλως συνετέλεσε νὰ μὴν μεταλαμπαδευτεῖ ἡ ἀρχαιοτάτη Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος στοὺς νέους Ἱερεῖς. Ἰω. Φουντούλης, βλ. ὑποσ. 345. – 180 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 19.7 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1981 Μὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1981 ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κάνει πάλι στροφὴ στὴν «σειρὰ» τῶν Ἱερατικῶν (1951, 1968, 1971), σὲ μιὰ ἴσως ἀπέλπιδα προσπάθεια ἐπαναφορᾶς τῆς Παραδόσεως, μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο διάλειμμα τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1977 (1962), ποὺ ὅπως εἴδαμε ἀλλοίωσε τὴν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος. Τέταρτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε σειρὰ τὸ Ἱερατικόν. Δυστυχῶς αὐτὴ ἦταν νομίζουμε ἡ τελευταῖα (ἐπι)στροφὴ πρὸς τὴν σειρὰν τῶν Ἱερατικῶν 1951, 1968, 1971, (1981). Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, περάσανε σχεδὸν δύο γενιὲς Ἱερέων καὶ Πιστῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζουν τὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος. Οἱ ἰθύνοντες ὅμως καὶ αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως, ἀντὶ νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ καταγράψουν μὲ λεπτομέρεια τὴν παράδοσιν τῆς κλείσεως τῆς Ὡραίας Πύλης (διότι οἱ καιροὶ ἄρχισαν νὰ τὰ θέλουν ὅλα γραμμένα), ἐπαναπαυτήκανε μόνο σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ παλαιοτέρας ἔκδοσης. Οἱ σημειώσεις τοῦ Καταπετάσματος εἶναι ἴδιες μὲ τοῦ Ἱερατικοῦ τοῦ 1971, καὶ στὶς ἴδιες σελίδες (ΧΡΥΣ: σ. 107, ΠΡ: σσ. 154, 170), βλ. §19.4. Ὡς πρὸς τοῦ 1951 (γιὰ τὸ Καταπέτασμα) διαφέρει μόνον στὸ ἀριθμὸ τῶν σελίδων. Βλέπε τὶς λεπτομέρειες, καὶ τὰ σχόλια στὴν ἐνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, §19.2. – 181 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 19.8 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1987 Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Γʹ, ἀναφέροντας μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ἀποσιωπῶντας τὶς (ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981! Τελευταῖα μᾶλλον φορὰ (ὡς φαίνεται), ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἄφησε τὴν παραδοσιακὴ σειρὰ τοῦ Ἱερατικοῦ 1951, 1968, 1971, 1981, καὶ ἐπέστρεψε στὴν σειρὰ τοῦ Ἱερατικοῦ 1977 (1962). Πέμπτη φορὰ ποὺ ἄλλαξε «σειρά» τὸ Ἱερατικόν. Τὸ Ἱερατικὸν Ἀ.Δ. τοῦ 1987, δυστυχῶς κράτησε τὴν ἐσφαλμένη σημείωσιν (μὲ τὴν συντριπτικὴν ἐπίπτωσιν στὴν Παράδοσιν) τοῦ ἀντιστοίχου Ἱερατικοῦ Ἀ.Δ. τοῦ 1977, καὶ βλέπε τὰ σχόλιά μας στὴν ἐνότητα §19.6. Παρήγορο εἶναι, ἂν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κανείς, ὅτι ἀκόμη (ἐν ἔτει 1987) ἡ Παράδοσις στὴν Προηγιασμένη δὲν ἀλλοιώθηκε. Μόνο ἡ ἔγγραφη Παράδοσις τῆς Προηγιασμένης πάντως, θὰ μποροῦσε ἀκόμη νὰ διορθώσει τὴν ἐσφαλμένη σημείωση τοῦ 1977 (καὶ τοῦ 1987) (§19.6). Κατὰ τὰ ἄλλα, γιὰ τὸ Καταπέτασμα, εἶναι ὅμοιον μὲ τοῦ 1977, καὶ στὶς ἴδιες σελίδες, βλ. §19.5. – 182 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 19.9 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1995 Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Εʹ, ἀναφέροντας κι αὐτὸ μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ὁμοίως μὲ τοῦ 1987 ἀποσιωπῶντας τὶς (ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981! Τὰ ἴδια σχόλια (γιὰ τὸ Καταπέτασμα) μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ. τοῦ 1987, βλ. §19.8. 19.10 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000 Ἀναφέρεται ὡς ἔκδοσις Ζʹ, ἀναφέροντας κι αὐτὸ μόνον τὴν «σειρά» τοῦ 1962, καὶ ἀποσιωπῶντας τὶς (ἐνδιάμεσες) ἐκδόσεις τοῦ 1951, 1968, 1971, 1981! Ἐπίσης δὲν ἀναφέρεται ἡ ἔκδοσις 1977, βλ. §19.5, §19.6. Παρήγορο εἶναι, ἂν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κανείς, ὅτι ἀκόμη (ἐν ἔτει 2000) ἡ Παράδοσις στὴν Προηγιασμένη δὲν ἀλλοιώθηκε. Μόνο ἡ ἔγγραφη Παράδοσις τῆς Προηγιασμένης πάντως, θὰ μποροῦσε ἀκόμη νὰ διορθώσει τὴν ἐσφαλμένη σημείωση τοῦ 1977 (καὶ τῶν 1987-2000) (§19.6). Τὰ ἴδια σχόλια (γιὰ τὸ Καταπέτασμα) μὲ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ. τοῦ 1977, 1987, βλ. §19.8. – 183 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Εἰκ. 19-2. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 209. Εἰκ. 19-3. Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2000. Ὅταν εἰσέλθουν (ἀπὸ τὴν Μ. Εἴσοδον), «κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου», σ. 214. – 184 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 19.11 Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2004, καί 2007 Φτάσαμε στὸ Ἱερατικὸν Ἀ.Δ. τοῦ 2004 καὶ τοῦ 2007, τοῦ π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, ἐγκρίσει τῆς Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου τῇ 8/7/2002. Ἐδῶ πλέον, ἀφαιρέθηκε στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, κάθε ἴχνος ἀναφορᾶς στὴν ἀδιάκοπο παλαιοχριστιανικὴ Παράδοσιν τοῦ Καταπετάσματος,362 ἀφαιρέθηκε καὶ ἡ ἀδιάκοπος παλαιοχριστιανικὴ Παράδοσις τῆς μυστικῆς (μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ Λαοῦ) προσ-Εὐχῆς τῶν Ἱερέων (Μυστικῶν Εὐχῶν), μαζὶ μὲ τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1353/96-1956. Αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν, δὲν ἄφησε ἴχνος Καταπετάσματος στὴν Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως καὶ δὲν ἄφησε ἴχνος «μυστικῆς» προσ-Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Αὐτὰ τὰ δύο, τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος (κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης), καὶ οἱ «Μυστικὲς» Εὐχὲς τῶν Ἱερέων, πᾶνε μαζί, βλ. ὑποσ. 312, 313. Βλ. τὰ ἄρθρα μας γιὰ τὴν Παράδοσιν τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν,363 καὶ τὸ ἄρθρο μας γιὰ τὸ Ἱερατικό Συλλείτουργο, καὶ τὴν ἐκεῖ ἀνάλυση τοῦ ἐν λόγῳ Ἱερατικοῦ.364 Γιὰ τὴν Προηγιασμένη, ἄφησε ἕνα ὑπόλειμμα Καταπετάσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι κι αὐτὸ τελεία ἀλλοίωσις τῆς ἀδιάκοπης Παράδοσης ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω. Ποὺ πῆγε τό «στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Βʹ Θεσ. βʹ 15); Ἀκόμη καὶ ὁ Φουντούλης, ἀναφέρει τὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν, καὶ τὸ ἔχουμε πολλάκις ἀναφέρει. Βλ. ἰδιαίτερα τὴν ἐνότητα §19.6. Ἴσως πεῖ κάποιος, ὅτι στὴν ὑποσ. 333, ἀναφέρεις ὅτι «Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.) δὲν ἀναφέρεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία καθεαυτή. Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγουν, στὶς διατάξεις τῆς Χειροτονίας, καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5.» Ναί, ἀλλὰ σήμερα εἶναι ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφὴ τῆς Παραδόσεως, τότε δὲν ἦταν ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφὴ διότι ὅλοι οἱ Ἱερεῖς ἐγνώριζον καὶ ἐτηροῦσαν τὴν Παράδοσιν. Βλ. Φουντούλη,331 καὶ ὑποσ. 365. 363 Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], 3/4/2022. Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, [PDF], [PDF], 30/10/2022. 364 Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 362 – 185 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικὰ τὸ ἐν λόγῳ Ἱερατικόν: ΧΡΥΣ: Δὲν ἀναφέρεται καθόλου ἄνοιγμα (ἢ κλείσιμο) τῆς Ὡραίας Πύλης.365 ΒΑΣ: ὁμοίως μὲ τοῦ ΧΡΥΣ. ΠΡ: Ἀφαιρέθηκε τό: Μετὰ τὸ Εὐλογημένη ἠ Βασιλεία, «κλείεται ἡ κάτω Ὡραία Πύλη (Ἡμιβημόθυρα)».366 «Ἀρχομένης τῆς Στιχολογίας [τοῦ Ψαλτηρίου], κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη», σ. 219. Πρὸ τοῦ Κεκραγαρίου, «ἀνοίγεται [μόνον] τὸ Καταπέτασμα [(ἄνω μέρος)] τῆς Ὡραίας Πύλης, σ. 221. Ψαλλομένου τοῦ Δοξαστικοῦ γίνεται Εἴσοδος, δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγονται τὰ Βημόθυρα γιὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο,367 σ. 221. Μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω [καὶ τὸ Εὐαγγέλιον], καὶ πρὸ τῆς Ἐκτενοῦς (Εἴπωμεν πάντες), δὲν ἀναφέρει ὅτι κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, σ. 223. Ἄρα, καὶ Τοῦ «Χερουβικοῦ» (Νῦν αἱ Δυνάμεις) ψαλλομένου, δὲν ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη γιὰ τὴν Εἴσοδον (ἀφοῦ δὲν τὴν ἔκλεισε μετὰ τὸ Κατευθυνθήτω), σ. 229. Ὅταν εἰσέλθουν ἀπὸ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον, δὲν ἀναφέρει καθόλου ὅτι κλείεται ἡ Ὡραία Πύλη, ἀνοιγομένη μόνον εἰς τὸ Μετὰ φόβου, σ. 229. Καὶ φυσικὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη πληρωθέντος τοῦ Κοινωνικοῦ, σ. 233. Στὸ Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 2004 καί 2007 ἀφαιρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ τῶν Ἱερατικῶν Ἀ.Δ. 1951, 1962, 1971, 1977, 1981, 1987, 1995, 2000, ὅτι ἀνοίγει ἡ Ὡραία Πύλη τοῦ Κοινωνικοῦ τελειωθέντος. Τινὲς ἴσως ποῦν γιατὶ χρειάζεται ἡ ἀναγραφή, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἀνοιχθεῖ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλή: ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς διατάξεως περὶ ἀνοίγματος τῆς Ὡραίας Πύλης, εἶναι ἀναγκαῖα (στὶς ἡμέρες μας ποὺ ἔχει ἀλλοιωθεῖ ἢ λησμονηθεῖ ἡ Παράδοσις), διότι σημαίνει ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κάποια στιγμή ἔκλεισε. Φυσικὰ σύμφωνα μὲ τὴν Ἐκκλησιαστική Παράδοση κλείνει ἡ Ὡραία Πύλη μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, βλ. ἐπίσης, Φουντούλη, ὑποσ. 331, καί §14.7. Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης τὸ διδάσκονταν καὶ οἱ Ἱερεῖς μας στὸ παρελθόν στὶς Ἱερατικές Σχολές, καὶ τότε δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀναγράφεται ῥητῶς, βλ. ὑποσ. 284, 362. Ὅπως ξέρουμε ὅτι στὸ Ἅγιος ὁ Θεός, κάνουμε τὸν Σταυρό μας, ἔτσι ἤξεραν ὅτι μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον κλείεται ἐντελῶς ἡ Ὡραία Πύλη. 366 Μὲ τὸ γαλάζιο χρῶμα εἶναι οἱ ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962, καὶ τῶν Ἱερατικῶν Ἀ.Δ. τῶν ἑτῶν 1977, 1987-2000. 367 Ξέχασε κλειστὰ τὰ βημόθυρα. Φυσικὰ μπορεῖ νὰ ὑποννοήσει κάποιος τὸ ἄνοιγμά τους γιὰ νὰ γίνει ἡ Εἴσοδος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς προηγηθείσης ἀναλύσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθεῖ ῥητῶς. 365 – 186 – Τὰ Βημόθυρα καὶ τὸ Καταπέτασμα στὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἰω. Φουντούλης, βλ. ὑποσ. 331. 19.12 Τίς πταίει; Θὰ ἀναρρωτηθεῖ κανεὶς μετὰ τὴν παραπάνω ἀνάλυση τῆς ἐνότητος §19. Ἰστορικῶς, τὰ Ἱερατικά φταῖνε γιὰ τὴν ἀλλοίωση καὶ λήθη τῆς ἀδιακόπου Παραδόσεως τοῦ Καταπετάσματος, στὶς Ἐνορίες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Ἡ σύντομος ἀπάντησις εἶναι: Τὰ Ἱερατικά, εἶναι ἁπλὰ ὁ καρπός. Ἡ σταδιακὴ ἀλλοίωσις, ὁ κλονισμὸς τῶν κιόνων τῆς Παραδόσεως, γινόταν καὶ γίνεται, χρόνια προτοῦ καταχωρηθεῖ σταδιακὰ στὰ Ἱερατικά.368, 352 Ἐμεῖς νὰ εὐχηθοῦμε νὰ ἐπανέλθει τὸ Ἱερατικόν ὅπως ἔγινε τόσες φορὲς στὸ παρελθόν, μὲ ὅσες ἀναγκαῖες παραδοσιακὲς ἀναλύσεις / ἐπεξηγήσεις, ἰδίως τώρα ποὺ μὲ τὴν νεώτερη ἔρευνα, ἔχουν ἀποδειχθεῖ ὡς ἀντιπαραδοσιακοὶ οἱ νεωτερισμοί. Ὅμως θαρσεῖτε, ἀκόμη κρατεῖ ἡ Παράδοσις στὴν Ἐκκλησία μας (διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου), βλ. §18.1. Γιὰ παράδειγμα τὰ 3 Ἀμήν (Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν) τῆς Ἀναφορᾶς, ποὺ τὰ Ἱερατικὰ λένε ὅτι εἶναι τοῦ Διακόνου (ποὺ ἔχει Ἱερωσύνη, τόν αʹ βαθμό). Παλαιότερα ἦσαν μόνον τοῦ Ἱερέως. Καὶ πιὸ παλαιὰ δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖ Ἀμήν. Ἀφοῦ τὰ Ἱερατικὰ γράφουν ὅτι εἶναι τοῦ Διακόνου, πῶς λοιπὸν Κληρικοὶ στὶς ἡμέρες μας κάνουν τὰ ἀντίθετα, καὶ δασκαλεύουν τοὺς Ψάλτες νὰ ἀλλάξουν τὴν Παράδοσιν καὶ νὰ σωπαίνουν, γιὰ νὰ λέει ὀ Ψάλτης ἢ ὁ Λαὸς τὰ Ἀμήν τοῦ Διακόνου, καὶ ἐξαπλώνεται ταχύτατα αὐτὸς ὁ νεωτερισμός; Φεῦ, πόσο εὔκολα μεταδίδεται καὶ ἐγκολπώνεται ὁ νεωτερισμός, καὶ πόσο δύσκολη εἶναι ἡ διατήρησις τῆς Παραδόσεως! Φεῦ, ἕνας νεωτερισμὸς κάνει τὸν γῦρο τοῦ κόσμου, πρὶν κἂν ἡ Παράδοση προλάβει νὰ σηκώσει κεφάλι! 368 – 187 – 20 Ὅτι ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει ἐντελῶς στὴν Ἁγία Ἀναφορά, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀναγραφή σχετικῆς διατάξεως στὰ Ἱερατικά Γιὰ τοὺς παραδοσιακοὺς Διακόνους, Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους αὐτὸ εἶναι δεδομένο. Γιὰ δέ τοὺς λοιποὺς θὰ διαλεχθοῦμε ἐν συντομίᾳ ὡς ἑξῆς· Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὴν προφορικὴ Ἀποστολικὴ Παράδοση, καὶ δὲν ἦσαν/εἶναι τὰ πάντα γραμμένα στὰ Ἱερατικά, Εὐχολόγια, Χειρόγραφα. Βλ. κανόνα ϟαʹ Μεγάλου Βασιλείου. Λέει ὁ Φουντούλης: «Τὰ χειρόγραφα καὶ αἱ διατάξεις τῆς θείας λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων δὲν μαρτυροῦν γιὰ τὸ κλείσιμο αὐτὸ τῶν θυρῶν μετὰ τὴν μεγάλη εἴσοδο». Καὶ ἐν τούτοις στὴν Προηγιασμένη σήμερα κρατεῖ ἡ Παράδοσις τοῦ Καταπετάσματος! Συνεχίζει ὁ Φουντούλης: «Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασία, γιατὶ εἶναι γνωστό, ὅτι ὄχι μόνο στὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἀλλὰ καὶ στὴν τελεία λειτουργία μετὰ τὴν εἴσοδο τῶν δώρων ἐκλείοντο τὰ βημόθυρα καὶ τὸ καταπέτασμα». Καὶ ἐπίσης λέει ὅτι: «οἱ παλαιότεροι Ἱερεῖς ἐνθυμοῦνται, ὅτι καὶ στὶς ἐνορίες μέχρι προσφάτως ἴσχυε ἡ ἰδία πράξις.»273 Κακῶς ὅμως λέει ἴσχυε (τό 1967, 1994), ἔπρεπε νὰ πεῖ ἰσχύει ἀκόμη (διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου βέβαια), ὡς εἴδαμε στὴν ἐνότητα §18.1. Τὸ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης, τὸ διδάσκονταν οἱ Ἱερεῖς μας ἀπὸ τὴν προφορικὴ παράδοση, ἀπὸ τὴν ζῶσα παράδοση ἀπὸ τοὺς παλαιότερους Ἱερεῖς (ἰδίοις ὀφθαλμοῖς), καὶ ἐπίσης τὸ διδάσκονταν στὶς Ἱερατικές Σχολές,369 καὶ ἔτσι δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀναγράφεται ῥητῶς, βλ. ἐπίσης, Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίον, ὑποσ. 284. Καὶ στὸ Βαρβερινὸ Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιο (8ος αἰ.) δὲν ἀναγράφεται πότε ἀνοίγουν ἢ πότε κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα στὴν Λειτουργία. Ἀναφέρεται ὅτι ἀνοίγουν, στὶς διατάξεις τῆς Χειροτονίας, καὶ τοῦ Μύρου, βλ. §14.5. Δὲν ἀναγράφεται στὴν Λειτουργία καθεαυτή, διότι τότε ἦσαν λακωνικώτατα τὰ Χειρόγραφα, καὶ δὲν ἦταν ἀναγκαῖα ἡ ἀναγραφή, ἀφοῦ οἱ Ἱερεῖς ἐγνώριζον καὶ ἐτηροῦσαν τὴν Παράδοσιν, καὶ μάλιστα παρότι δὲν ἀναγραφόταν ἡ Παράδοσις αὐτὴ ἔφτασε ὡς τὶς μέρες μας! Βλ. §18.1. Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι τὴν σημερινὴ ἐποχὴ ἰδίως, ἡ κάθε Μητρόπολις, ὁ κάθε παραδοσιακός Μητροπολίτης, πρέπει νὰ δίνει αὐτὸς τὶς βάσεις τῆς Λειτουργικῆς στὴν Μητρόπολή του. Νὰ κάνει δηλαδὴ Ἱερατικό σχολειό μὲ παλαιοὺς παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς ποὺ θὰ διαλέξει, ποὺ θὰ μεταλαμπαδεύσουν τὴν Παράδοση στοὺς νέους Ἱερεῖς. Ἢ νὰ διαμένουν οἱ νέοι Ἱερεῖς μας γιὰ ἕνα διάστημα, σὲ παραδοσιακὸ καὶ φιλακόλουθο Μοναστήρι τῆς Μητροπόλεως, ὅπου θὰ διδαχθοῦν τὴν παραδοσιακὴ λειτουργική καὶ τελετουργική, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅταν οἱ νέοι Ἱερεῖς πάρουν γερὲς βάσεις, τότε - ἂν θέλουν - νὰ πᾶνε στὴν Ἱερατική Σχολή. 369 – 188 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 21 Τὸ κλείσιμο τοῦ Καταπετάσματος μὲ Ἀρχιερέα Πολλαχοῦ στὴν παροῦσα ἐργασία μαρτυρεῖται ὅτι ἔκλεινε τὸ Καταπέτασμα στὴν Ἁγία Ἀναφορά παρόντος Ἀρχιερέως. Γιὰ παράδειγμα: - στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως, βλ. σσ. 128, 211. - στὸ χειρόγραφο Ἐπισκοπικὸ Εὐχολόγιον τοῦ 8ου αἰ. Barb. Gr. 336, βλ. σσ. 130, 246. - στὴν διάταξιν τοῦ διακόνου Ἰσιδώρου Πυρομάλλη τοῦ 10ου αἰ., βλ. σσ. 128, 270. - στὴν Προθεωρία, 11ος αἰ., βλ. κεφ. 65, σ. 260. - στὸν Ἅγ. Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης, 15ος αἰ., βλ. κεφ. 95, σ. 332. - σὲ διατάξεις χειροτονιῶν Διακόνου, [D II, σ. 345 (14ος αἰ.), σ. 655 (15ος αἰ.), σ. 772 (1538)], βλ. κεφ. 76, σ. 282. - στὴν Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς τοῦ Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου (1829-1918), βλ. σ. 146. - στὴν παράδοσιν τῶν Παλαιοπίστων Ῥώσσων (μέχρι καὶ τὴν σύγχρονη ἐποχή), βλ. σ. 339. - στὴν σημερινὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, σὲ Ἀρχιερατική Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, βλ. §18.1. καὶ σὲ ἄλλες μαρτυρίες. Εὐχόμαστε νὰ τηρηθεῖ αὐτὴ ἡ ἀρχαῖα Ἀποστολική Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς κλείσεως τοῦ Καταπετάσματος στὴν Ἀναφορά, καὶ παρόντος Ἀρχιερέως, ὅπως τηρεῖται σήμερα στὴν Προηγιασμένη ἀκόμη, στὸ Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, καὶ στὶς Μητροπόλεις μας (βλ. §18.1). – 189 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 22 Λογικὴ ἀπόδειξις τοῦ ἀθεάτου τῆς Ἁγίας Τράπεζας κατὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν Μία λογικὴ ἀπόδειξις ἄνευ τινῶν ἀναφορῶν. Γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν τὰ Ἀμφίθυρα καὶ τὰ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ. Ὁ σκοπὸς τῶν θυρῶν καὶ τῶν καταπετασμάτων εἶναι νὰ κρύψουν τί. Ἔστω ὅτι ὑπῆρχαν γιὰ νὰ κλείνουν (ἁπλώνουν) ἐκτὸς Λειτουργίας, καὶ στὴν Λειτουργία νὰ ἀνοίγουν (μαζεύουν). Ἂν ὅμως ἀνοίγουν στὴν Λειτουργία, ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κρυφτεῖ τί στὴν Λειτουργία, τότε περισσότερο δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κλείνουν καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει Λειτουργία, ἄρα δὲν χρειάζονται καθόλου. Ἄτοπον, ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν Ἀμφίθυρα καὶ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ, καὶ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ νὰ κρύψουν τί. Ἄρα ἐκ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, συμπεραίνουμε ὅτι κλείνουν (ἁπλώνουν) στὴν Λειτουργία τὰ Καταπετάσματα, καὶ κλείνουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποκρύψουν ὅτι πιὸ «ὑψηλό»370, τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου (εἰς τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν). Σημειωτέον, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀποκρύπτεται ἀπὸ τὸν Λαόν, δὲν εἶναι φυσικὰ ἡ Θεία Κοινωνία, ἀφοῦ κοινωνοῦμε (Ἰω. ϛʹ 48-59), ἀλλὰ ἀποκρύπτεται ἡ Τέλεσις τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας (ἡ Ἁγία Ἀναφορά), σύμφωνα μὲ τὴν πράξιν τοῦ Κυρίου371, 370 (Ἰω. ιγʹ 2), «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά», [PG 155, 296B-C]· «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», [PG 155, 732A], βλ. κεφ. 77, σ. 283. 371 ἐκτὸς φυσικὰ τῶν ἐκφωνήσεων ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης (Ματθ. ϛʹ 26-28, Μάρκ. ιδʹ 22-24, Λουκ. κβʹ 1720). 370 – 190 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» ὁ Ὁποῖος ἐτέλεσε τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ (ἐνῷ φυσικὰ θὰ μποροῦσε ἂν ἤθελε), ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων Του μόνο.372, 373, 374, 375 Καὶ ἀποκρύπτεται διότι εἶναι τῆς Ἱερωσύνης ἀποκλειστικὸν ἔργον καὶ ἱερὸν προνόμιον,376 καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν Τάξεις μὲ σαφῆ ὅρια ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.4 Ἀποκρύπτεται διότι αὐτὴν τὴν ἱερὴ στιγμὴ ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ προσευχηθεῖ μὲ ὅλη τὴν δύναμίν του, καὶ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, καὶ ὄχι νὰ διαχέεται καὶ νὰ περισπᾶται, κάνοντας στὴν οὐσία παρουσίαση τῆς Εὐχαριστίας στὸν Λαό. Ἀποκρύπτεται διότι ἡ Προσευχὴ εἶναι μυστική. Καί στοὺς Δυτικούς, καὶ στὴν Ῥώμη, ἀκόμη καὶ τὸν 13ον αἰ. ἔκλειναν τὰ Καταπετάσματα τοῦ Κιβωρίου στὴν Ἁγία Ἀναφορά377 (μὲ τὸν Ἱερέα ἐντός), καὶ μέχρι τὸν «Διαφωτισμό»: «Τὰ Καταπετάσματα (κουρτίνες) ποὺ ἀπλώνουν σὲ κάθε γωνία τῆς Ἁγίας Τραπέζης [Κιβωρίου], καὶ ἀπὸ τὰ ὁποία ὁ Ἱερεὺς εἰσέρχεται στὸ Μυστικό Μέρος (Secretum)545» (βλ. παρακάτω, κεφ. 73, σ. 279). Πῶς ἐτέλεσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν «θείαν Εὐχαριστίαν» εἰς τὸν Μυστικὸν Δείπνον, μυστικῶς ἢ εἰς ἐπήκοον;, [PDF], [PDF], 2/12/2020. 373 Τὴν θέση αὐτή (μαζὶ μὲ ἄλλες), χρησιμοποιεῖ ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος (990-1080), ὡς ἐμάθαμεν ἀπὸ τὴν πρόσφατον ὀμιλίαν τοῦ πρεσβ. Γεωργίου Διαμαντοπούλου, βλ. §64. 374 G. Diamantopoulos, Die Hermeneutik des Niketas Stethatos, Münchner Arbeiten zur Byzantinistik, 3, Neuried 2019 [ἀνατύπωση München 2021]. 375 Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, [ἐπίσης ἐδῶ], 11/6/2023. 376 «Τὸ δὲ “θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς” ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ “ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν”», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224. 377 T. M. Thibodeau, The Rationale Divinorum Officiorum of William Durand of Mende, A new translation of the Prologue and Book One, Columbia University Press, 2010, σ. 43: “In the first – namely the curtains which are spread out on either corner of the altar, through which the priest enters the secret place [secretum]”. 372 – 191 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Β 23 Διαταγαὶ Ἀποστόλων,378 Βιβλίον Βʹ, «Διατύπωσις Ἐκκλησίας καὶ κλήρου, καὶ τί ἕκαστος ἐπιτελεῖν ὀφείλει τῶν συναθροιζομένων κληρικῶν ἢ λαϊκῶν ἐν τῇ συνάξει», [PG 1, 737] «οἱ λαϊκοὶ καθεζέσθωσαν μετὰ πάσης ἡσυχίας καὶ εὐταξίας· καὶ αἱ γυναῖκες κεχωρισμένως καὶ αὐταὶ καθεζέσθωσαν, σιωπὴν ἄγουσαι», [PG 1, 725-728]. «Στηκέτωσαν δὲ οἱ μὲν πυλωροὶ εἰς τὰς εἰσόδους τῶν ἀνδρῶν, φυλάσσοντες αὐτὰς, αἱ δὲ διάκονοι εἰς τὰς τῶν γυναικῶν», [PG 1, 732]. «Μετὰ δὲ ταῦτα γινέσθω ἡ θυσία [ἁγία Ἀναφορά], ἐστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ προσευχομένου ἡσύχως·379 καὶ ὅταν ἀνενεχθῇ, μεταλαμβανέτω ἑκάστη τάξις καθ’ ἑαυτὴν τοῦ Κυριακοῦ σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, ἐν τάξει, μετὰ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας, ὡς βασιλέως προσερχόμενοι σώματι· καὶ αἱ γυναῖκες κατακεκαλυμμέναι τὴν κεφαλήν, ὡς ἁρμόζει γυναικῶν τάξει, προσερχέσθωσαν. Φυλαττέτωσαν δὲ αἱ θύραι, μή τις ἄπιστος εἰσέλθοι, ἢ ἀμύητος», [PG 1, 737A]. Οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες εἰσέρχονται ἀπὸ ξεχωριστὲς (ἐξωτερικὲς) θύρες, καὶ ἴσταντο στὴν ἐκκλησία σὲ ξεχωριστοὺς τόπους. Τὶς θύρες τῶν ἀνδρῶν τὶς φύλασσαν οἱ (ἄνδρες λαϊκοί) πυλωροί, καὶ τῶν γυναικῶν αἱ διάκονοι.380 Σημειωτέον ὅτι τὰ περισσότερα βιβλία τῶν Διαταγῶν τῶν Ἀποστόλων ἐγράφησαν γιὰ τοὺς Κληρικούς (καὶ δὴ τοὺς Ἀρχιερεῖς), σὰν ὁδηγός καὶ νόμος τις (καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρά τους θὰ ἐδίδασκαν τοὺς λαϊκοὺς τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς). Εἰδικὰ μέρη τους εἶναι ἄλλα σὰν Διάταξις, ἄλλα σὰν ἕνα εἶδος Εὐχολογίου. «Διατύπωσις Ἐκκλησίας καὶ κλήρου, [...]. Σὺ δὲ ὁ ἐπίσκοπος …», [PG 1, 724]. «Εἰ δέ τις κατὰ ἄγνοιαν μεταλάβοι, τοῦτον τάχιον στοιχειώσαντες μυήσατε, ὅπως μὴ καταφρονητὴς ἐξέλθοι», [PG 1, 1017]· «Εὐχαριστία μυστική. [...] περὶ μὲν τῆς εὐχαριστίας οὕτω λέγοντες· Εὐχαριστοῦμέν Σοι, Πάτερ ἡμῶν, [...]».Φυσικὰ ἐδῶ ἀναφέρεται σὲ μυστικὴ εὐχὴ τῶν Ἱερέων. «Εὐχαριστία ἐπὶ τῇ θείᾳ μεταλήψει. Μετὰ δὲ τὴν μετάληψιν, οὕτως εὐχαριστήσατε» [PG 1, 1017]. Φυσικὰ ἐδῶ ἀναφέρεται σὲ μυστικὴ εὐχὴ τῶν Ἱερέων. «Ἐπιτρέπετε δὲ καὶ τοῖς πρεσβυτέροις ὑμῶν, εὐχαριστεῖν», [PG 1, 1020]. 379 Στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ὁ Ἱερεὺς τελοῦσε μυστικῶς τὴν μυστικὴν θυσίαν, καὶ ὁ λαὸς ἦταν ὄρθιος (ἐστώς), καὶ προσευχόμενος ἡσύχως, δηλ. μυστικῶς, μέσα του, διὰ τῶν ἰδίων του προσευχῶν καὶ αἰτημάτων ἕκαστος, καὶ πρὸ παντὸς διὰ τῶν διὰ Προσφωνήσεων Εὐχῶν τοῦ Διακόνου μὲ τὸ Κύριε ἐλέησον. 380 Οἱ διακόνισσες (ἔπρεπε νὰ εἶχαν συμπληρώσει τό 40όν ἕτος γιὰ νὰ γίνουν, [PG 114, 284]) δὲν εἶχαν ἱερωσύνη: «Διακόνισσα οὐκ εὐλογεῖ· ἀλλ’ οὐδέ τι ὧν ποιοῦσιν οἱ πρεσβύτεροι, ἢ οἱ διάκονοι, ἐπιτελεῖ, ἀλλ’ ἢ τοῦ φυλάττειν τὰς θύρας [τῶν γυναικῶν], καὶ ἐξυπηρετεῖσθαι τοῖς πρεσβυτέροις ἐν τῷ βαπτίζεσθαι τὰς γυναῖκας, διὰ 378 – 192 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἐδὼ βλέπουμε ὄχι ἕνα ἰδιαίτερο ἐκφωνούμενο κέλευσμα ἐν ὥρᾳ τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ μιὰ Διάταξιν τῆς Λειτουργίας πρὸς χρῆσιν/γνῶσιν τῶν Ἱερέων καὶ Κληρικῶν (οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν σειρά τους θὰ ἐνημέρωναν τοὺς λαϊκούς, εἰς ὅσα τοὺς ἀφοροῦν). τὸ εὐπρεπές», [PG 1, 1125]. Ἐδὼ καὶ αἰῶνες ὅμως οὐτε φύλαξις θυρῶν γυναικῶν γίνεται, καὶ εἶναι τόσες πολλὲς οἱ πιστὲς γυναῖκες στὶς Βαπτίσεις γυναικῶν, ποὺ βοηθοῦν αὐτές. Γιὰ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἐνωρίς ἐγκατέλειψε αὐτὸν τὸν θεσμό τῶν Διακονισσῶν. – 193 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Β 24 Διαταγαὶ Ἀποστόλων, Βιβλίον Ηʹ, «Ἐπίκλησις τῶν πιστῶν», [PG 1, 1089] «Τὰ παιδία δὲ στηκέτωσαν πρὸς τῷ βήματι, καὶ διάκονος αὐτοῖς ἕτερος ἔστω ἐφεστώς, ὅπως μὴ ἀτακτῶσι. Καὶ ἄλλοι διάκονοι περιπατείτωσαν, καὶ σκοπείτωσαν τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναῖκας, ὅπως μὴ θόρυβός τις γένηται, καὶ μή τις νεύσῃ, ἢ ψιθυρίσῃ, ἢ νυστάξῃ. Οἱ δὲ διάκονοι ἱστάσθωσαν εἰς τὰς τῶν ἀνδρῶν θύρας, καὶ οἱ ὑποδιάκονοι εἰς τὰς τῶν γυναικῶν· ὅπως μήτις ἐξέλθοι, μήτε ἀνοιχθῇ ἡ θύρα, κἂν πιστός τις ᾖ, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Ἀναφορᾶς381. Εἷς δὲ ὑποδιάκονος διδότω ἀπόνιψιν χειρῶν τοῖς ἱερεῦσι, σύμβολον καθαρότητος ψυχῶν Θεῷ ἀνακειμένων». Ἐδὼ (βιβλίον Ηʹ) βλέπουμε μιὰ διαφορετικὴ παράδοση (ἀποστολικὴ παράδοση τοῦ Ἁγίου Ἰππολύτου Ῥώμης), ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἴδαμε προηγουμένως στὸ Βιβλίον Βʹ «Διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων»382. Οἱ διάκονοι στέκονται στὶς (ἐξωτερικὲς) θύρες τῶν ἀνδρῶν, καὶ οἱ ὑποδιάκονοι στῶν γυναικῶν. Καὶ ἐδῶ πάντως βλέπουμε ὄχι ἕνα ἰδιαίτερο ἐκφωνούμενο κέλευσμα ἐν ὥρᾳ τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ μιὰ Διάταξιν τῆς Λειτουργίας πρὸς χρῆσιν/γνῶσιν τῶν Ἱερέων καὶ Κληρικῶν (οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν σειρά τους θὰ ἐνημέρωναν τοὺς λαϊκούς, εἰς ὅσα τοὺς ἀφοροῦν). Οἱ ἐξωτερικὲς θύρες φυλάγονται κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Ἀναφορᾶς νὰ μὴν τυχὸν ἀνοιχθοῦν, γιὰ νὰ μὴν ἀποσπαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Πιστῶν, σὲ αὐτὴν τὴν ἱερὴ χρονικὴ περίοδο. Προφανῶς οἱ διατάξεις αὐτὲς τῶν Διαταγῶν τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρονται σὲ μεγάλους Μητροπολιτικοὺς Ναοὺς μὲ ἱκανὸ ἀριθμὸ Διακόνων, καὶ Ὑποδιακόνων. Ὅπως εἴδαμε, ὁ κβʹ κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ὁμιλεῖ περὶ διαρκοῦς φυλάξεως τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν, ὄχι μόνον κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Ἀναφορᾶς. 382 πρωτ. Θεόδωρος Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», ὅ.π., σ. 545, ὑποσ. 27. 381 – 194 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Β 25 Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (9-96), Μυστήριον συνάξεως, [PG 3, 425C-428A] Μυστήριον συνάξεως εἴτ’ οὖν κοινωνίας, [PG 3, 425C-428A, Κεφ. Γʹ 2]383. «Ὁ μὲν ἱεράρχης εὐχὴν ἱερὰν ἐπὶ τοῦ θείου θυσιαστηρίου τελέσας, ἐξ αὐτοῦ τοῦ θυμιᾶν ἀρξάμενος ἐπὶ πᾶσαν ἔρχεται τὴν τοῦ ἱεροῦ χώρου384 περιοχήν· ἀναλύσας δὲ πάλιν ἐπὶ τὸ θεῖον θυσιαστήριον ἀπάρχεται τῆς ἱερᾶς τῶν ψαλμῶν μελῳδίας συνᾳδούσης αὐτῷ τὴν ψαλμικὴν ἱερολογίαν ἁπάσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακοσμήσεως. Ἑξῆς δὲ διὰ τῶν λειτουργῶν385 ἡ τῶν ἁγιογράφων δέλτων ἀνάγνωσις ἀκολούθως γίνεται, καὶ μετὰ ταύτας ἔξω γίνονται τῆς ἱερᾶς περιοχῆς οἱ κατηχούμενοι καὶ πρὸς αὐτοῖς οἱ ἐνεργούμενοι καὶ οἱ ἐν μετανοίᾳ ὄντες, μένουσι δὲ οἱ τῆς τῶν θείων ἐποψίας καὶ κοινωνίας ἄξιοι. Τῶν λειτουργῶν386 δὲ οἱ μὲν ἑστᾶσι παρὰ τὰς τοῦ ἱεροῦ πύλας συγκεκλεισμένας, οἱ δὲ ἄλλο τι τῶν τῆς οἰκείας τάξεως ἐνεργοῦσιν, οἱ δὲ τῆς λειτουργικῆς διακοσμήσεως ἔκκριτοι387 σὺν τοῖς ἱερεῦσιν ἐπὶ τοῦ θείου θυσιαστηρίου προτιθέασι τὸν ἱερὸν ἄρτον καὶ «Τὸ τῆς εὐλογίας ποτήριον» προομολογηθείσης ὑπὸ παντὸς τοῦ τῆς ἐκκλησίας πληρώματος τῆς καθολικῆς ὑμνολογίας. Πρὸς οἷς ὁ θεῖος ἱεράρχης εὐχὴν ἱερὰν τελεῖ καὶ τὴν ἁγίαν εἰρήνην ἅπασι διαγγέλλει· καὶ, ἀσπασαμένων ἀλλήλους ἁπάντων ἡ μυστικὴ τῶν ἱερῶν πτυχῶν ἀνάρρησις ἐπιτελεῖται. Καὶ, νιψαμένων τὰς χεῖρας ὕδατι τοῦ ἱεράρχου καὶ τῶν ἱερέων ὁ μὲν ἱεράρχης ἐν μέσῳ τοῦ θείου θυσιαστηρίου καθίσταται, περιεστᾶσι δὲ μόνοι μετὰ τῶν ἱερέων οἱ τῶν λειτουργῶν ἔκκριτοι387. Καὶ τὰς ἱερὰς θεουργίας ὁ ἱεράρχης ὑμνήσας ἱερουργεῖ τὰ θειότατα καὶ ὑπ’ ὄψιν ἄγει τὰ ὑμνημένα διὰ τῶν ἱερῶς προκειμένων συμβόλων· καὶ τὰς δωρεὰς τῶν θεουργιῶν ὑποδείξας εἰς κοινωνίαν αὐτῶν ἱερὰν αὐτός τε ἔρχεται388 καὶ τοὺς ἄλλους προτρέπεται. Μετασχὼν δὲ καὶ μεταδοὺς τῆς θεαρχικῆς κοινωνίας εἰς εὐχαριστίαν ἱερὰν καταλήγει τῶν πολλῶν μὲν εἰς μόνα τὰ θεῖα σύμβολα παρακυψάντων, αὐτοῦ δὲ ἀεὶ τῷ θεαρχικῷ πνεύματι πρὸς τὰς ἁγίας τῶν τελουμένων ἀρχὰς ἐν μακαρίοις καὶ νοητοῖς θεάμασιν ἱεραρχικῶς ἐν καθαρότητι τῆς θεοειδοῦς ἕξεως ἀναγομένου.» βλ. καὶ παράφρασιν Γεωργίου Παχυμέρη (1242-1310) [PG 3, 452C-453B]. ἀλλοῦ: χωροῦ (χοροῦ). 385 Λειτουργός = δημόσιος ὑπηρέτης. Ἐδὼ ὑποννοεῖ τοὺς ἀναγνώστες. Βλ. Παχυμέρη, [PG 3, 452D]. 386 Ἐδὼ ὑποννοεῖ τοὺς ὑποδιακόνους. Βλ. Παχυμέρη, [PG 3, 452D]. 387 Ἐδὼ ὑποννοεῖ τοὺς διακόνους. Βλ. Παχυμέρη, [PG 3, 452D]. 388 Ἄρα πρῶτος καὶ μόνος του κοινωνεῖ ὁ Ἱεράρχης. 383 384 – 195 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἐδὼ ὁ Ἅγιος Διονύσιος389, 390 σὲ λίγες γραμμὲς μᾶς περιέγραψε ὅλη τὴν θεία Λειτουργία. Ὅταν λέγει ὁ Ἅγιος «τὰς τοῦ ἱεροῦ πύλας συγκεκλεισμένας» μᾶλλον ἐννοεῖ τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τὰς πύλας, καὶ ὄχι τοῦ Ἱεροῦ (Βήματος). Σημειωτέον: «ὁ μὲν ἱεράρχης ἐν μέσῳ τοῦ θείου θυσιαστηρίου καθίσταται, περιεστᾶσι δὲ μόνοι μετὰ τῶν ἱερέων οἱ τῶν λειτουργῶν ἔκκριτοι». Δηλ. στὴν ἁγία Ἀναφορά, εἶναι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θυσιαστηρίου ὁ ἱεράρχης, καὶ γύρω του εἶναι μόνον οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ διάκονοι τοῦ Βήματος. Εἰκ. 25-1. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (Ἱ.Μ. Ὁσίου Λουκᾶ Στειριώτου) Γνωρίζω ὅτι εἰσὶ τινὲς μὴ ἀναγνωρίζοντες τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ὡς ἔργον τοῦ Ἁγίου Διονυσίου (σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ σύνολο πλήρωμα τῆς ἐκκλησίας (μέχρι τό 19ον αἰ.) καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες), ἀλλὰ ὡς ἑνὸς ἀνωνύμου Χριστιανοῦ Ὀρθοδόξου συγγραφέως τοῦ 5ου αἰῶνος. Ἐμᾶς μᾶς ἀρκεῖ ποὺ ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὸ ἔχουν ἀναγνωρίσει ὡς γνήσιο Ὀρθόδοξο κείμενο ἀφθάστου πνευματικότητος, καὶ πιστεύουμε ὅτι ὅντως εἶναι ἔργον τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ποὺ ἀποκαλεῖ τὸν συγγραφέα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν (δηλ. τὸν Ἅγιο Διονύσιο) «Μέγα Γέροντα». Ἴσως μὲ τὰ χρόνια νὰ ἐμπλουτίστηκε τὸ κείμενο (μέχρι αὐτὸ τοῦ 5ου αἰ. ποὺ διασώθηκε), ἀλλὰ ἡ ὀρθοδοξότητά του δὲν ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ κανέναν Ἅγιο, ἴσα ἴσα ποὺ τόσοι Ἅγιοι τὸ ἀναφέρουν. 390 Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Πρακτικά ΣΤʹ Θεολογικοῦ Συνεδρίου, Ναύπακτος, Ὀκτώβριος 2020. 389 – 196 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Παρακάτω λέγει ὁ Ἅγιος Διονύσιος [PG 3, 557C-560A]: «Σκόπει δέ, ὅτι νῦν οὐ πᾶσαι κατὰ τὸ σύνηθες αἱ καθαιρόμεναι τάξεις ἀπολύονται, μόνοι δὲ τῶν ἱερῶν ἐκβάλλονται χώρων οἱ κατηχούμενοι. Καὶ γὰρ αὕτη μὲν ἀμύητός ἐστι καθόλου πάσης ἱερᾶς τελετῆς καὶ πρὸς οὐδὲν οὐ μικρὸν οὐ μέγα τῶν ἱερῶς τελουμένων ἐποπτεύειν αὐτῇ θεμιτὸν ὡς οὐδὲ τῆς τῶν ἱερῶν ὀπτικῆς δυνάμεως μετασχούσῃ διὰ τῆς ἀρχιφώτου καὶ φωτοδότιδος θεογενεσίας. Αἱ δὲ λοιπαὶ τῶν καθαιρομένων τάξεις ἐν μυήσει μὲν ἤδη γεγόνασιν ἱερᾶς παραδόσεως· ἀνοήτως δὲ πρὸς τὰ χείρω παλινδρομήσασαι, δέον ἐπὶ τὰ πρόσω τὴν οἰκείαν ἀναγωγὴν ἀποτελειῶσαι τῶν θεαρχικῶν μὲν ὡς ἐν συμβόλοις ἱεροῖς, ἐποψιῶν καὶ κοινωνιῶν εὐλόγως ἀποδιαστέλλονται· βλαβήσονται γὰρ ἀνιέρως αὐτῶν μετέχουσαι καὶ πρὸς πλείονα τῶν θείων καὶ ἑαυτῶν ἐλεύσονται περιφρόνησιν. Οὐκ ἀπεικότως δὲ πάρεισιν ἐπὶ τοῖς νῦν τελουμένοις, ἐναργῶς ἐκδιδασκόμεναι καὶ ὁρῶσαι τὴν τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀδειλίαν θανάτου, καὶ τὰ τῶν ἁγίων γέρα πρὸς τῶν ἀληθῶν Λογίων ὑμνούμενα, καὶ τὰς ἠπειλημένας ἔσεσθαι τοῖς κατ' αὐτὰς ἀνιέροις ἀτελευτήτους ἀνίας· ἔσται γὰρ αὐταῖς ἴσως ὄφελος, ὁρώσαις τὸν ἱερῶς τετελειωμένον ὑπὸ τῆς λειτουργικῆς ἀναῤῥήσεως ὡς κοινωνὸν ὄντως ὄντα τῶν ἀπ’ αἰῶνος ἁγίων, ἱερῶς ἀνακηρυττόμενον· καὶ τάχα καὶ αὐταὶ πρὸς τὴν ὁμοίαν ἔφεσιν ἥξουσι, καὶ πρὸς τῆς λειτουργικῆς ἐπιστήμης ἐκδιδαχθήσονται, μακαρίαν ἀληθῶς εἶναι ἐν Χριστῷ τελείωσιν.» Ἐδὼ μαρτυρεῖται ὅτι «νῦν οὐ πᾶσαι κατὰ τὸ σύνηθες αἱ καθαιρόμεναι τάξεις ἀπολύονται, μόνοι δὲ τῶν ἱερῶν ἐκβάλλονται χώρων οἱ κατηχούμενοι». Δηλ. σὲ ὁρισμένες Ἐκκλησίες, ἔβγαιναν μόνον οἱ Κατηχούμενοι, ἐνῷ οἱ Ἐνεργούμενοι, οἱ Μετανοοῦντες κτλ. παρέμεναν, ὅμως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπέχουν τῆς κοινωνίας γιὰ νὰ μὴν βλαφθοῦν (Αʹ Κορ. ιαʹ 28-29). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαρτυρεῖ ὅτι ὑπῆρχαν «μετανοοῦντες» ποὺ δὲν κωλύονταν νὰ κοινωνήσουν, γιὰ αὐτὸ καὶ λέει: «δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Αʹ Κορ. ιαʹ 28-29). – 197 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Στὶς Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων βλέπουμε τὶς τάξεις: - τῶν Κατηχουμένων [PG 1, 1076], - τῶν Ἐνεργουμένων391 [PG 1, 1080], - τῶν ἐν Μετανοίᾳ [PG 1, 1084], καὶ φυσικὰ - τῶν Πιστῶν [PG 1, 1085]. Ἀπὸ μιὰ δειγματικὴ ἔρευνα στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἔχουμε· Περὶ τῶν Κατηχουμένων ἔχουμε τοὺς Κανόνες: - ιαʹ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας (213-270) - εʹ τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου (315) - βʹ καί ιδʹ τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325) - ιθʹ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (364) - κʹ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (+379) - ζʹ τῆς Βʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381) - αʹ, βʹ, δʹ, στʹ τοῦ ἁγίου Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας (+384) - ϟεʹ καί ϟζʹ τῆς ΣΤʹ (Πενθέκτης) Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691) - κθʹ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου Κων/πόλεως (748-828). Περὶ τῶν πεπτωκότων / μετανοούντων τοὺς Κανόνες: - ζʹ τοῦ ἁγίου Πέτρου Ἀλεξανδρείας (+311) - γʹ, δʹ, εʹ, στʹ, ζʹ, ηʹ κλπ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου (314) - αʹ τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου (315) - ιαʹ, ιβʹ τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325) - ιθʹ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (364) 391 ἀλλιῶς· Χειμαζομένων, [PG 1, 1105]. – 198 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» - δʹ, κβʹ, λδʹ, νζʹ, νηʹ, νθʹ, ξδʹ, ξστʹ, οζʹ, πγʹ, πδʹ κλπ. τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (+379) - πζʹ τῆς ΣΤʹ (Πενθέκτης) Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691). Νομίζουμε οἱ τάξεις τῶν Χριστιανῶν ξεκίνησαν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἀποστόλους. Ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ διαφορετικὰ μᾶλλον σὲ διαφορετικοὺς τόπους/ἐκκλησίες, ἀτόνησε παντελῶς ἡ ἔξοδος τῶν τάξεων πλὴν τῶν Κατηχουμένων (λόγῳ τῆς πνευματικῆς χαλάρωσης ἐν γένει τῶν Χριστιανῶν, καὶ τῶν ἐπακολούθων αὐτῆς ὅπως, ντροπῆς-ἐγωϊσμοῦ, στιγματισμοῦ ἀνθρώπων, π.χ. βλ. λδʹ Κανόνα Μ. Βασιλείου). Θὰ δοῦμε ἀργότερα ὁ Ἅγιος Ἰωάνης Χρυσόστομος (+407) μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη μετανοούντων στοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους καταλάβαινε ἐπειδὴ ἀπεῖχαν τῆς θείας Κοινωνίας (ἄρα ἦσαν μετανοοῦντες). – 199 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 26 Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (9-96), Ἐπιστολή Ηʹ. Δημοφίλῳ θεραπευτῇ, [PG 3, 1088D-1089B] Ἐπιστολή Ηʹ. Δημοφίλῳ θεραπευτῇ [μοναχῷ]392. Περὶ ἰδιοπραγίας καὶ χρηστότητος, [PG 3, 1088D-1089B]. «Καὶ γὰρ οὐχ ἁπλῶς ἁπάντων μὲν ἐξῄρηνται τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων· πλησιάζει δὲ μᾶλλον αὐτοῖς ὁ τῶν ἱεροτελεστῶν διάκοσμος393, εἶτα τῶν ἱερέων ἡ διακόσμησις394, ἑπομένως δὲ τούτοις ἡ τῶν λειτουργῶν385· τοῖς δὲ τεταγμένοις θεραπευταῖς αἱ πύλαι τῶν ἀδύτων εἰσὶν ἀφωρισμέναι, καθ’ ἃς καὶ τελοῦνται καὶ παρεστᾶσιν, οὐ πρὸς φυλακὴν αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς τάξιν καὶ ἐπίγνωσιν ἑαυτῶν μᾶλλον τῷ λαῷ παρὰ τοὺς ἱερατικούς πλησιάζοντες», [PG 3, 1088D-1089A]. Ἐδὼ λέει ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὅτι ἐξαιροῦνται ἅπὸ τὸ Ἱερὸν (καὶ φυσικῶς, καὶ ὀπτικῶς, ἀφοῦ εἶναι «ἄδυτα») ὅλοι πλὴν τῶν Κληρικῶν. Τὸ Ἱερὸν εἶναι μόνον γιὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς, Πρεσβυτέρους καὶ Διακόνους. Γιὰ τοὺς Μοναχούς (Θεραπευτές), καὶ φυσικὰ καὶ γιὰ τὸν Λαό, οἱ Θύρες τοῦ Ἱεροῦ, τὰ ἅγια θύρια, αἱ «πύλαι τῶν ἀδύτων» εἶναι ἀπροσπέλαστες. Καὶ συνεχίζει: «Καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸ θεῖον συμβολικῶς ἀεὶ παρεστηκότες θυσιαστήριον, ὁρῶσι καὶ ἀκούουσι τὰ θεῖα τηλαυγῶς αὐτοῖς ἀνακαλυπτόμενα, καὶ προϊόντες ἀγαθοειδῶς ἐπὶ τὰ ἔξω τῶν θείων παραπετασμάτων, τοῖς ὑπηκόοις θεραπευταῖς, καὶ τῷ ἱερῷ λαῷ, καὶ ταῖς καθαρομέναις τάξεσιν, ἐκφαίνουσι κατ’ ἀξίαν τὰ ἱερὰ, τὰ καλῶς ἄχραντα διαφυλαχθέντα [...]», [PG 3, 1089A]. Ἐδὼ ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἀναφέρει ξεκάθαρα ὅτι τὸ Ἱερὸν χωρίζεται ἀπὸ τὸν κυρίως Ναὸ ἀπὸ τὰ θεῖα Παραπετάσματα. Βλ. καὶ παρακάτω εἰς τὸ κεφάλαιον 51, τὸ σχόλιον τοῦ Ἁγίου Μαξίμου. Θεραπευτῆς = Μοναχός. Οἱ Διάκονοι. 394 Οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ Πρεσβύτεροι. 392 393 – 200 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 27 Εὐσέβιος Καισαρείας (265-340), [PG 20, 865C] Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας γράφει σχετικὰ γιὰ τὸ Σύνθρονον, τὴν Ἁγία Τράπεζα, καὶ γιὰ τὸ φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου/Σολέα (τὸν μνημονεύει καὶ ὁ Ὀρλάνδος395), στὴν κατασκευὴ Ἐκκλησίας στὴν Τύρο ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Τυρίων Παυλῖνο, [PG 20, 865C]: «Ἀλλὰ γὰρ καὶ τὸν νεὼν [ναόν] ἐπιτελέσας, θρόνοις τε τοῖς ἀνωτάτω εἰς τὴν τῶν προέδρων τιμήν, καὶ προσέτι βάθροις ἐν τάξει τοῖς καθ’ ὅλου κατὰ τὸ πρέπον κοσμήσας, ἐφ’ ἅπασί τε τὸ τῶν ἁγίων Ἅγιον θυσιαστήριον [Ἁγία Τράπεζα] ἐν μέσῳ θεὶς, αὖθις καὶ τάδε ὡς ἂν εἴη τοῖς πολλοῖς ἄβατα, τοῖς ἀπὸ ξύλου περιέφραττε δικτύοις, εἰς ἄκρον ἐντέχνου λεπτουργίας ἐξησκημένοις, ὡς θαυμάσιον τοῖς ὁρῶσι παρέχειν τὴν θέαν». Ἄρα μᾶς περιγράφει τὴν Ἁγία Τράπεζα στὸ μέσον τῆς ὑπερυψωμένης Κόγχης, εἰς τὸν τοῖχον τῆς ὁποίας ἦσαν οἱ ἀνώτατοι θρόνοι τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τῶν βοηθῶν του, καὶ ἔνθεν κἀκεῖθεν τὰ βάθρα (ἔδρανα, ἁπλοὶ πάγκοι)18 τῶν Πρεσβυτέρων. Τὰ ξύλινα ἔντεχνα δικτυωτὰ φράγματα εἶχαν τὸν σκοπόν νὰ καταστήσουν ἄβατον στοὺς Λαϊκοὺς τὸ δυτικὸν πρεσβυτέριον (σολέα), ἦταν φράγμα δηλαδή, καὶ δὲν ἦταν φράγμα τοῦ Βήματος (τὸ ὁποῖον ἦταν τὸ Καταπέτασμα), ἀλλὰ ἦταν τὸ φράγμα τοῦ δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα). Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ ..., ὅ.π., σ. 32: «τὸ Ἅγιον Θυσιαστήριον (ἁγία Τράπεζα) χωριζόμενον ἀπὸ τοῦ ἐκκλησιάσματος διὰ ξυλίνων δικτύων, εἰς ἄκρον ἐντέχνου λεπτουργίας». 395 – 201 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 28 Ἅγιος Μακάριος Ἱεροσολύμων396 (+335) – Κανονικὴ Ἐπιστολὴ εἰς τοὺς Ἀρμενίους, γιὰ τὴν θέσπιση Κανονικῶν Διατάξεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας397 Ὁ Ἅγιος Μακάριος εἶχε στείλει αὐτὴν τὴν Ἐπιστολή (δὲν διασώζεται τὸ ἀρχικὸ Ἑλληνικὸ κείμενο, ἀλλὰ ἡ μετάφρασή του στὰ Ἀρμένικα) στὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἀρμενίας (327-342) Βρτάνη398 (Vrt‘anēs) ὡς ἀπάντηση στὴν Ἐπιστολὴ τοῦ τελευταίου (τὴν εἶχε στείλει διὰ ἀντιπροσωπείας του στὰ Ἱεροσόλυμα) ποὺ ζητοῦσε διευκρινίσεις ἐπὶ διαφόρων, καὶ λειτουργικῶν θεμάτων, ὅπως στὴν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας397, 399, 400. «Ἡ ἁγία Τράπεζα βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα401, ὅπου κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ ἡ Κολυμβήθρα εἶναι τοποθετημένη στὸν ἴδιο χώρο δεξιὰ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Καὶ οἱ Κληρικοὶ στὶς διάφορες τάξεις τους θὰ τελοῦν ἐκεῖ τὶς ἀκολουθίες τους, καὶ ὁ λαὸς θὰ βρίσκεται ἐκτὸς τοῦ [δευτέρου] Καταπετάσματος, καὶ οἱ Κατηχούμενοι στὶς [ἐξωτερικὲς] θύρες νὰ ἀκοῦνε. Γιὰ νὰ μὴν καταπατηθοῦν αὐτοὶ οἱ διαχωρισμοὶ (τῶν τάξεων), ἂς μένει ὁ καθένας στὴν δική του θέση ἄμεμπτος»402. Ὁ Ἅγιος Μακάριος Αʹ Ἱεροσολύμων ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸ 312 ὡς τό 335. Ἔλαβε μέρος στὴ Αʹ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325). Ὁ Ἑρμείας Σωζόμενος ὁ Σαλαμίνιος τὸν ἀναφέρει πρῶτον, [PG 67, 912]. Βοήθησε τὴν Ἁγία Ἑλένη στὴν ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου μετὰ τὴν Αʹ Οἰκ. Σύνοδο, καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ εἰκονίζεται νὰ ὑψώνει τὸν Τίμιο Σταυρὸ στίς 14/9. 397 Abraham Terian, Macarius of Jerusalem: Letter to the Armenians, AD 335 (Avant Series, 4), St. Vladimir’s Seminary Press, St. Nersess Armenian Seminary, 2008. 398 Μεγαλύτερος υἱὸς καὶ δεύτερος διάδοχος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Φωτιστοῦ τῆς Ἀρμενίας. 399 Tim Greenwood, Macarius of Jerusalem: Letter to the Armenians, AD 335. Introduction, Text, Translation and Commentary, Journal of Early Christian Studies, Vol. 17, No. 4, 2009, pp. 671-672 (Review), The Johns Hopkins University Press. 400 Veil of Separation: The Altar Curtain in the Armenian Church. 15/6/2023. 401 Οἱ Ἀρμένιοι καὶ σήμερα ἔχουν Καταπέτασμα ποὺ χωρίζει τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸν Λαό, σ. 350, ἀλλὰ σήμερα, κρίμασι παρομίοις μὲ τὰ δικά μας, δὲν κλείνει στὴν Ἀναφορά. 402 Σύμφωνα μὲ τὴν ἀγγλικὴ μετάφραση τοῦ Abraham Terian ὁ Ἅγιος Μακάριος ἔγραψε: “The table of expiation is behind the veil, where the Holy Spirit descends; and the font is next to it in the same compartment, and out of honor set up on the right hand. And the clergy in their several ranks shall worship (there), and the congregation outside the veil, and the catechumens at the door, listening. Lest these partitions be effaced by encroachments, let each remain in his own station irreproachable.” 396 – 202 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἐδῶ ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὅπως τὸ ἀναλύει ὁ Terian, ὁμιλεῖ γιὰ δύο σειρὲς καταπετασμάτων, ἡ μία μεταξύ τῆς Ἁγίας Τράπεζας καὶ τοῦ χώρου τῶν Κληρικῶν (chancel, Σολέας), καὶ ἡ ἄλλη μεταξὺ τοῦ χώρου τῶν Κληρικῶν καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ.403 Καὶ ἐπεξηγεῖ περαιτέρω ὁ Terian ὅτι: «Ἡ χρήση τῶν Καταπετασμάτων / Βήλων στὶς Βυζαντινὲς Ἐκκλησίες εἶναι προγενέστερη τοῦ Τέμπλου»404. Σημειωθήτω ὅτι αὐτὴ ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου δὲν σημαίνει ὅτι τότε ἐγκαθίδρυσε τὰ Καταπετάσματα, ἁπλὰ ἐπιβεβαίωσε τὰ ἤδη ὑπάρχοντα, καθὼς οἱ Ἀρμένιοι ζητοῦσαν περαιτέρω διευκρινίσεις ἐπὶ τῆς Παραδόσεως ποὺ εἶχαν λάβει καὶ ἀκολουθοῦσαν. Πρβλ. Guillaume Durandus, 13ος αἰ., σ. 278. «Equally noteworthy is the mention of veils as partitions not only between the altar and the chancel but also between the chancel and the nave, a partition between the clergy and the laity (228.7-8)», Abraham Terian, Macarius of Jerusalem: Letter to the Armenians, AD 335, σ. 58. 404 Abraham Terian, Macarius of Jerusalem…, ὅ.π., σ. 58. 403 – 203 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 29 Κωνστάντιος Βʹ Αὐτοκράτωρ (337-361), Ἀπλώματα καὶ Ἀμφίθυρα, Πασχάλιον405 [PG 92, 737A] Τούτῳ τῷ ἕτει μηνὶ Περιτίῳ406 ιεʹ καθιερώθη ἡ μεγάλη Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως407, [PG 92, 736B]. Εἰς τὰ Ἐγκαίνια προσήγαγεν ὁ Βασιλεὺς Κωνστάντιος Αὔγουστος ἀναθέματα πολλά, κειμήλια χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ μεγάλα καὶ διάλιθα χρυσυφῆ ἀπλώματα [παραπετάσματα] τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου πολλά, ἔτι μὴν καὶ εἰς τὰς θύρας τῆς ἐκκλησίας408 Ἀμφίθυρα [πρόκειται γιὰ τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ] χρυσᾶ διάφορα καὶ εἰς τοὺς πυλεῶνας τοὺς ἔξω χρυσυφῆ ποικίλα· [...], [PG 92, 737A]. Τὰ «ἁπλώματα» εἶναι τὰ παραπετάσματα τοῦ Κιβωρίου.409 Βλέπουμε ἐδῶ τὴν χρήση τῆς λέξεως Ἀμφίθυρα, ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ εἶναι τὰ ἅγια θύρια τῆς Ἐκκλησίας (τοῦ Ἱεροῦ), σ. 211. Καὶ μόνη αὐτὴ ἡ μαρτυρία τῶν ἀμφιθύρων, φτάνει γιὰ νὰ μᾶς πείσει στὴν ὕπαρξη Καταπετασμάτων ἀνάμεσα στὶς κιγκλίδες/κίονες τοῦ τότε Τέμπλου. Ἀφοῦ οἱ κεντρικοὶ Κίονες ἔχουν Ἀμφίθυρα (κοινῶς πόρτες), τὰ κενὰ τῶν λοιπῶν Κιόνων θὰ ἔμεναν ἀκάλυπτα; Φυσικά ὄχι, καλύπτονται τὰ κενὰ ἀρχικὰ μὲ Καταπετάσματα μὲ διάφορα θρησκευτικά σχέδια καὶ φυσικά τον Σταυρό (ἀργότερα καλύπτονται μὲ εἰκόνες). Δεῖτε καὶ τὶς φωτογραφίες στὸν Ἅγιο Μάρκο Βενετίας καὶ συγκρίνετε μὲ τὴν σημερινὴ κατάσταση, κεφ. 87. Πασχάλιον, Chronicon Paschale, PG 92. Περίτιος εἶναι ὁ 4ος μῆνας κατὰ τὸ ἀρχαῖο Μακεδονικὸ Ἡμερολόγιο. Ἀντιστοιχεῖ περίπου στὸν Ἰανουάριο. 407 Ἡ πρώτη Ἁγία Σοφία. 408 Θύρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ Ἀμφίθυρα, καλεῖ τὰ Ἅγια Θύρια τοῦ Ἱεροῦ (Ἀμφίθυρα), καὶ τὶς ἔξω ὡς «πυλεῶνας τοὺς ἔξω». Βλ. καὶ τὰ σχόλια στὸν Ἅγ. Ἰωάννη Χρυσόστομο, κεφ. 36, σ. 211. 409 ἅπλωμα = καταπέτασμα. Βλ. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου - Ἰωάννου Ν. Τραυλοῦ, Λεξικὸν Ἀρχαίων Ἀρχιτεκτονικῶν Ὄρων, ΒΑΕ 94, Ἀθῆναι 1986, σ. 30. 405 406 – 204 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 30 Ἁγίου Μεγάλου Ἀθανασίου (357) – Ἐπιστολὴ πρὸς μοναχοὺς τὰς δυσεβείας τῶν Ἀρειανῶν καθιστοροῦσα (Historia Arianorum) 56 [PG 25, 760] Ἐπιστολὴ πρὸς μοναχοὺς τὰς δυσεβείας τῶν Ἀρειανῶν καθιστοροῦσα (History of the Arians, 56), [PG 25, 760]· «56. Εἶτα, ὡς τὸ ὅλον τῆς ἐντολῆς πληροῦντες (τοῦτο γὰρ ἦν τὸ σπουδαζόμενον, τοῦτο καὶ κόμης καὶ ὁ Καθολικὸς παρήγγελον), ἁρπάσαντες τὰ συμψέλλια410, καὶ τὸν θρόνον, καὶ τὴν τράπεζαν (ξυλίνη γὰρ ἦν), καὶ τὰ βῆλα τῆς ἐκκλησίας, τά τε ἄλλα, ὅσα ἠδυνήθησαν, ἐξενέγκαντες, ἔκαυσαν ἔμπροσθεν τοῦ πυλῶνος ἐν τῇ πλατείᾳ τῇ μεγάλῃ, καὶ λίβανον ἐπέβαλον». Τὰ βῆλα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶναι τοῦ Ἱεροῦ καὶ τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου. Διότι καὶ τὰ ἄλλα ποὺ ἀναφέρει ὅλα εἶναι τοῦ Ἱεροῦ. Βεβηλώσανε τὸ Ἱερόν, οἱ αἱρετικοί Ἀρειανοί, καὶ κάψανε τὰ συμψέλλια καὶ τὸν θρόνον (σύνθρονον), τὰ στασίδια τῶν πρεσβυτέρων, καὶ τὴν ἁγίαν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ τὰ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ (τοὺς ἐνοχλοῦσαν)! Εἰκ. 30-1. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας. Εἰκὼν ἀπὸ τό toeilhtarion. Συμψέλλια = πάγκοι (στασίδια). Ἀπὸ τὸ λατινικό subsellium· εἶναι οἱ πάγκοι τῶν πρεσβυτέρων ἑκατέρωθεν τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου. 410 – 205 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Β 31 Σύνοδος τῆς Λαοδικείας (364) – ΚΒʹ Κανών «Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτην ὀράριον φορεῖν, οὐδὲ τὰς θύρας ἐγκαταλιμπάνειν». Ἐρμηνεία Ἰω. Ζωναρᾶ (1074-1145): «[...] τοῖς γοῦν ὑπηρέταις ἤτοι τοῖς ὑποδιακόνοις411, οὐκ ἐφεῖται φορεῖν ὡράριον. Τοῦτο γὰρ τῶν διακόνων ἐστί. Τὸ δὲ μὴ ἐγκαταλιμπάνειν τὰς θύρας τοιοῦτόν ἐστι, τὸ παλαιὸν περὶ τὰς θύρας ὑπηρέτουν τῶν ἐκκλησιῶν, ἐκβάλλοντες τοὺς κατηχουμένους, καὶ τοὺς ἐν μετανοίᾳ, ὅτε ἔδει. Διὸ καὶ νῦν αὐτοὶ ἐκφωνοῦσι, τό, οἱ κατηχούμενοι προέλθετε. Εἰ καὶ νῦν οὐ περὶ τὰς θύρας ἀσχολοῦνται, οὐ θαυμαστόν. Πολλοὶ <Πολλὰ> γὰρ τῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάλαι γενομένων νῦν ἄλλως ἐκράτησε γίνεσθαι.»412, 413 Ἐρμηνεία Πατρ. Ἀντιοχείας Θεοδ. Βαλσαμῶνος (1140-1190): «[...] δέδο(κ)ται καὶ τοὺς ὑποδιακόνους τὰς θύρας τῶν ἐκκλησιῶν κατέχειν, καὶ εἰσάγειν καὶ ἐξάγειν τοὺς κατηχουμένους καὶ τοὺς ἐν μετανοίᾳ· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ σήμερον παρὰ τῶν ὑποδιακόνων λέγεται [δὲν μᾶς λέγει πότε λέγεται414] τό, ὅσοι πιστοί, δηλονότι οἱ μὴ πιστοί, ἀλλὰ κατηχούμενοι ὅντες, ἐξέλθετε415· οἱ δὲ πιστοί, ἵστασθε, ὀψόμενοι τὴν τῶν ἁγίων μυστηρίων θυσίαν». Βλέπουμε ἀπὸ τὴν σημαντικότατη Σύνοδο τῆς Λαοδικείας (364) ὅτι οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ ἐφυλάσσοντο καθόλην τὴν διάρκειαν τῶν Ἀκολουθιῶν. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος λέγει ὅτι ὁ ὑπηρέτης δὲν εἶναι ὁ ὑποδιάκονος, βλ. ὑποσημείωσιν ΙΕʹ Κανόνος τῆς ΣΤʹ Οἰκ. Συνόδου, Πηδάλιον 1886, σ. 193. —Ὁ Ζωναρᾶς καὶ ὁ Βαλσαμὼν ἀντιθέτως, λέγουν ὅτι Ὑπηρέται λέγονται οἱ Ὑποδιάκονοι (βλ. ΚΑʹ Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ). 412 Συνοδικόν, ἤτοι Πανδέκτης τῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Συνόδων ποὺ δέχεται ἡ (Ἑλληνικὴ) Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, καθὼς καὶ τῶν Ἐπιστολῶν τῶν Κανονικῶν Πατέρων ... (Pandectae canonum S. S. apostolorum, conciliorum, ab ecclesia Graeca receptorum ...)», τόμ. 1, σ. 463, Λονδίνο 1672. 413 [PG 137, 1371-1372]. 414 Λεγόταν (τό Ὅσοι Πιστοί) στὴν Ἁγία Ἀναφορά γιὰ νὰ κάνουν ἡσυχία καὶ νὰ προσεύχονται μυστικῶς (μέσα τους) οἱ Πιστοί, ἄρα δὲν ἔχει σχέση μὲ τοὺς Κατηχούμενους ποὺ ἔχουν βγεῖ πρὸ πολλοῦ, βλ. παρακάτω στὴν ἀνάλυση τῆς Προθεωρίας [PG 140, 445D]. 415 Ἡ ἑκατὸ χρόνων προγενέστερη τοῦ Βαλσαμῶνος Προθεωρία μᾶς δίνει ἄλλη ἐξήγηση (καὶ μᾶλλον ἐπικρατέστερη) γιὰ τὸ Ὅσοι πιστοί τῶν ὑποδιακόνων: ἐκφωνοῦν τὸ Ὅσοι πιστοί, ὅπως οἱ θεῖοι Πατέρες διέταξαν, γιὰ νὰ νουθετοῦν τοὺς ταραχοποιοὺς «τοὺς ἀναιδῶς καὶ ἀνερυθριάστως ὧδε κἀκεῖσε περιτρέχοντας ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀφελεστέρων» κτλ., βλ. παρακάτω στὴν ἀνάλυση τῆς Προθεωρίας [PG 140, 445D]. 411 – 206 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὁ Ἰω. Ζωναρᾶς μᾶς λέει ὅτι τὸ πάλαι, τό οἱ κατηχούμενοι προέλθετε416, λεγόταν ἀπὸ τοὺς ὑποδιακόνους. Καὶ ὁ Βαλσαμὼν μᾶς λέγει γιὰ τὸ ὅσοι πιστοί.417 Α 32 Κανόνες τοῦ Ἁγίου Ἱππολύτου (The Canons of Hippolytus)418 419 , σχετικὰ μὲ τὸ Καταπέτασμα (Δʹ αἰ.) Κανών 29. ... Κανένας δὲν πρέπει νὰ μιλάει τὸ παραμικρὸ πίσω (μέσα) ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα, ἐκτὸς τὰ τῆς Ἀκολουθίας. Κανών 36. ... Ὁ ἱερεὺς ποὺ παίρνει τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς γῆς ἀπὸ ἄνθρωπο γιὰ νὰ τοὺς εὐλογήσει, θὰ δώσει εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ αὐτούς, πρώτα ἔξω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα, καὶ αὐτὸς ποὺ τὰ ἔφερε θὰ παραμένει ὄρθιος. ... . Ἐδὼ ὡς Καταπέτασμα ὑποννοεῖται τὸ Καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸ δυτικὸν τμῆμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), ἐντὸς τοῦ ὁποίου καὶ οἱ Ψάλται, ἀπὸ τὸν κυρίως Ναόν. Νῦν δὲ λέγεται παρὰ τῶν Διακόνων· ἔπαυσαν νὰ φυλάγωνται οἱ ἐξωτερικὲς θύρες. Αὐτὸ λεγόταν στὶς Μυστικὲς Εὐχές, ἤτοι στὴν Ἁγία Ἀναφορά. Βλ. Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ἤτοι τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως), [D I, σσ. 171-172, Τάξις κατὰ τὸ τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, χφ. τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Σκήτης τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου, 15ου αἰ. ἀντιγράφων ἀρχαῖαν παράδοσιν]. 418 The Canons of Hippolytus, ed. by Paul Bradshaw, translated by Carol Bebawi, Gorgias Press 2010. Περιέχει στὸν Πρόλογο σχόλια καὶ τὴν ἰστορία τοῦ κειμένου. 419 L. Duchesne, Christian worship: Its origin and evolution – A study of the Latin Liturgy up to the time of Charlemagne, 1904 (translated by M. L. McClure), σσ. 524-542. 416 417 – 207 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 33 Ἁγίου Μεγάλου Βασιλείου (330-379) – Θεοδωρήτου Κύρου (393-457) Περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου [...], [PG 82, 1161] «Κεφάλαιον ΙΣΤʹ. Περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Καισαρείας ἐπισκόπου, καὶ τῶν κατ’ αὐτοῦ γεγενημένων ὑπὸ Οὐάλεντος [Βασιλέως] καὶ Μοδέστου Ὑπάρχου. [...]. Μεταμεληθεὶς δὲ ὁ Βάλης420, καὶ τὴν ἐπιβλαβῆ τῶν ὅρκων ἀλήθειαν λογισάμενος, εἴς τε τὸν θεῖον νεὼν [ναόν] εἰσελήλυθε, καὶ τῆς τοῦ μεγάλου Βασιλείου διδασκαλίας ἀπήλαυσε, καὶ τῷ θυσιαστηρίῳ τὰ εἰωθότα προσενήνοχε δῶρα. Καὶ εἴσω δὲ αὐτὸν τῶν θείων παραπετασμάτων421 ἔνθα καθῆστο κελεύσας γενέσθαι, πολλοὺς πρὸς αὐτὸν περὶ τῶν θείων δογμάτων ἐποιήσατο λόγους, καὶ δὴ λέγοντος ἤκουε». Προφανῶς εἶναι τὰ Καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ. Οὐάλης ἢ Βάλης (Flavius Iulius Valens, 328 – 378) ἦτο Ῥωμαῖος αὐτοκράτορας (ἀνατολικὸ τμῆμα) ἀπὸ τό 364 ἕως τό 378. 421 Βλ. καὶ Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας: «τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος», σ. 221, Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο: «πρὶν ἰδεῖν τὰ παραπετάσματα ἀναστελλόμενα», σ. 210, κτλ.. 420 – 208 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 34 «Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (Testamentum Domini), Δʹ - Εʹ αἰ. Τό βιβλίον τοῦ Δʹ - Εʹ αἰ. «Ἡ Διαθήκη τοῦ Κυρίου» (Testamentum Domini)422, 423 λέγει γιὰ τὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διασώζει ὁ Ὀρλάνδος173: «Ἡ Ἁγία Τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ καταπέτασμα (βῆλον) ἐκ καθαρᾶς βήσσου ἐπειδὴ εἶναι ἄσπιλος, διὰ βήλου δ’ ὡσαύτως πρέπει νὰ καλύπτεται τὸ βαπτιστήριον (ἡ κολυμβήθρα)». Ὁ Ὀρλάνδος λέγει ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ Γʹ αἰ. ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐφωδιάσθη διὰ κιβωρίου, τὸ δὲ διὰ τὸν κλῆρον τμῆμα τοῦ Ναοῦ ἀπεχωρίσθη τοῦ ὑπολοίπου χώρου διὰ κιγκλίδων ἢ καταπετάσματος.424 Testamentum Domini Nostri Jesu Christi, Ignatius Ephraem II Rahmani, 1899. The Testament of our Lord, translated by J. Cooper, and A. J. MacLean, Edinburgh, 1902. 424 Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου, Ἡ ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλική…, ὅ.π. σ. 21. 422 423 – 209 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α+ 35 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407 μ.Χ.), Ὁμιλία λστʹ πρὸς Κορινθίους Αʹ· «Ὅτι τὸ τύπους εἶναι μόνον σώζομεν [...], καὶ ὅτι μεθ’ ἡσυχίας, καὶ θορύβου παντὸς ἄνευ δεῖ ἡμᾶς συνέρχεσθαι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», [PG 61, 313] «Καὶ γὰρ καὶ θρόνον τις ἰδὼν μόνον βασιλέως, ἀνίσταται τῇ ψυχῇ, προσδοκῶν τὴν ἔξοδον τοῦ βασιλέως. Καὶ σὺ τοίνυν καὶ πρὸ τοῦ καιροῦ τοῦ φρικώδους φρίξον ἐκείνου [ἐννοεῖται τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, τῆς Θείας Εὐχαριστίας], διανάστηθι, καὶ πρὶν ἰδεῖν τὰ παραπετάσματα425 ἀναστελλόμενα καὶ τὸν χορὸν τῶν ἀγγέλων προβαίνοντα, πρὸς αὐτὸν ἀνάβαινε τὸν οὐρανόν. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ταῦτα ὁ ἀμύητος· ...». Ἐδὼ ὀμιλεῖ ὁ Ἅγιος γιὰ τὸν καιρὸ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς [προσδοκῶν τὴν ἔξοδον τοῦ Βασιλέως, τὴν Θεία Κοινωνία], καὶ θεωρεῖ τὰ παραπετάσματα ἤδη κλειστά, γιὰ αὐτὸ λέει, πρὶν ἀνοίξουν [γιὰ τὴν Θ. Κοινωνία] ἀνάβαινε πνευματικὰ στὸν οὐρανό. Προφανῶς ἀναφέρεται στὰ παραπετάσματα τοῦ Ἰεροῦ ἢ τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου, διότι λέει: «πρὶν ἰδεῖν»· ἂν ἦσαν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ τοὺς κατ’ ἀνατολὰς προσευχομένους πιστούς δὲν θὰ τὰ ἔβλεπαν. 425 Εἴτε τοῦ Ἱεροῦ, εἴτε τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου, εἴτε καὶ τῶν δύο. – 210 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α+ 36 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία γʹ πρὸς Ἐφεσίους· «Περὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος, καὶ ὅτι τὸν [πιστὸν καὶ] μὴ μετέχοντα τούτου οὐ δεῖ οὐδὲ ἐπὶ τῶν Εὐχῶν τῶν ἐν τῇ Προσφορᾷ παρεῖναι», [PG 62, 29] «Ἀκούεις ἐστῶτος τοῦ κήρυκος, καὶ λέγοντος· Ὅσοι ἐν μετανοίᾳ ἀπέλθετε πάντες426. Ὅσοι μὴ μετέχουσιν [στὴν Θεία Κοινωνία], ἐν μετανοίᾳ εἰσίν. Εἰ τῶν ἐν μετανοίᾳ εἶ, μετασχεῖν οὐκ ὀφείλεις· ὁ γὰρ μὴ μετέχων, τῶν ἐν μετανοίᾳ ἐστί. Τίνος οὖν ἔνεκεν λέγει, Ἀπέλθετε, οἱ μὴ δυνάμενοι δεηθῆναι, σὺ δὲ ἕστηκας ἰταμῶς; Ἀλλ’ οὐκ εἶ τούτων, ἀλλὰ τῶν δυναμένων μετέχειν, καὶ οὐδὲν φροντίζεις; οὐδὲν ἡγῇ τὸ πράγμα; εʹ. Σκόπει, παρακαλῶ· Τράπεζα πάρεστι βασιλική, ἄγγελοι διακονούμενοι τῇ τραπέζῃ, αὐτὸς πάρεστιν ὁ Βασιλεύς, καὶ σὺ ἕστηκας χασμώμενος; [...] Πᾶς γὰρ ὁ μὴ μετέχων τῶν μυστηρίων [ὅσοι ἔμειναν στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν βγῆκαν μὲ τοὺς μετανοούντες] ἀναίσχυντος καὶ ἰταμῶς ἑστηκῶς427. Διὰ τοῦτο πρότεροι ἐκβάλλονται οἱ ἐν ἁμαρτήμασι. [...] οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα, ἐκφερομένης τῆς θυσίας [δηλ. τὴν στιγμὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς], καὶ τοῦ Χριστοῦ τεθυμένου, καὶ τοῦ προβάτου τοῦ Δεσποτικοῦ, ὅταν ἀκούσῃς, Δεηθῶμεν πάντες κοινῇ, ὅταν ἴδῃς ἀνελκόμενα τὰ Ἀμφίθυρα [ἐπρόκειτο μᾶλλον γιὰ ὑψηλὲς ἅγιες θύρες τοῦ Ἱεροῦ] τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τὸν οὐρανὸν ἄνωθεν, καὶ κατιέναι τοὺς Ἀγγέλους428. Ὥσπερ τοίνυν τῶν ἀμυήτων οὐδένα χρὴ παρεῖναι, οὕτως οὐδὲ τῶν μεμυημένων καὶ ῥυπαρῶν. [...] Οὕτω δὴ καὶ σὺ παραγέγονας· τὸν ὕμνον ᾗσας, μετὰ πάντων ὡμολόγησας εἶναι τῶν ἀξίων τῷ μὴ μετὰ τῶν ἀναξίων ἀνακεχωρηκέναι· πῶς ἔμεινας, καὶ οὐ μετέχεις τῆς τραπέζης;». Προφανῶς καὶ τὰ Ἀμφίθυρα ἀνωτέρω ἀναφέρονται στὰ ἅγια θύρια (ἢ Καταπετάσματα) τοῦ Ἱεροῦ διότι λέει «ὅταν ἴδῃς»429· οἱ θύρες τῆς ἐκκλησίας εἶναι πίσω (ἀπὸ τοὺς κατ’ ἀνατολὰς προσευχομένους πιστούς). Δηλ. ὅλες οἱ τάξεις τῶν μετανοούντων ἔβγαιναν ἔξω τότε μαζὶ μὲ τοὺς Κατηχούμενους, τοὐλάχιστον τὰ ἀρχαῖα χρόνια. 427 Φαίνεται ὑπῆρχαν μερικοὶ ποὺ δὲν ἔβγαιναν μὲ τοὺς μετανοοῦντες (ἀπὸ ντροπή, ἀναισχυντία, φόβο στιγματισμοῦ), ἀλλὰ οὔτε καὶ προσέρχονταν στὴν Θεία Κοινωνία (ἐνὼ θὰ ἔπρεπε ἀφοῦ δὲν θεωροῦσαν ἑαυτοὺς μετανοοῦντες), γιὰ αὐτὸ καὶ λέει παραπάνω: «ὁ γὰρ μὴ μετέχων, τῶν ἐν μετανοίᾳ ἐστί». 428 Τοὺς Ἀγγέλους στὴν Λειτουργία τοὺς ἔβλεπε ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅπως καὶ ὁ Ἅγ. Μάρκος ὁ Εὐγενικός καὶ τόσοι Ἅγιοι, καὶ Ἅγιοι στὶς ἡμέρες μας, π.χ. ὁ Ἅγ. Εὐμένιος, ὁ Ἅγ. Ἰάκωβος ὁ ἐν Εὐβοίᾳ, ὁ Ἅγ. Πορφύριος. 429 πρβλ. πρωτ. Θεόδωρος Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», ὅ.π., σ. 561, ὑποσ. 81. 426 – 211 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Καὶ ἐδῶ μὲ τὸν ὅρο «ἀνελκόμενα», θεωρεῖ ὅτι τὰ Ἀμφίθυρα ἦσαν ἤδη κλειστὰ καὶ ἀνοίγονται [μετὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν]. Καὶ ὁ H-J Schulz430 ἀναφερόμενος στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου· “[…] the closure of the vault, the dome-supporting canopy (ciborium) over the altar, and the chancel curtains, which when drawn aside after the epiclesis ‘allow the heavens to open and the hosts of angels to come forth’”. Δηλ. «ἡ κλεῖσις τοῦ Ἱεροῦ, τὸ Κιβώριον ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ τὰ Καταπετάσματα (κουρτίνες) τοῦ Ἱεροῦ (ἀμφίθυρα), οἱ ὁποῖες ὅταν ἄνοιγαν μετὰ τὴν ἐπίκληση» καὶ ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου· «τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τὸν οὐρανὸν ἄνωθεν, καὶ κατιέναι τοὺς Ἀγγέλους». Ὅτι ἀνοίγονται μετὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορά, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο εἶναι ξεκάθαρο. Λέει (βλ. ἀνωτέρω) πρὶν ἀνοίξουν τὰ Ἀμφίθυρα: «καὶ τοῦ Χριστοῦ τεθυμένου», ἄρα ἔγινε ἡ Ἁγία Ἀναφορά.431 Καὶ ὁ H-J Schulz ἐρμηνεύει σωστά ἀνωτέρω (σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Τρεμπέλα),432 ὅτι ἀνοίγουν τὰ Ἀμφίθυρα / Παραπετάσματα, μετὰ τὴν Ἐπίκλησιν433. Γιὰ τὰ Ἀμφίθυρα, βλ. καὶ κεφ. 29, σελ. 204, στὴν πρώτη Ἁγία Σοφία Κων/πόλεως ἐπὶ τῆς ὁποῖας ἐλειτουργοῦσε καὶ κήρυττε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Hans-Joachim Schulz, The Byzantine Liturgy, ὅ.π., σ. 33. Ἡ Στουφῆ-Πουλημένου δὲν ἔχει δίκιο (μᾶς φαίνεται βασίστηκε στὸν Τρεμπέλα) ὅταν λέει ὅτι «τὰ παραπετάσματα ἀνέλκονταν, σύρονταν πίσω, στὴν ἱερότερη καὶ «φρικωδέστερη» στιγμὴ τῆς Θείας Εὐχαριστίας πού, προφανῶς, δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ αὐτὴν τῆς Ἀναφορᾶς», Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 136. Ἡ καταλυτικὴ φράση εἶναι «καὶ τοῦ Χ ρ ι σ τ ο ῦ τεθυμένου», ἄρα ἔγινε ἡ Ἐπίκλησις, ἔγινε ἡ Ἁγία Ἀναφορά, καὶ μετὰ ἀνοίγονται (μαζεύουν) τὰ παραπετάσματα καὶ Ἀμφίθυρα. —Καὶ ὁ Τρεμπέλας παρομοίως ἔχει ἄδικο. Βλ. καὶ ὑποσ. 432. 432 Ὁ Τρεμπέλας λανθασμένα λέει στὸ ἐπίμαχο χωρίον ὅτι «ἡ δὲ ἄρσις τῶν ἀμφιθύρων εἶναι ἡ ἐπακολουθοῦσα τῇ προσκομιδῇ». Ἀφοῦ λέει «καὶ τοῦ Χ ρ ι σ τ ο ῦ τεθυμένου», δὲν λέει «καὶ τοῦ ἁγίου Ἄρτου», πρβλ. Τρεμπέλας, Αἱ Τρεῖς Λειτουργίαι, σ. 125, σημ. 36. 433 Ἐπίκλησις (Epiclesis) λέγεται ἡ Εὐχή (μέρος τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς) ἀπὸ μετὰ τοῦ Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν, μέχρι πρὸ τοῦ Ἄξιόν ἐστιν: «Μεταβαλὼν... . Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν». 430 431 – 212 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 37 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία οαʹ Πρὸς Ματθαῖον· «Οἱ δέ Φαρισαῖοι [...] Διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ;», [PG 58, 666] «Καὶ γὰρ μυστήριόν ἐστιν ἡ ἐλεημοσύνη. Κλεῖσον τοίνυν τὰς θύρας, ἵνα μή τις ἴδῃ ἅπερ ἐπιδεῖξαι οὐ θέμις. Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια τὰ ἡμέτερα τοῦτο μάλιστά ἐστιν, ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία Θεοῦ. Κατὰ γὰρ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ ὄντας ἡμᾶς ἀπειθεῖς ἠλέησε. Καὶ ἡ πρώτη δὲ δέησις ἐλέους γέμει, ὅταν ὑπὲρ τῶν ἐνεργουμένων παρακαλῶμεν· καὶ ἡ δευτέρα πάλιν, ὑπὲρ ἑτέρων τῶν ἐν μετανοίᾳ, πολὺ τὸ ἔλεος ἐπιζητοῦσα· καὶ ἡ τρίτη δὲ πάλιν, ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ αὕτη τὰ παιδία τὰ ἄμωμα τοῦ δήμου προβάλλεται, τὸν Θεὸν ἐπὶ ἔλεον παρακαλοῦντα. Ἐπειδὴ γὰρ αὐτοὶ κατεγνώκαμεν ἑαυτῶν ἁμαρτήματα, ὑπὲρ μὲν τῶν πολλὰ ἡμαρτηκότων καὶ ἐγκληθῆναι ὀφειλόντων αὐτοὶ βοῶμεν· ὑπὲρ δὲ ἡμῶν αὐτῶν οἱ παῖδες, ὧν τῆς ἁπλότητος τοὺς ζηλωτὰς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μένει. Ὁ γὰρ τύπος οὗτος τοῦτο ἐνδείκνυται, ὅτι οἱ κατ’ ἐκείνους τοὺς παῖδας ταπεινοὶ καὶ ἄπλαστοι, οὗτοι μάλιστα δύνανται ἐξαιτεῖσθαι τοὺς ὑπευθύνους. Αὐτὸ δὲ τὸ μυστήριον πόσου ἐλέου, πόσης φιλανθρωπίας, ἴσασιν οἱ μεμυημένοι. Καὶ σὺ τοίνυν κατὰ δύναμιν τὴν σὴν ἐλεῶν ἄνθρωπον, ἀπόκλεισον τὰς θύρας· αὐτὸς ὁ ἐλεούμενος ἰδέτω μόνος· εἰ δὲ οἷόν τε, μηδὲ οὗτος. Ἂν δὲ ἀναπετάσῃς, ἐκπομπεύεις σου τὸ μυστήριον». Ἐδὼ ὁ Ἅγιος ὁμιλεῖ ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι μυστήριον, καὶ ὅτι ὅταν ἐλεεῖς πρέπει νὰ κλείσεις τὶς θύρες, δηλ. πρέπει νὰ κρύψεις τὴν προβολὴ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐλεημοσύνης. Λέει ὅτι καὶ τὰ μυστήρια τὰ δικά μας δηλ. τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία Θεοῦ. Πῶς ὅμως θὰ προσευχηθεῖ ὅλη ἡ ἐκκλησία γιὰ τοὺς ἐνεργούμενους, ἢ τοὺς κατηχούμενους, καὶ ποιὲς θύρες πρέπει νὰ κλείσουμε; Φυσικὰ ἐδῶ θὰ κλείσουμε τὶς θύρες τῆς προβολῆς τῆς προσευχῆς μας, ἄρα θὰ βοήσουμε πρὸς τὸν Θεόν τὸ Κύριε ἐλέησον στὴν ἀπάντηση τῶν αἰτήσεων τῆς Συναπτῆς, μυστικῶς, μέσα μας, ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι434. «ἑστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737]. Πρβλ. ἡμέτερον ἄρθρον, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, [PDF], [PDF], 3/4/2022. 434 – 213 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἂν ὅμως ἀρχίσει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος νὰ προσεύχονται ἐκφώνως στὸ ἐκκλησίασμα στὴν Συναπτὴ τότε ἐκπομπεύουν δηλ. θεατρινίζουν τὸ μυστήριον τῆς ἐλεημοσύνης τους (ἐπειδὴ ἐλεημοσύνη πρὸς αὐτοὺς ποὺ αἰτούμαστε εἶναι τὸ Κύριε ἐλέησον). Καί εἰ δύνασθε χωρεῖν, ὑπονοεῖ ἐδῶ ὁ Ἅγιος ὅτι καὶ ὅταν τελεῖς τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας (τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν) καὶ ἔχεις ἀνοικτὰ τὰ παραπετάσματα τοῦ ἱεροῦ Κιβωρίου ἢ τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ καὶ τὸ καταπέτασμα, δηλ. «ἂν ἀναπετάσεις», τότε παρόμοια, «ἐκπομπεύεις τὸ μυστήριον».435 Σύγκρινε (βλ. καὶ παρακάτω) μὲ τό [PG 98, 429A]· Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς [...], ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ, [...]· καὶ μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, [...].» Εἰκ. 37-1. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. ΕΒΕ 210, φ. 93β, τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ., κεφ. 61, σ. 252. Πρβλ. Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομο, κεφ. 38: «Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια διὰ τοῦτο τὰς θύρας κλείοντες ἐπιτελοῦμεν», καὶ τὸν Φουντούλη, κεφ. 18: τὸ «θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς» ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ «ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν», καί «Ἡ μετάδοση ἀδιακρίτως σκηνῶν ἀπὸ αὐτό [τὸ ἅγιο βῆμα], καὶ κατὰ τὶς πιὸ κρίσιμες μάλιστα ἱερὲς ὥρες τῆς Ἱερουργίας τῶν μυστηρίων, ἔχω τὴν γνώμη ὅτι ἀποτελεῖ βεβήλωση καὶ διαπόμπευση». 435 – 214 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α, Β 38 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), Ὁμιλία κγʹ Πρὸς Ματθαῖον «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε, [...]», [PG 57, 310-311] «Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια διὰ τοῦτο τὰς θύρας κλείοντες ἐπιτελοῦμεν» «Μὴ δῶτε τὰ ἅγια τοῖς κυσὶ, μηδὲ ῥίψητε τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων. […]. Κύνας δὲ ἐνταῦθα τοὺς ἐν ἀσεβείᾳ ζῶντας ἀνιάτῳ, καὶ μεταβολῆς τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον οὐκ ἔχοντας ἐλπίδα ᾐνίξατο, καὶ χοίρους τοὺς ἐν ἀκολάστῳ βίῳ διατρίβοντας διαπαντὸς, οὕσπερ ἅπαντας ἀναξίους ἔφησεν εἶναι τῆς τοιαύτης ἀκροάσεως. Τοῦτο γοῦν καὶ ὁ Παῦλος δηλῶν ἔλεγε· Ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ πνεύματος· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι. Καὶ πολλαχοῦ δὲ ἑτέρωθι βίου διαφθορὰν αἰτίαν φησὶν εἶναι τοῦ μὴ δέχεσθαι τὰ τελειότερα δόγματα. ∆ιὸ κελεύει μὴ ἀναπετάσαι436 τὰς θύρας αὐτοῖς· καὶ γὰρ θρασύτεροι γίνονται μετὰ τὸ μαθεῖν. […]. Οὐδὲ γὰρ ὁ χοῖρος οἶδε, τί ποτέ ἐστι μαργαρίτης. Οὐκοῦν ἐπειδὴ οὐκ οἶδε, μηδὲ ὁράτω, ἵνα μὴ καταπατήσῃ ἃ οὐκ οἶδεν. Οὐδὲν γὰρ γίνεται πλέον, ἢ βλάβη μείζων τοῖς οὕτω διακειμένοις καὶ ἀκούουσι. Καὶ γὰρ τὰ ἅγια ἐμπαροινεῖται437 παρ’ ἐκείνων, οὐκ εἰδότων τίνα ἐστὶ ταῦτα· καὶ ἐκεῖνοι μᾶλλον ἐπαίρονται καὶ ὁπλίζονται καθ’ ἡμῶν. Τοῦτο γάρ ἐστι· Μὴ καταπατήσωσι, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς. [...]. Ὑποκρίνονται γὰρ ἐπιείκειαν, ὥστε μαθεῖν· εἶτα ἐπειδὰν μάθωσιν, ἕτεροι ἀνθ’ ἑτέρων γενόμενοι κωμῳδοῦσι, χλευάζουσι, γελῶσιν ὡς ἀπατηθέντας ἡμᾶς. [...]. ∆ιὰ τοῦτο οὐ μικρὸν κέρδος τὸ ἐν ἀγνοίᾳ μένειν αὐτούς· οὐδὲ γὰρ οὕτω καταφρονοῦσιν. Ἂν δὲ μάθωσι, διπλῆ ἡ ζημία. Αὐτοί τε γὰρ οὐδὲν ἐντεῦθεν καρπώσονται, ἀλλὰ καὶ βλαβήσονται μειζόνως, καὶ σοὶ μυρία παρέξουσι πράγματα. Ἀκουέτωσαν οἱ πᾶσιν ἀναιδῶς συμπλεκόμενοι, καὶ τὰ σεμνὰ εὐκαταφρόνητα ποιοῦντες. Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια διὰ τοῦτο τὰς θύρας κλείοντες ἐπιτελοῦμεν, καὶ τοὺς ἀμυήτους εἴργομεν, οὐκ ἐπειδὴ ἀσθένειαν κατέγνωμεν τῶν τελουμένων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀτελέστερον οἱ πολλοὶ πρὸς αὐτὰ ἔτι διάκεινται. ∆ιὰ δὴ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐν παραβολαῖς 436 437 Μὴ ἀναπετάσαι = Νὰ μὴν ἀνοίγονται (ἀναπετάννυμι = ἀνοίγω διάπλατα). Κοροϊδεύονται (ὅπως κοροϊδεύουν οἱ μεθυσμένοι· ἐν-παρ-οινέω). – 215 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 πολλὰ τοῖς Ἰουδαίοις διελέγετο, ἐπειδὴ βλέποντες οὐκ ἔβλεπον. ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος ἐκέλευσεν εἰδέναι, πῶς δεῖ ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι». Διαχρονικὸς ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, διαχρονικὸς καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω, καὶ ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω. Ἐδὼ ὁ Ἅγιος προφανῶς ἀναφέρεται κατὰ πρώτον λόγον στὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ), καὶ κατὰ δεύτερον στὶς ἐξωτερικὲς θύρες, τὴν ἐποχὴ μάλιστα, ποὺ ἐντὸς τοῦ Ναοῦ (μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ τὴν Προσφώνησιν ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων) ἔμεναν (;) μόνον οἱ πιστοί, οὔτε κἂν οἱ μετανοοῦντες.438 Τό γάρ «Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια διὰ τοῦτο τὰς θύρας κλείοντες ἐπιτελοῦμεν» ἀναφέρεται κατὰ κύριον λόγον στοὺς «πιστοὺς», καὶ κατὰ δεύτερον λόγον «καὶ» στοὺς ἀμυήτους, κατηχούμενους. Καὶ γιὰ αὐτὸ οἱ θύρες ποὺ ἀναφέρει εἶναι κατὰ κύριον λόγον τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ), καὶ κατὰ δεύτερον λόγον οἱ ἐξωτερικὲς θύρες. Διότι λέει: «ἀτελέστερον οἱ πολλοὶ πρὸς αὐτὰ [τὰ τελούμενα] ἔτι διάκεινται». Στὶς Ἐκκλησίες, οἱ πολλοὶ τότε καὶ σχεδὸν πάντοτε (μετ’ ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων), δὲν ἦσαν οἱ Κατηχούμενοι ἢ οἱ Ἀμύητοι, ἀλλὰ οἱ Πιστοί. Βλ. καὶ τὸν Ἅγιον Συμεὼν Θεσ/νίκης: «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», σ. 283. Γιὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορά, ὅπως εἴδαμε καὶ στὶς προηγούμενες παραθέσεις, ἀσυζητητὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ἦσαν κλειστὰ τὰ περαπετάσματα (ἢ ἀμφίθυρα) τοῦ Ἱεροῦ καὶ γιὰ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς πιστούς439. Ἄρα ἐπιτακτικότερον σήμερον, νὰ κλείονται τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ), ἰδίως στὴν Ἁγία Ἀναφορά, καὶ νὰ βγοῦν καὶ οἱ κάμερες ἀπὸ τὸ Ἱερό, ποὺ ἔχουν βάλει τινές -θέλομεν νὰ πιστεύομεν- ἐν ἀγνοίᾳ. Ὑπῆρχαν ὅμως ἀποκλίσεις, κάτι ποὺ τὸ μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, βλ. ὑποσ. 427. Εἶναι ὥρα προσευχῆς καὶ συγκέντρωσης γιὰ τὸν Ἱερέα, καὶ ὄχι ὥρα ἀναγνώσεως μητροπολιτικῆς ἐγκυκλίου. Καὶ στὴν (προσ)Ευχή: «ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὡς οἱ ὑποκριταί· ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ», Ματθ. ϛʹ 5-6. 438 439 – 216 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Β 39 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+407), «Λόγος πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, [...], καὶ ὅτι οἱ ἀτέλεστον καταλιμπάνοντες τὴν θείαν λειτουργίαν, καὶ πρὸ τῆς τελευταίας εὐχῆς440 ἐξερχόμενοι τὸν Ἰούδαν μιμοῦνται», [PG 49, 370-372] «Τί θορυβῇ, εἰπέ μοι ἄνθρωπε; Τί δὲ ἐπείγῃ; [...]. Βούλεσθε εἴπω πόθεν ὁ θόρυβος καὶ ἡ κραυγὴ γίνεται; Ὅτι οὐ διαπαντὸς ὑμῖν τὰς θύρας ἀποκλείομεν, ἀλλὰ συγχωροῦμεν πρὸ τῆς ἐσχάτης εὐχαριστίας ἀποπηδᾷν καὶ ἀναχωρεῖν οἴκαδε· ὃ καὶ αὐτὸ πολλῆς ἂν εἴη καταφρονήσεως. Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; Τοῦ Χριστοῦ παρόντος, τῶν ἀγγέλων παρεστώτων, τῆς φρικτῆς ταύτης τραπέζης προκειμένης, τῶν ἀδελφῶν σου μυσταγωγουμένων ἔτι, αὐτὸς καταλιπὼν ἀποπηδᾷς; Καὶ ἐπὶ δεῖπνον μὲν κληθεὶς, κἂν πρότερον κορεσθῇς, οὐ τολμᾷς τῶν ἄλλων ἀνακειμένων ἀναχωρῆσαι πρὸ τῶν φίλων αὐτός· ἐνταῦθα δὲ τῶν φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων ἐπιτελουμένων, τῆς ἱερᾶς τελετῆς συνεστώσης ἔτι, καταλιμπάνεις ἐν μέσῳ πάντα καὶ ἀναχωρεῖς; Καὶ ποῦ ταῦτα συγγνώμης ἄξια; ποίας δὲ ἀπολογίας; Βούλεσθε εἴπω τίνος ἔργον ποιοῦσιν οἱ πρὸ τῆς συμπληρώσεως ἀναχωροῦντες, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους ᾠδὰς οὐκ ἐπιφέροντες τῷ τέλει τῆς τραπέζης; Τάχα φορτικόν ἐστι τὸ μέλλον ῥηθήσεσθαι, ἀλλ’ ὅμως ἀναγκαῖον λεχθῆναι διὰ τὴν τῶν πολλῶν ῥᾳθυμίαν. Ὅτε ἐκοινώνησε τὸ ἔσχατον δεῖπνον ὁ Ἰούδας τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα ἐκείνην, τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀνακειμένων, αὐτὸς προπηδήσας ἐξέβη. Ἐκεῖνον τοίνυν μιμοῦνται καὶ οὗτοι, οἱ πρὸ τῆς ἐσχάτης ἀποπηδῶντες εὐχαριστίας. Ἐκεῖνος γὰρ εἰ μὴ ἐξῆλθεν, οὐκ ἂν ἐγένετο προδότης». [...]. Μυστήρια καὶ λέγεται, καὶ ἔστιν· ἔνθα δὲ μυστήρια, πολλὴ σιγή. Μετὰ πολλῆς τοίνυν τῆς σιγῆς, μετὰ πολλῆς τῆς εὐταξίας, ἁπτώμεθα θυσίας, ἵνα εἰς πλείονα τὴν εὔνοιαν τὸν Θεὸν ἐπισπασώμεθα, καὶ τὴν ψυχὴν ἐκκαθάρωμεν, καὶ τῶν αἰωνίων ἐπιτύχωμεν ἀγαθῶν· [...]». Ἐδὼ ὁ Ἅγιος πάλιν ἀναφέρεται στὶς θύρες τοῦ Ναοῦ, τὴν ἐποχὴ μάλιστα, ποὺ ἐντὸς τοῦ Ναοῦ (μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ τὴν Προσφώνησιν ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων) ἔμεναν μόνον οἱ πιστοί, οὔτε κἂν οἱ μετανοοῦντες.438 Ὁ Ἅγιος ὡς τελευταῖα Εὐχὴ ἐννοεῖ τὴν διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὴν (Συναπτὴν) τῆς Εὐχαριστίας, ἤτοι τό· « Ὀρθοί. Οἱ μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, κτλ.». 440 – 217 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ ἔκλειναν μὲ τὴν ἔξοδον τῶν Κατηχουμένων, καὶ φαίνεται ἄνοιγαν πάλι πρὸς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, μετὰ τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν (ὁ Ἰούδας λέει ἐκοινώνησε πρῶτον καὶ μετὰ ἐξῆλθε· καὶ αὐτὸν μιμοῦνται ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ Λειτουργία). Εἰκ. 39-1. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ἱ.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Σοφικοῦ Κορινθίας. (Φωτ. ΠΔΠ, 2023). – 218 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 40 Τὰ Καταπετάσματα τῆς Κωνσταντινουπόλεως (4ος-5ος αἰ.) καὶ τῆς Ῥώμης (7ος-9ος αἰ.) - T. F. Mathews Γράφει ὁ T.F. Mathews441· «Ἡ καταγωγὴ τῶν Καταπετασμάτων τῶν Κιβωρίων ἴσως πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὴν Συρία, ὅπου φαίνεται νὰ εἶναι ἀρχαῖα παράδοσις». Ἀναίρεσις· Ἡ νεώτερη ἔρευνα ἔχει δείξει ὅτι ἤδη ἀπὸ τό 335 (ἄρα καὶ πολὺ ἐνωρίτερον) μαρτυροῦνται Καταπετάσματα στὰ Ἱεροσόλυμα, σ. 202, καὶ ἤδη μαρτυροῦνται Ἀμφίθυρα (ἄρα καὶ Καταπετάσματα), ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτωρα Κωνστάντιο Bʹ στὴν Κωνσταντινούπολη (337-361), στὴν πρώτη Ἁγία Σοφία. Συνεπῶς πρόκειται περὶ παραδόσεως σύνολης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ποὺ φυσικὰ ἔχει τὶς ῥίζες της στὴν Ἐκκλησία (Πατριαρχεῖον) τῶν Ἱεροσολύμων. Βλ. ἐπίσης, κεφ. 28. Λέει ὁ T.F. Mathews παραδεχόμενος τὴν ὕπαρξιν Καταπετασμάτων στὴν Ῥώμη ἀπὸ τόν 89 αἰῶνα442, 443 (ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὸν 7ον, παρότι ὁ Πάπας ποὺ ἀναφέρει ἀνέβηκε στὸν θρόνο τόν 7ον αἰῶνα), ὅτι τὰ Καταπετάσματα καὶ τὰ Κιβώρια στὴν Ῥώμη, μᾶλλον («seems») εἰσῆλθαν ἀπὸ τὸν Συριακῆς καταγωγῆς Πάπα Σέργιο Ι444 (687-701), ὁ ὁποῖος καὶ δώρησε δύο σέτ τετράβηλα (tetravela) στὸν Ἅγιο Πέτρο (τὴν μεγάλη Παλαιοχριστιανικὴ Βασιλικὴ τῆς Ῥώμης). ον Ἀναίρεσις θέσεως τοῦ Mathews· Δὲν εἶναι ἔτσι, ἀλλὰ εἶναι τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας Παράδοσις καὶ στὴν Ῥώμη, ὡς εἴδαμε πολλαχοῦ σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, βλ. καὶ τὸν Πάπα Ἀγαπητό T. F. Mathews, The early churches of Constantinople …, ὅ.π., σ. 167. «Their regular use in Rome in the eighth and ninth centuries seems to point to a Syrian importation of the custom. They are first mentioned under the Syrian pop Sergius I (687-701), who -in addition to erecting ciboria in a number of the churches of Rome- donated two sets of “tetravela” to St. Peter’s, one white and one red», ὅ.π. σ. 167. 443 Σύμφωνα ὅμως μὲ τὸν Φίλια / De Moreau· «Στὴ Ῥώμη τὰ πρῶτα βῆλα, τὰ ὁποῖα ἀπέκλειαν τὴ θέα τοῦ κιβωρίου, ἐμφανίστηκαν περὶ τὰ τέλη τοῦ ΣΤʹ αἰώνα», βλ. ὑποσ. 163. 444 Φυσικὰ αὐτὸ εἶναι ἁπλὰ μιὰ ὑπόθεσις. Μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια λογική, νὰ εἰσῆλθαν καὶ ἀπὸ τὸν Ἕλληνα Πάπα μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, Θεόδωρο I (642-649), ἣ ἀπὸ τὸν ἀποκρισάριο στὴν Κων/πολη καὶ μετέπειτα Πάπα Βιγίλιο (Vigilius) (537-555). 441 442 – 219 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 (+536) ποὺ ὁ Ἰωάννης Μόσχος ὁμιλεῖ γιὰ Καταπέτασμα Κιβωρίου «καταπέτασμα445 κείμενον ἐπάνω τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου». Βλ. καὶ στὶς ἐπόμενες παραγράφους. Ἀργότερα, λέει πάλι ὁ T.F. Mathews γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο446: «Ὁ Χρυσόστομος στὶς ὁμιλίες του στὴν Ἀντιόχεια, ἀναφέρεται δύο φορὲς στὰ Παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ, ἀλλὰ [στὶς ὁμιλίες του] στὴν Κων/πολη δὲν τὰ ἀναφέρει καθόλου». Ἐδὼ ὁ T. F. Mathews, παραδέχεται Παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ στὸν Χρυσόστομο, ὅμως φάσκει καὶ ἀντιφάσκει. Ἀναίρεσις· Γιὰ τὸν Πάπα Σέργιο μᾶς εἶπε ὅτι «μᾶλλον» αὐτὸς ἔφερε τὰ Καταπετάσματα καὶ τὰ Κιβώρια στὴ Ῥώμη. Ἀλλὰ ὁ Χρυσόστομος δὲν δικαιοῦται νὰ τὰ φέρει στὴν Κων/πολη! Ἑτέρα ἀναίρεσις· Λέει ὅτι «δὲν τὰ ἀναφέρει στὴν Κων/πολη, ἐνῷ τὰ ἀναφέρει στὴν Ἀντιόχεια». Κατ’ ἀρχὴν δὲν γνωρίζουμε μὲ ἀκρίβεια ποιὲς ὁμιλίες ἔγιναν ἐκεῖ καὶ ποιὲς ἐδώ, καὶ εἶναι κάτι ποὺ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τοὺς Ὀρθοδόξους. Οἱ ὁμιλίες μᾶς ἐνδιαφέρουν καθ’ ἑαυτές. Κατὰ δεύτερον, ἔστω ὅτι δὲν ἀνέφερε π.χ. παραπετάσματα σὲ ὁμιλία του στὴν Κων/πολη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀπολύτως τίποτε, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπῆρχαν, χρειάζεται νὰ ἀναφερθεῖ ῥητά σὲ μὴ ὕπαρξη καταπετασμάτων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Καὶ νὰ μὴν ὑπῆρχαν πάντως Καταπετάσματα (ποὺ ὑπῆρχαν πρίν ἀπ’ αὐτόν, σ. 204), τὰ ἔφερε αὐτός! Δηλ. σύμφωνα μὲ τὴν λογικὴ αὐτή ἐπειδὴ π.χ. ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μίλησε στοὺς Θεσσαλονικεῖς γιὰ νὰ κρατοῦν τὶς Παραδόσεις (Αʹ Θεσ. βʹ 15), οἱ ἄλλες ἐκκλησίες δὲν πρέπει νὰ κρατοῦν τὶς Παραδόσεις; Δὲν ἰσχύει ὁ λόγος του παντοῦ; Βλ. καὶ τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔμπροσθεν ἀνοιχτοῦ (ἀνελκυσθέντος) καταπετάσματος, κεφ. 61, σ. 252. «καταπέτασμα = ὕφασμα φράσσον τά μεταξύ τῶν κιόνων τοῦ κιβωρίου τῆς ἁγ. Τραπέζης κενά, βῆλον», βλ. Ἀναστ. Κ. Ὀρλάνδου - Ἰωάννου Ν. Τραυλοῦ, Λεξικὸν Ἀρχαίων Ἀρχιτεκτονικῶν Ὄρων, ΒΑΕ 94, Ἀθῆναι 1986, σ. 144. 446 «Chrysostom, in his sermons delivered at Antioch, refers twice to the curtains of the sanctuary barrier, but in Constantinople he makes no mention of them», ὅ.π. σ. 169. 445 – 220 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 41 Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444), «Περὶ τῆς ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας Λόγος τρισκαιδέκατος», [PG 68, 848] «πρεσβυτέροις δέ φημι, πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος». Ἐν πρώτοις φαίνεται ὅτι ἐννοεῖ τὰ καταπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ τὰ ἄλλα καταπετάσματα, ἤτοι τοῦ θυσιαστηρίου δηλ. τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου447. Ὁ J.M. Neale (1818-1866) παραδέχεται καταπετάσματα καὶ στὸ Ἱερό / Τέμπλο (iconostasis), ἀλλὰ καὶ στὸ Ἱερὸν Κιβώριον (ciborium), ὅπως φαίνεται στὴν ὑποσ. 447, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444). J.M. Neale, A History of the Holy Eastern Church, ὅ.π., σ. 185, ὑποσ. n: “… the passage of S. Cyril in his treatise De Adorat. Πρεσβυτέροις πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος, οἷς πρέπει λέγεσθαι, καὶ φυλάξουσι τὴν ἰερατείαν αὐτῶν, of the veil of ciborium rather than of that which frequently supplied the place of the iconostasis”. 447 – 221 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 42 Βίος Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου448 (377-477) - Τερέβων ὁ Σαρακηνός «Οὗτος ὁ μέγας καὶ πεφωτισμένος Εὐθύμιος διὰ δύο χρόνων ἐπανελθὼν ἀπὸ τοῦ Ῥουβᾶ ἐπὶ τὴν λαύραν ἐν ἁγίᾳ κυριακῇ τὴν ἀναίμακτον θυσίαν προσέφερεν τῷ θεῷ Δομετιανοῦ ἑστῶτος ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τὸ λειτουργικὸν κατέχοντος ῥιπιστήριον. Τῆς τοίνης ἀναφορᾶς ἐπιτελουμένης Τερέβων ὁ Σαρακηνὸς πλησίον ἱστάμενος τοῦ θυσιαστηρίου ἔχων τὰς χεῖρας ἐπεστηριγμένας τῷ καγκέλλῳ τοῦ ἱερατείου θεωρεῖ αἰφνίδιον ὅτι πῦρ οὐρανόθεν κατελθὸν ἐπάνω ἡπλώθη τοῦ θυσιαστηρίου ὡς ἐπὶ ὀθόνης καὶ ἐκάλυψεν τόν τε μέγαν Εὐθύμιον καὶ τὸν μακαρίτην Δομετιανὸν καὶ διέμεινεν ἀπὸ ἀρχῆς τῆς τρισαγίου δοξολογίας ἕως συμπληρώσεως αὐτῆς. τοῦτε δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰ μὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον καὶ ὁ Τερέβων καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβριήλιος εὐνοῦχος ὢν ἀπὸ γεννήσεως καὶ διὰ εἰκοσπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προελθὼν ἐν πρώτοις, ὡς ἐμοὶ διηγήσατο ὁ ἀββᾶς Κυριακὸς ὁ ἀναχωρητὴς παρὰ Τερέβωνος καὶ Γαβριηλίου ταῦτα μαθὼν ἀκριβῶς. Φόβῳ τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προσέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλλῳ τοῦ ἱερατείου καθ’ ἣν εἶχεν συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιῶν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς [Ἀναφορᾶς]5, ἀλλ’ ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐσεβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς». Αὐτὸ τὸ χωρίον χρησιμοποιεῖται ὑπὸ τινων γιὰ νὰ πείσουν ὅτι τὸ Ἱερὸν δὲν εἶχε Καταπέτασμα, ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα. Ἀφήνοντας τὴν ἀνάλυση γιὰ τὸ Καταπέτασμα γιὰ μετά, ποιὸ εἶναι τὸ δίδαγμα τοῦ ἄνωθεν χωρίου; Ὅτι ἦταν τολμηρὸς καὶ θρασὺς ὁ Τερέβων καὶ πῆρε τὸ μάθημά του ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ὅτι ὁ Λαὸς δὲν πρέπει νὰ στέκει στὸ ὅριο τοῦ Ἱερατείου. Θὰ ῥωτούσαμε τὸν Τερέβονα μετὰ τὸ βίωμα αὐτό: Ποὺ κάθεσαι πλέον Τερέβονα στὴν ἐκκλησία; Θὰ μᾶς ἀπαντοῦσε συντετριμμένος καὶ μετανοημένος: Τέρμα πίσω πλησίον τῆς ἐξωτερικῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας πλέον! Εὐσεβεῖς ἔσεσθαι τοὺς Χριστιανοὺς καὶ μὴ καταφρονητάς! 448 Eduard Schwartz, Kyrillos von Skythopolis [Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης (525-559)], 1939, σ. 45. – 222 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ποὺ σταθήσονται λοιπὸν ἐκ τῆς τολμηρότητας καὶ θρασύτητάς των οἱ ἀφόβως καὶ ἀνευλαβῶς κατακρημνίζοντες τὰ Τέμπλα τῶν Ἱερῶν449; Τὸ θυσιαστήριον, ἡ Ἁγία Τράπεζα, καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τῶν Ἱερέων, καὶ ὄχι τῶν Λαϊκῶν. Οἱ λαϊκοί προσευχόμενοι στὴν ἐκκλησία, πρέπει νὰ βλέπουν κυρίως τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, καὶ κατὰ δεύτερον τοὺς Ἁγίους, καὶ ὄχι νὰ χαζεύουν παρατηρῶντας τοὺς Ἱερεῖς. Ἡ Λειτουργία εἶναι ὥρα προσευχῆς καὶ δοξολογίας, ὄχι ὥρα θεάτρου. Τὸν Ἱερέα θὰ τὸν δοῦμε ὅταν μᾶς δίνει εὐλογία ἢ ἀναγινώσκει τὸ Εὐαγγέλιον ἢ ὅταν κάνει κατήχηση. Ἂν δοῦμε τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου450 θὰ δοῦμε ὅτι λειτουργοῦσε σὲ μοναστηριακὸ Ναό, σὲ Μονὴ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων (ἴσως στὸ μοναστῆρι ποὺ εἶχε φτιάξει (411) πρὶν τὴν Λαύρα του (420), μὲ τὸν Ὅσιο Θεόκτιστο, ὅπου εἶχαν μετατρέψει ἕνα σπήλαιο σὲ Ναό). Στὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων εἴδαμε (καταγεγραμμένα) ὅτι χρησιμοποιοῦνταν Καταπετάσματα ἀπὸ τό 335 καὶ φυσικὰ πολὺ ἐνωρίτερον (κατὰ τὴν γνώμη μας ἐξ ἀρχῆς τῆς ἰδρύσεως τῶν Ναῶν), σ. 202. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμιλοῦν περὶ Καταπετασμάτων. Ἄρα ἡ Παράδοση ὑπῆρχε, καὶ ὡς γνωρίζουμε οἱ Μοναχοὶ (πέραν ἐξαιρέσεων ποὺ πάντα ὑπάρχουν) καθ’ ὑπακοὴν καὶ ἀπεριέργως διαιωνίζουν τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτοὺς Παράδοσιν. Σίγουρα ὅμως αὐτὸ τὸ θαῦμα μαθεύτηκε στὸν κόσμο, καὶ ἔγινε ἀφορμὴ (καὶ μὲ ἄλλα περιστατικά) νὰ ἀποκτήσει μεγάλη φήμη451, καὶ ἀναγκάστηκε νὰ ἀποσυρθεῖ ἐκ νέου στὴν ἔρημο μὲ τὸν μαθητή του Δομετιανό. Ἔβλεπε ὁ Τερέβων μέσα στὸ Ἱερόν; Ἀπάντησις: Ἡ ἀφήγησις δὲν λέει ὅτι ἔβλεπε ἢ παρατηροῦσε μέσα στὸ Θυσιαστήριον πρὸ τοῦ θαύματος, ἀλλὰ ὅτι μόνο στήριζε τὰ χέρια του στὰ κάγκελα τοῦ Ἱερατείου! Καὶ νὰ τὰ εἶχαν ἀγοράσει ἀπὸ τὸν ἰδρῶτα τους λιγότερη ἁμαρτία θὰ εἶχον. Τὰ ἴδια ἔκαναν καὶ οἱ Δυτικοί, καὶ ξηλώσανε τὰ Καταπετάσματα, καὶ τὰ Τέμπλα μὲ Σταυρό, καὶ τοὺς τοῖχους τοῦ Σολέα, βλ. κεφ. 7.3, 8. 450 Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, Wikipedia (25/6/2023). 451 Οἱ Ἅγιοι δὲν θέλουν τὴν φήμη καὶ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλιῶς δὲν εἶναι Ἅγιοι. 449 – 223 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τὰ κάγκελα τοῦ Ἱερατείου ἦταν τὸ φράγμα τοῦ δυτικοῦ Πρεσβυτερίου (φράγμα τοῦ σημερινοῦ Σολέα), ποὺ πιθανὸν νὰ ὑπῆρχε καὶ ἄνωθεν αὐτοῦ Καταπέτασμα, πέραν τοῦ Καταπετάσματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Τὸ Καταπέτασμα μαρτυρεῖται ὡς προανεφέρθη, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μακάριο, σ. 202, καὶ μαρτυρεῖται καὶ σὲ ὅλα τὰ προηγούμενα καὶ ἐπόμενα κεφάλαια, ὅτι «πρεσβυτέροις δέ φημι, πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος». Συνεπῶς, ἦταν σὲ μοναστηριακὸ Ναὸ ὁ Τερέβων, στηριζόμενος στὰ κάγκελα τοῦ Ἱερατείου (δυτικοῦ τμήματος τοῦ Πρεσβυτερίου, σημερινὸς Σολέας), καὶ λόγῳ τοῦ Καταπετάσματος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος δὲν ἔβλεπε στὸ Θυσιαστήριον. Πῶς ὅμως «θεωρεῖ αἰφνίδιον πῦρ οὐρανόθεν κατελθών» ἐφόσον δὲν ἔβλεπε λόγῳ τοῦ Καταπετάσματος; Ἀπάντησις: Τὸ θαῦμα-βίωμα ποὺ εἶχε, νὰ δεῖ πῦρ οὐρανόθεν κατελθὼν, εἶναι ὑπερφυσικό. Τὸ δὲ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος εἶναι φυσικό. Σὲ αὐτὰ τὰ θαύματα, φυσικὰ ἐμπόδια ἐξαφανίζονται Χάριτι καὶ προνοίᾳ Θεοῦ, καὶ αὐτὸς ποὺ βιώνει αὐτὸ τὸ θαῦμα βλέπει ξεκάθαρα ἄνευ τινῶν ἐμποδίων ὅτι ἐπιτρέψει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ δεῖ. Καὶ ὁ Ἅγιος Πορφύριος τοὺς ἔβλεπε τοὺς γεροντάδες του νὰ ἔρχονται, παρότι ἦσαν πίσω ἀπὸ τὸ βουνό. Ὁ Γέροντας Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος452 γράφει γιὰ ἕναν Ἱερέα: «[...] Ἔντρομος ὅμως βλέπω τὸν Χριστὸν ὁλόκληρον! Εἶχε χαθεῖ, τρόπον τινά, τὸ ἔδαφος τοῦ ἁγίου Βήματος καὶ στὴν θέση τοῦ Μαργαρίτη [ποὺ τοῦ εἶχε πέσει τοῦ Ἱερέως στὸ ἔδαφος!] ἀντίκρυσα ὅλος φρίκη τὸν Κύριο [...]». 452 Ἱερομονάχου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἔκδ. ιδʹ 2023, σ. 322. – 224 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 43 Θεοδωρήτου Κύρου (393-457) - Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία [PG 82, 988] «Κεφάλαιον ΚΘʹ. Περὶ τῶν ἐγκαινίων τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις γεγενημένων, καὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἐξορίας. Τὴν γὰρ δὴ σύνοδον ἅπασαν ἀπὸ τῆς Τύρου καταλαβεῖν τὴν Αἰλίαν ὁ βασιλεὺς παρηγγύησε, συνελθεῖν δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας πανταχόθεν ἐκέλευσε, καὶ τοὺς ὑπ' αὐτοῦ δομηθέντας καθιερῶσαι νεώς. Συναπέλυσε [Συναπέστειλε] δὲ καὶ τῶν εὐνουστέρων ἀρχόντων τινὰς, εὐσεβείᾳ καὶ πίστει λαμπρυνομένους, φιλοτίμως ἅπασι πάντα χορηγηθῆναι κελεύσας, οὐ μόνον ἀρχιερεῦσι [καὶ ἱερεῦσιν] καὶ τοῖς τούτοις συνεπομένοις, ἀλλὰ καὶ τοῖς δεομένοις ἅπασιν, οἳ πανταχόθεν συνέτρεχον. Διεκοσμεῖτο δὲ καὶ τὸ θεῖον θυσιαστήριον βασιλικοῖς τε παραπετάσμασι, καὶ κειμηλίοις λιθοκολλήτοις χρυσοῖς. Οὕτω δὴ τῆς ἑορτῆς λαμπροτάτης γεγενημένης, οἱ μὲν εἰς τὰς οἰκείας ἐπανῆλθον πατρίδας, ὁ δὲ βασιλεὺς, τὴν τῆς πανηγύρεως μεμαθηκὼς φαιδρότητά τε καὶ πολυτέλειαν, θυμηδίας τε ἐνεπλήσθη, καὶ τῶν ἀγαθῶν τὸν Πρύτανιν ὕμνησεν, ὅτι καὶ ταύτην αὐτῷ τὴν αἴτησιν ἔδωκεν», [PG 82, 988]. Ἐδὼ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Παραπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου. – 225 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 44 Μαρτυρία Τέμπλου στοὺς Κέλτες (500 μ.Χ.) – Cogitosus (650 μ.Χ.) Στὸ κείμενο τοῦ Cogitosus (650 μ.Χ.) γιὰ τὴν ζωή τῆς Ἁγίας Brigid (Bridgit) (451-525) τοῦ Kildare (Ἰρλανδία), ἀναφέρεται γιὰ τὸν Ναὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 500 μ.Χ., καὶ περιγράφει μὲ κάποια ἀσάφεια, λόγῳ τῆς λακωνικῆς περιγραφῆς του: Ἕνα κάθετο χώρισμα διακοσμημένο μὲ ζωγραφισμένες εἰκόνες, καὶ σκεπαζόμενο μὲ ὑφάσματα [προφανῶς καταπετάσματα στὰ ἀνοίγματά του], ποὺ ἐκτείνεται στὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἕνα τοῖχο στὸν ἄλλον, καὶ ἔχει δύο εἰσόδους στὰ ἄκρα του. Ἡ μία εἴσοδος [στὰ δεξιά] εἶναι τοποθετημένη ἐξωτερικά,453 καὶ ἀπὸ αὐτὴν εἰσέρχεται ὁ Ἐπίσκοπος στὸ Ἱερό, καὶ προσεγγίζει τὴν Ἁγία Τράπεζα μὲ τὴν συνοδεία του τῶν [Ἱερο]Μοναχῶν. […]. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἴσοδο τοῦ κάθετου χωρίσματος, ποὺ εἶναι τοποθετημένη στὴν ἀριστερὴ μεριὰ τοῦ προαναφερθέντος καθέτου χωρίσματος, ἡ Ἡγουμένη καὶ οἱ Μοναχὲς καὶ οἱ Χῆρες ἀντίστοιχα εἰσέρχονται [στὸν καιρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας] γιὰ νὰ κοινωνήσουν.454 Προφανῶς περιγράφεται ἕνα Τέμπλο (Rood Screen) ἐποχῆς, μὲ δύο εἰσόδους, χωρὶς κεντρικὴ θύρα, μὲ ζωγραφισμένες εἰκόνες, καὶ σκεπασμένο μὲ ὑφάσματα (καταπετάσματα). Τὰ καταπετάσματα προφανῶς θὰ εἶχαν Σταυρό ἢ καὶ κεντημένες εἰκόνες, καὶ μᾶλλον ἔκλειναν τὴν θέα σὲ διάφορα ἀνοίγματα «παράθυρα» τοῦ Rood Screen. Οἱ μοναχὲς κοινωνοῦσαν ἐντὸς τοῦ Rood Screen (τὸ Τέμπλο αὐτὸ δὲν ἦταν στὸ ὅριο Ἱεροῦ καὶ Σολέα ὅπως σὲ ἐμᾶς σήμερα, ἀλλὰ πιὸ ἔξω, στὸ ὅριο Σολέα καὶ κυρίως Ναοῦ), καὶ σίγουρα ἐκτὸς τοῦ Ἱεροῦ. Βλ. Ἅγιον Διονύσιον Ἀρεοπαγίτην, κεφ. 26. Προφανῶς οἱ λαϊκοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, κοινωνοῦσαν ξεχωριστά, ἐκτὸς τοῦ Rood Screen ἐρχόμενοι οἱ Ἱερεῖς στὶς δύο εἰσόδους του. Αὐτὸ εἶνα ἀσαφὲς λόγῳ τῆς σύντομης περιγραφῆς. Cogitosus’ Life of St Brigid the Virgin, “One partition, which is decorated with painted images and is covered with linen, stretches transversely in the eastern part of the church from one wall to the other and has two entrances, at its ends. By one entrance, placed in the external part, the supreme pontiff enters the sanctuary and approaches the altar with his retinue of monks. To these consecrated ministers are entrusted the sacred vessels for Sunday use and the offering ofthe sacrifice. And by the other entrance, placed on the left side of the above-mentioned transverse partition, the abbess, with her faithful virgins and widows, equally enters to enjoy the banquet of the body and blood of Jesus Christ”, Liam de Paor, Saint Patrick's world : the Christian culture of Ireland's apostolic age, University of Notre Dame Press, 1996 (1993), σ. 222. 453 454 – 226 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 45 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Τέμπλου καὶ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120: στίχοι 682 – 838]455,456 Περιγραφὴ Κιγκλίδων / Τέμπλου455, 457 [682] καὶ γὰρ ὅσον μεγάλοιο πρὸς ὄρθριον ἄντυγα νηοῦ χῶρον ἀναιμάκτοισιν ἀπεκρίναντο θυηλαῖς, οὐκ ἐλέφας, οὐ τμῆμα λίθων ἢ χαλκὸς ὁρίζει, ἀλλ’ ὅλον ἐθρίγκωσαν ὑπ' ἀργυρέοισοι μετάλοις. διότι ὅσο μεγαλύτερο μέρος τοῦ ναοῦ δίπλα στὴν ἀνατολική ἀψίδα διαχωρίστηκε γιὰ τὴν ἀναίμακτο θυσία, δὲν περιβάλλεται ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο ἢ λίθους ἢ μπροῦτζο, εἶναι περιφραγμένο μὲ ἀσημένια μέταλλα. [686] οὐδὲ μόνοις ἐπὶ τείχεσιν, ὁππόσα μύστην ἄνδρα πολυγλώσσοιο διακρίνουσαν ὁμίλου, γυμνὰς ἀργυρέας ἔβαλε πλάκας, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς κίονας ἀργυρέοισιν ὅλους ἐκάλυψε μετάλλοις, τηλεβόλοις σελάεσσι λελαμπότας, ἑξάκι δοιούς· Ὄχι μόνο στοὺς ὑψηλοὺς τοίχους ποὺ χωρίζουν τὸν μύστη Ἱερέα ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν Ψαλτῶν, ἔχει βάλει πλάκες ἀπὸ ἀσήμι, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς τὶς κολώνες (κίονες), ἕξι ἐπὶ δύο τὸν ἀριθμόν (6 δεξιὰ καὶ 6 ἀριστερὰ τῆς κεντρικῆς πύλης) κάλυψε μὲ μέταλλο (ἀσήμι), καὶ ἀκτινοβολοῦν μακρυά. Στὴν συνέχεια περιγράφει ὅτι στὸ Τέμπλο ἔχουν χαραχθεῖ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν Ἀγγέλων, τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἁγίων, καὶ στὸ μέσον τοῦ Τέμπλου τὰ ὀνόματα τοῦ Βασιλιᾶ καὶ τῆς Ἀνάσσης, καὶ ὁ Σταυρός. W. R. Lethaby & H. Swainson, The Church of Sancta Sophia Constantinople A Study of Byzantine Building, 1894, σσ. 46-48. 456 Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae – Paulus Silentiarius, Georgius Pisida et Sanctus Nicephorus Cpolitanus, ed. Bekker, Bonn 1837. 457 Ἑτέρα μετάφραση τοῦ Παύλου Σιλεντιάριου στὰ ἀγγλικά, Πανεπιστήμιο Κολούμπια. 455 – 227 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 [717] διὰ τρισσῶν δὲ θυρέτρων ἕρκος ὅλον μύστησιν ἀνοίγεται· ἐν γὰρ ἑκάστη πλευρῇ βαιὰ θύρετρα διέγμαγεν ἐργοπόνος χείρ. Καὶ τὸ Τέμπλον (ὁ τοῖχος) διὰ τριῶν θυρῶν δίνει πρόσβαση στοὺς μύστες Ἱερεῖς. Διότι σὲ κάθε πλευρὰ ὁ μάστορας ἔφτιαξε μικρὲς θύρες.458 Εἰκ. 45-1. Ἀναπαράσταση Τέμπλου καὶ Ἱεροῦ Ἁγίας Σοφίας170. Βλ. ἐπίσης, σσ. 305, 317. Βαιὰ θύρετρα = μικρὲς θύρες. Πού; Στὸν τεράστιο Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας! Καὶ σὲ ἐμᾶς ἡ Ὡραία Πύλη (μεσσαῖα θύρα) τοῦ Ἱεροῦ μεγαλώνει συνεχῶς εἰς πλάτος. 458 – 228 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Περιγραφή Ἱεροῦ Κιβωρίου455,457 [720] Χρυσείης δ’ ἐφύπερθε παναχράντοιο τραπέζης ἄσπετος εὐρυκέλευθον ἐς ἠέρα πύργος ἀνέστη, τετραπόροις ἁψῖσιν ἐπ’ ἀργυρέῃσι βεβηκώς. Κίοσι δ’ ἀργυρέῃσιν ἀείρεται, ὧν ἐπὶ κόρσης ἀργυρέους ἵδρυσε πόδας τετράζυγος ἁψίς. Καὶ πάνω ἀπὸ τὴν ὁλόχρυση Τράπεζα ὑψώνεται στὸν ἄπλετον ἀέρα ἕνας ἀπερίγραπτος πύργος [Κιβώριον], ὑψωμένος ἐπὶ τεσσάρων ἀσημένιων ἀψίδων. Φέρεται ψηλὰ σὲ ἀσημένιες κολώνες (κίονες), στὶς κορυφὲς τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἐπὶ ἀσημένιας κόρσης τετράζυγος ἀψίδα. Εἰκ. 45-2. Ἀναπαράσταση τοῦ ἀργυροῦ κιβωρίου τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πολης μὲ πυραμιδωτὴ στέγη (Ὀρλάνδος).459 Δὲν ἀπεικονίσθη τὸ Τετράβηλο (Καταπέτασμα -Παραπετάσματα). Βλ. κεφ. 88, σ. 317. Ἀθαν. Δ. Παλιούρα, Παλαιοχριστιανικὴ Τέχνη (Διάγραμμα Πανεπιστημιακῶν Παραδόσεων), Ἰωάννινα 1990, σ. 69. 459 – 229 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 46 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Καταπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στίχοι 682 – 838] Περιγραφὴ Καταπετασμάτων Ἱεροῦ455,457 [796] Χείλεσι δ’ ἄκροις χρυσοδέτου πέπλοιο κατέγραφεν ἄσπετα τέχνη ἔργα πολισσούχων ἐριούνια παμβασιλήων. Πῇ μὲν νουσαλέων τις ἀκέστορας ὄψεται οἴκους, πῇ δὲ δόμους ἱερούς· ἑτέρωθι δὲ θαύματα λάμπει οὐρανίου Χριστοῖο· χάρις δ’ ἐπιλείβεται ἔργοις. Στὰ ἄκρα τοῦ χρυσοδέτου Καταπετάσματος ἀπαράμιλλη τέχνη ἔχει ἰστορήσει τὰ ἔργα ἐλεημοσύνης τῶν βασιλέων. Ἀλλοῦ κάποιος βλέπει οἴκους περίθαλψης, ἀλλοῦ ἄλλα ἱερὰ οἰκήματα· ἀλλοῦ λάμπουν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ· εἶναι μεγάλη ἡ ὀμορφιὰ τῶν ἔργων αὐτῶν. [802] Ἐν δ’ ἑτέροις πέπλοισι συναπτομένους βασιλῆας ἄλλοθι μὲν παλάμαις Μαρίης θεοκύμονος εὕροις, ἄλλοθι δὲ Χριστοῖο Θεοῦ χερί· Στὰ ἄλλα Καταπετάσματα ἀπεικονίζονται οἱ βασιλεῖς ἀλλοῦ δίπλα στὴν Παρθένο Μαρία ποὺ κρατεῖ τὸν Θεὸ Υἱό της, καὶ ἀλλοῦ δίπλα στὸν Θεὸ Χριστό· .... .... Εἰκ. 46-1. Ἀναπαράσταση τῶν Καταπετασμάτων τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ἁγ. Σοφίας.170 Βλ. ἐπίσης, σσ. 305, 317. – 230 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 47 Παύλος Σιλεντιάριος (563), Περιγραφὴ Καταπετασμάτων Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας [PG 86, 2120 : στίχοι 682 – 838] Περιγραφὴ Καταπετασμάτων Κιβωρίου455, 457, 460 [755] Πῇ φέρομαι; πῇ μῦθος ἰὼν ἀχάλινος ὁδεύει; Ποὺ πηγαίνω; Ποὺ πηγαίνει ὁ ἀχαλίνωτος Ἰώνιος λόγος; ἴσχεο τολμήεσσα μεμυκότι χείλεϊ φωνή, Ἂς μπορέσει ἡ τολμηρή μου φωνὴ νὰ σιγήσει μηδ’ ἔτι γυμνώσειας ἃ μὴ θέμις ὄμμασι λαῶν. γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλύψω αὐτὸ ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοῦν τὰ μάτια τοῦ κόσμου463. Μυστιπόλοι δ’, ὑπὸ χερσὶν ὅσοις τόδε θεσμὰ κελεύει, Σιδονίης φοίνικι βεβαμμένον ἄνθεϊ κόχλου [760] φᾶρος ἐφαπλώσαντες ἐρέψατε νῶτα461 τραπέζης, Ἀλλὰ ἐσεῖς Ἱερεῖς, ὅπως σᾶς προστάζουν οἱ Ἱεροὶ Νόμοι τῆς Ἐκκλησίας [ἡ Παράδοσις], ἁπλῶστε τὸ ὕφασμα [...] καὶ καλῦψτε τὴν ἐπιφάνεια τῆς Ἁγίας Τραπέζης, Γιὰ τὴν μετάφραση, συμβουλευθήκαμε ἐπίσης τὴν ἑξῆς ἐργασία: Ἀρχοντούλα Παπασημακοπούλου, ἀνέκδοτη μετάφραση Παύλου Σιλεντιαρίου, στίχ. 755-777, 2023. 461 «νῶτα τραπέζης», δὲν εἶναι τὸ πίσω μέρος τῆς τραπέζης, ἀλλὰ εἶναι μεταφορικὰ ἡ ἐπιφάνεια τῆς τραπέζης (καὶ ὅτι ὑπάρχει ἐπάνω τῆς τραπέζης), βλ. Lidell Scott, Greek English Lexicon, 2003. Ἂν ἦταν τὸ πίσω μέρος τῆς τραπέζης γιατὶ νὰ τὸ καλύψουν; Ἀφοῦ τὸ πίσω μέρος δὲν τὸ βλέπουν τὰ «ὄμματα λαῶν». 463 «ἃ μὴ θέμις ὄμμασι λαῶν»: Τὸ Ἱερὸν Θυσιαστήριον, ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τῶν Ἱερέων. Οἱ Λαϊκοὶ δὲν ἔχουμε καμιὰ δουλειὰ νὰ περιεργαζόμαστε, τί λέγω, οὔτε κἂν νὰ βλέπουμε μᾶς ἐπιτρέπεται (σύμφωνα μὲ τοὺς παλαιούς), ἐν ὥρᾳ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν. —Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας· «πρεσβυτέροις δέ φημι, πεπίστευται τὸ θυσιαστήριον, καὶ τὰ ἔσω τοῦ καταπετάσματος», [PG 68, 848]. —Ὁ M. Klaus Gamber (The Reform …), λέει σ. 145 ὅτι ἐνῷ στὴν ἀρχαῖα Ἐκκλησία τὸ Ἱερὸ ἔμενε σκόπιμα μακρυὰ ἀπὸ τὴν θέα [τοῦ κόσμου], στὴν σημερινὴ [δυτικὴ] ἐκκλησία ἐκτίθεται στὴν θέα τοῦ ὁποιουδήποτε. Καὶ ἀναρρωτιέται, πραγματικὰ αὐτὸ παρουσιάζει τὸ Ἱερὸν σὰν τὸ Ἱερὸ μέρος ὅπου γίνεται ἡ θυσία; Φυσικά ὄχι! Ἀλλά, ἐνάντια σὲ κάθε παράδοση, αὐτὸ ποὺ τονίζεται τώρα εἶναι τὸ Ἱερόν σὰν τράπεζα φαγητοῦ. Βλ. ὑποσ. 127. 460 – 231 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 τέτρασι δ’ ἀργυρέῃσιν ἐπὶ πλευρῇσι καλύπτρας462 ὀρθοτενεῖς πετάσαντες ἀπείρονι δείξατε δήμῳ χρυσὸν ἅλις καὶ φαιδρὰ σοφῆς δαιδάλματα τέχνης· ὧν μία μὲν ποίκιλλε σέβας Χριστοῖο προσώπου. .... καὶ ἀφοῦ ξεδιπλώσετε τὰ Καταπετάσματα [καλύπτρας]462 ποὺ κρέμονται στὶς τέσσερις πλευρὲς στὶς ἀσημένιες [ὀριζόντιες ράβδους τοῦ Κιβωρίου], δείξατε στὸν ἄπειρο δήμο [λαόν] τὸν ἄφθρονο χρυσό, καὶ τὰ λαμπερὰ ἔργα τέχνης, ὅπου στὴν μία πλευρὰ ἦταν κεντημένο τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. .... [786] ἱστάμενοι δ’ ἑκάτερθε δύω κήρυκε θεοῖο, Παῦλος, ὅλης σοφίης θεοδέγμονος ἔμπλεος ἀνήρ, καὶ σθεναρὸς κλῃδοῦχος ἐπουρανίων πυλεώνων, αἰθερίοις δεσμοῖσιν ἐπιχθονίοις τε κελεύων· Καὶ σὲ κάθε πλευρὰ ἀπεικονίζονται οἱ δύο ἀγγελιοφόροι τοῦ Θεοῦ - ὁ Παύλος πλήρης θείας σοφίας, καὶ ὁ ἰσχυρὸς κλειδοῦχος τῶν ἐπουρανίων πυλῶν [Πέτρος] .... .... Εἰκ. 47-1. Ἱερὸν Κιβώριον, Θεσσαλονίκη, Ἅγ. Γεώργιος Ῥοτόντα, Μωσαϊκὸ ἀψίδος - CC BY-NC, καὶ ἀναπαράστασις. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (759-826), καλεῖ τὰ ἁπλωμένα Καταπετάσματα τοῦ Κιβωρίου ὡς συγκαλύπτρες, «Θείας Τραπέζης συγκαλύπτραν με βλέπων», βλ. κεφ. 58, σ. 249. 462 – 232 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 48 Ἰωάννης Μόσχος (550-619), Λειμωνάριον, [PG 87C, 3016C] «καὶ εὐθὺς εἶδον ὁ τε ἐπίσκοπος καὶ ὁ [Ἅγιος] πάπας [Ῥώμης Ἀγαπητός (+536)] τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος παρουσίαν· ἀλλὰ καὶ τὸ καταπέτασμα κείμενον ἐπάνω τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου [ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τετραβήλου τοῦ ἱεροῦ Κιβωρίου, ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀνοικτό, δὲν τὸ εἶχαν ἁπλώσει/κλείσει] αὐτομάτως ἐπήρθη, καὶ ἐσκέπασεν τόν τε πάπαν καὶ τὸν ἐπίσκοπον, καὶ ὅλους τοὺς παρισταμένους τοὺς διακόνους σὺν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ ἐπὶ ὥρας τρεῖς», [PG 87C, 3016C]. Ἐδὼ βλέπουμε ἀπὸ τὸν συγγραφέα τοῦ Λειμωναρίου, Ἰωάννη Μόσχο464 (550-619), μαρτυρία περὶ καταπετάσματος κειμένου ἐπάνω τοῦ θυσιαστηρίου (μᾶλλον τοῦ τετραβήλου τοῦ Κιβωρίου) ποὺ ἦταν ἀνοικτὸ καὶ ἔκλεισε κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, στὴν Ἁγία Ἀναφορά· «ἐπήρθη, καὶ ἐσκέπασεν τόν τε πάπαν καὶ τὸν ἐπίσκοπον, καὶ ὅλους τοὺς παρισταμένους τοὺς διακόνους σὺν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ». Ὁ Ἰωάννης Μόσχος ἢ Εὐκρατᾶς, ὑπῆρξε μοναχὸς στὶς μονὲς τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου καὶ τοῦ ἁγίου Σάββα, περίπου τόν 6ο μ.Χ. αιώνα. Μαθητής του καὶ πνευματικό του τέκνο ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων. 464 – 233 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 49 Ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων (560-638) [PG 87C, 3984D] «δʹ. Κοσμητὴς ἐστὶ κατὰ τὸ νομικὸν καὶ ἅγιον κόσμιον, ἐμφαῖνον τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ τὸ ἐκσφράγισμα διὰ σταυροῦ κοσμούμενον, ἢ εἰς τύπον ὁ κοσμητὴς τοῦ Καταπετάσματος· τὰ κάγκελλα ἀντίτυπα τῶν τοῦ τάφου καγκέλλων· χαλκᾶ δὲ διὰ τὸ μὴ εἰσέρχεσθαι τινα ἁπλῶς». Ἐδὼ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος μᾶς περιγράφει ὅτι ὑπάρχουν (στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων) κάγκελλα καὶ ἀπὸ μέσα Καταπέτασμα465. Τὸ δὲ Καταπέτασμα ὁμορφαῖνει, διακοσμίζει, ὁ κοσμητὴς ποὺ εἶναι κάτι μᾶλλον σὰν ἐπιπλὲον ὕφασμα τὸ ὁποῖον ἀπεικονίζει μεταξὺ ἄλλων τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου. 465 Βλ. Ἅγιο Μακάριο Ἱεροσολύμων, κεφ. 28, σ. 202. – 234 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Β 50 Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (580-662), Μυσταγωγία, Κεφ. ΙΕʹ, [PG 91, 693B] (Κεφ. ΙΕʹ) «Ἡ δὲ μετὰ τὴν ἱερὰν ἀνάγνωσιν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἐκβολὴν τῶν κατηχουμένων γινομένη κλεῖσις τῶν θυρῶν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, τήν τε τῶν ὑλικῶν δηλοῖ πάροδον, καὶ τὴν γενησομένην μετὰ τὸν φοβερὸν ἐκεῖνον ἀφορισμὸν καὶ τὴν φοβερωτέραν ψῆφον, εἰς τὸν νοητὸν κόσμον, ἤτοι τὸν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἀξίων εἴσοδον· καὶ τῆς ἐν αἰσθήσεσι τῆς κατὰ τὴν ἀπάτην ἐνεργείας τελείαν ἀποβολήν. (Κεφ. ΙϚʹ) Ἡ δὲ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν μυστηρίων εἴσοδος, ... (Κεφ. ΙΖʹ) Ὁ δὲ πᾶσι προσφωνούμενος πνευματικὸς ἀσπασμός, ... (Κεφ. ΙΗʹ) Ἡ δὲ τοῦ θείου συμβόλου τῆς πίστεως γινομένη παρὰ πάντων ὁμολογία, ... (Κεφ. ΙΘʹ) Ἡ δὲ γινομένη τρισσὴ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς θείας ὑμνολογίας466 ἐκβόησις παρὰ παντὸς τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τὴν πρὸς τὰς ἀσωμάτους καὶ νοερὰς δυνάμεις κατὰ τὸ μέλλον φανησομένην ἕνωσίν τε καὶ ἰσοτιμίαν παραδηλοῖ· ... (Κεφ. Κʹ) Ἡ δὲ παναγία τε καὶ σεπτὴ τοῦ μεγάλου καὶ μακαρίου Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἐπίκλησις467, ...». Ξεκάθαρα, σαφέστατα, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, ἡ κλεῖσις τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν, γίνεται μετὰ τὴν ἐκβολὴν τῶν κατηχουμένων, καὶ πρὶν τὴν Μεγάλην Εἴσοδον, ἄρα δὲν συγχρονίζεται ἡ κλεῖσις τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν, μὲ τὸ πολὺ ἀργότερον «Tὰς θύρας, τὰς θύρας»468. Μέχρι αὐτὴν τὴν χρονικὴ περίοδο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, δὲν μαρτυρεῖται στὰ σωζόμενα κείμενα «ἐκφωνούμενο κέλευσμα» (οὔτε τό «Tὰς θύρας, τὰς θύρας») περὶ θυρῶν ἐν ὥρα Ἀκολουθίας, ἀλλὰ ἴσως νὰ ὑπῆρχε σὲ ἀρχαιότερα Εὐχολόγια. Εἴδαμε ὅτι μαρτυροῦνται ἤδη ἀπὸ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο κλειστὰ παραπετάσματα τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς. —Σημειωθήτω, ὅτι τὴν σήμερον (ἐδῶ καὶ αἰῶνες) δὲν κλείονται οἱ (ἐξωτερικὲς) θύρες τῆς ἐκκλησίας. «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ· ...». «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ...». 468 πρβλ. πρωτ. Θεόδωρος Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», ὅ.π., σ. 548. 466 467 – 235 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 51 Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (580-662), Σχόλια εἰς τὰς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Ἐπιστολάς, [PG 4, 548D] [PG 4, 548D] «Τῶν θείων παραπετασμάτων». Ὅτι καί τότε παραπετάσματα ἦν περί τό θυσιαστήριον. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος Μάξιμος στὴν φράση «Τῶν θείων παραπετασμάτων» τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ποὺ εἴδαμε καὶ νωρίτερα στὸ ἀντίστοιχο κεφάλαιο 26. Λέει ὅτι καὶ τότε, δηλ. τὸν καιρὸ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου (+96) ὑπῆρχαν παραπετάσματα γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριον, ποὺ φυσικὰ ἔκλειναν στὴν ἁγία Ἀναφορά (βλέπε καὶ τὸ «μόνος μόνῳ», τῆς ΙΕΜΘ, κεφ. 53). Τὸ «ὅτι καὶ τότε» δηλοῖ καὶ τὸ «ὅπως καὶ σήμερα», δηλ. καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἤτοι 580-662, ὑπῆρχαν παραπετάσματα γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριον. Εἰκ. 51-1. Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητῆς. Εἰκὼν ἀπὸ antifono.gr. – 236 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 52 Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία, ΙΕΜΘ (Ἰστορία Μυσταγωγική Ἐκκλησιαστική)469 (~ 6ου-7ου αἰ.) – I – [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 389A-421B] M. Zheltov470 (2021) (74) «Τὸ κιβούριόν ἐστιν· ἀντὶ τοῦ τόπου ἔνθα ἐσταυρώθη ὁ Χριστός». —472 [PG 98]471 (389Α) «Τὸ κιβώριον ἐστιν ἔνθα ἐστὶν ἡ Σταύρωσις, ἀντὶ τοῦ τόπου ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Χριστός». (421Β) «καὶ ὡς οὐρανὸν μέν, τὸ ἐπάνωθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὀρόφιον ἀπαρτίζουσιν· ὡς ὅλην δὲ γῆν ὁρίζονται, τὸ ὑπὸ τεσσάρων κιόνων τοῦ εἰρημένου κιβωρίου συγκλειόμενον ἢ περιγραφόμενον ἱερὸν ἔδαφος». Στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα τὸ ἔργο ἀποδίδεται στὸν Μέγα Βασίλειο, καὶ στὰ ὕστερα στὸν Ἅγιο Γερμανό Πατρ. Κων/πόλεως (640-740), καὶ χρονολογεῖται τοῦ 7ου αἰ. ἢ τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 8ου αἰ., βλ. M. Zheltov, The Primary Redaction of the Historia Mystagogica Ecclesiastica (παρακάτω). Ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι ἀναφέρεται στόν 6ον αἰ. ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια. 470 Michael Zheltov (М. С. ЖЕЛТОВ), The Primary Redaction of the Historia Mystagogica Ecclesiastica [in Russian: "Первоначальная редакция «Сказания церковного»"; original text in Greek], 2021, βασισμένο στὰ ἑξῆς χειρόγραφα (10ος-12ος αἰ.): H = Hieros. S. Cruc. 2, X в. Fol. 268–270. S = Sinait. gr. 384, X–XI вв. Fol. 37–48. C = Paris. Coisl. 21, XII (?) в. Fol. 3. N = Neapol. II. C. 7, 1140 г. Fol. 174–183 P = Paris. gr. 502, XII в. Fol. 174–183 G = Crypt. B. δ. I, кон. ΧΙI в. Fol. 18–36v T = Hieros. S. Sepulchr. 39, XII–XIII вв. Fol. 161–170v. 471 Μὲ πλάγια γράμματα σημειώνονται τὰ στοιχεία, παράγραφοι, ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα (βλ. Zheltov). 472 Ἡ παῦλα — σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἀντίστοιχη παράγραφος σὲ αὐτὴν τὴν ἔκδοση τοῦ κειμένου. 469 – 237 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Βλέπουμε ὅτι τὸ Ἱερὸν Κιβώριον473 περιγράφεται καὶ στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα τῆς ΙΕΜΘ (καὶ στοὺς Δυτικοὺς συγγραφεῖς447, 474 καὶ φυσικὰ διασώζονται πολλὰ ἀρχαῖα Κιβώρια σήμερα στὸν κόσμο), καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι τόσο παλαιὸ ὅσο καὶ οἱ ἁγίες Τράπεζες τῶν Ἐκκλησιῶν μετὰ τὴν περίοδο τῶν Κατακομβῶν. Φυσικὰ δὲν θὰ εἶχαν ὅλες οἱ ἐκκλησίες Ἱερὸν Κιβώριον (λόγῳ κόστους), ἀλλὰ εἶχαν (ἀρχικὰ) τὰ ἀπαραίτητα Καταπετάσματα καὶ ἀργότερα κιγκλίδες (κίονες μετὰ περιστηλίου) μετὰ καταπετασμάτων. Ὁ Ἰουστινιανὸς πέραν ἀπὸ τὸ ὑπερμεγέθες ἱερὸν Κιβώριον τῆς Ἁγίας Σοφίας475, εἶχε κατασκευάσει/ δωρήσει χρυσὰ ἢ ἀσημένια Κιβώρια σὲ διάφορες ἐκκλησίες καὶ ἐκτὸς Κωνσταντινουπόλεως. Εἰκ. 52-1. Ἁγία Εὐφημία, Κωνσταντινούπολις, 7ος αἰ.. Ὁ Ἄμβων, ὁ Σολέας (διάδρομος), οἱ Κιγκλίδες μὲ τὸ περιστύλιον, τὸ Ἱερὸν μὲ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν καὶ τὸ Κιβώριον, καὶ ὁ Ἀρχιερατικὸς Θρόνος (λείπουν τὸ τετράβηλον τοῦ Κιβωρίου, τὸ μέγα Καταπέτασμα ἢ τὰ καταπετάσματα ἀνάμεσα στὶς Κιγκλίδες, οἱ Εἰκόνες).476 Σημειωτέον, τὸ ἱερὸν Κιβώριον δὲν στέκεται ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπως σήμερα γιὰ διακοσμητικοὺς λόγους, ἀλλὰ περὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὥστε νὰ χωρεῖ εὐρύχωρα ἐντὸς ὁ Ἱερεὺς μὲ κλειστὰ τὰ βῆλα (παραπετάσματα, κουρτίνες), κατὰ τὴν Ἁγίαν Ἀναφοράν. Jelena Bogdanovic, The Framing of Sacred Space: The Canopy and the Byzantine Church, Oxford University Press, 2017. 474 Fr. Bock, The Hangings of the Ciborium of the Altar, ὅ.π., σσ. 297-303. 475 Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας, Τόμος Βʹ, ὅ.π., σ. 110. 476 Aidan Hart, Ciboria and Tabernacles: A Short History, Orthodox Arts Journal, 8/4/2015 (20/5/23). 473 – 238 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α+ 53 Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία ΙΕΜΘ (Ἰστορία Μυσταγωγική Ἐκκλησιαστική) (~ 6ου-7ου αἰ.) – II – [M. Zheltov, 2021], [PG 98, 424B-429C] Σημειωτέον ὅτι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία αὕτη ἐγράφη γιὰ Κληρικούς, καὶ ὄχι γιὰ Λαϊκούς· (400D) «Γνῶτε οὖν πάντες οἱ Ἱερεῖς ...», (424C) «Καθ’ ἡμᾶς δὲ τοὺς Ἱερεῖς ...». M. Zheltov470 (2021) [PG 98] (116) Τὸ καταπέτασμα477· εἰτ’ οὖν ὁ ἀήρ· ἐστὶ καὶ λέγεται· ἀντὶ τοῦ λίθου οὗ ἠσφάλισε τὸ μνημεῖον Ἰωσὴφ ὅνπερ ἐσφράγισεν ἡ Πιλάτου κουστωδία. Ἰδοὺ ἐσταύρωται ὁ Χριστός· τέθαπται ἡ ζωή· ἠσφαλίσθη ὁ τάφος· ἐσφραγίσθη ὁ λίθος· (424B) «Τὸ δὲ καταπέτασμα, ἤγουν ὁ ἀήρ ἐστι, καὶ λέγεται ἀντὶ τοῦ λίθου, οὗ ἠσφάλισε τὸ μνημεῖον ὁ (424C) Ἰωσὴφ, ὅνπερ ἐσφράγισεν ἡ τοῦ Πιλάτου κουστωδία. Ἰδοὺ ἐσταύρωται ὁ Χριστός· τέθαπται ἡ ζωή· ἠσφαλίσθη ὁ τάφος· ἐσφράγισται ὁ λίθος. — — 477 Ἡ δὲ νίψις τῶν χειρῶν, ἀντὶ τοῦ νίψαντος, καὶ, ‘Ἀθῶός εἰμι,’ φωνήσαντος. [...] (425B) Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους. [...]. ‘Τὰς θύρας, τὰς θύρας, ἐν σοφίᾳ.’ Τὰς ἐνθυμήσεις τῶν διανοιῶν ἡμῶν ἄρωμεν ἀπὸ τῶν γηΐνων ἔργων καὶ ἐνθυμημάτων. ‘Πρόσχωμεν ἐν τῇ σοφίᾳ’. Αὐτὸ τὸ καταπέτασμα ἀναφέρεται στὸν Ἀέρα. – 239 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 — — — (425C) Ἤγουν ἐν τῷ Υἱῷ καὶ Λόγῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς τὴν σοφίαν τοῦ θείου συμβόλου τοῦ, παρὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἐκτεθέντος, ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ προσέξωμεν· τουτέστι, τοῦ ‘Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα παντοκράτορα.’ [...]. (425D) Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλεῖσις, καὶ ἡ ἐπάνωθεν τούτων ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, ὡς οἱ ἐν τοῖς μοναστηρίοις478 εἰώθασι, καὶ ἡ διὰ τοῦ λεγομένου ἀέρος τῶν θείων ἐπικάλυψις, ὡς οἶμαι, τὴν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ’ ἣν ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη, [...]. (428Α) Διὰ τί ἄλλο γὰρ τὸ κάλυμμα τοῦτο ἀὴρ ὠνομάσθη479, ἢ πάντως διὰ τὸ τὸν ἐπικαλυπτόμενον παρ’ αὐτοῦ Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅπως ἐννοοῦν μερικοί (Mathews, Taft, Wybrew, κ.ἄ., βλ. σ. 258), ὅτι ἡ πράξις τῆς κλείσεως τῶν ἁγίων θυρῶν ἀντιγράφηκε ἀπὸ τὰ μοναστήρια, διότι τὴν εἴδαμε σὲ ἰσχὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ξεκάθαρα, καὶ τὸν Ἅγιο Μακάριο, καὶ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, καὶ στὶς ἄλλες ἀναφορὲς αἰῶνες πρίν. Ἴσως ἐλέχθη ἐπειδὴ στὰ μοναστήρια θὰ ἦταν διαδεδομένη ἡ ὕπαρξη μεσαίων ἁγίων θυρίων καὶ καταπετάσματος, ἐνὼ στοὺς καθεδρικοὺς Ναοὺς ποὺ εἶχαν ὑπ’ὅψιν οἱ συγγραφεῖς τῆς Προθεωρίας, θὰ ἦταν δύο μεγάλες θύρες (ἀμφίθυρα) μέχρι τὸ ἐπιστήλιο (μὲ ταυτόχρονα κρεμάμενο παραπέτασμα) πιὸ διαδεδομένες, ἢ γιὰ κάποιον ἄλλον λόγον, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς παρέδωσαν. Πάντως καὶ στοὺς Ναοὺς μὲ μεγάλες ἅγιες θύρες μέχρι τὸ ἐπιστήλιο ὑπῆρχε Καταπέτασμα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἱεροῦ μᾶλλον γιὰ πρακτικοὺς λόγους ἢ λόγῳ τῆς προγενεστέρας παράδοσης, γιὰ νὰ μὴν ἀνοιγοκλείνουν συνέχεια οἱ ἅγιες θύρες, βλ. Παράδοσιν Παλαιοπίστων Ῥώσων, σ. 339. — Ἐπίσης τὴν θέσιν αὐτὴν (Mathews, Taft, κ.ἄ., βλ. σ. 258) τὴν ἀποῤῥίπτει καὶ ἡ Στουφῆ-Πουλημένου: «[...] Ἑπομένως, ἡ ἀναφορὰ «ὡς ἐν τοῖς μοναστηρίοις εἰώθασι» εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ προσάγεται ὡς ἐπιβεβαίωση τοῦ ὅτι ἡ λειτουργικὴ χρήση τῶν βήλων τοῦ Ἱεροῦ Βήματος -ποὺ ἴσως εἶχαν καταργηθεῖ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, ἐπειδὴ αὐτὰ συνήθως, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔφεραν ἱερὲς ἀπεικονίσεις - ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἀνόθευτης ὀρθόδοξης παραδόσεως», βλ. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 138. 479 Ὅμως ἀνωτέρω στὸ [PG 98, 424Β] πάλιν ἐξήγησε τὸν ἀὴρ καὶ διαφορετικά. Ἄρα μᾶλλον αὐτὲς οἱ προσθῆκες στὴν ΙΕΜΘ [PG 98] (σὲ σχέση μὲ τὴν ἔκδοση M. Zheltov), δὲν εἶναι τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου. Ἴδιες παράγραφοι ὑπάρχουν στὴν Προθεωρία [PG 140, 445C]. 478 – 240 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» σκοτεινὸν ἀέρα τῆς εἰρημένης νυκτὸς εἰκονίζεσθαι; [...] (428B) Αἰρομένου δὲ τοῦ ἀέρος, καὶ τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα διατυποῦται, καθ’ ἣν ἀπήγαγον Αὐτόν, καὶ παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι. — πρόσεισιν ὁ ἱερεύς· συνέρχεται ταῖς ἀγγελικαῖς δυνάμεσιν· οὐκέτι ὡς ἐν ἐπιγείῳ τόπῳ ἑστώς· ἀλλ’ ὡς ἐν τῷ ἐπουρανίῳ θυσιαστηρίῳ· ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ παριστάμενος· θεωρεῖ τὸ μέγα καὶ ἀνερμήνευτον καὶ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Χριστοῦ μυστήριον· ὁμολογεῖ τὴν χάριν· κηρύττει τὴν ἀνάστασιν· σφραγίζει τὴν πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος. Πρόσεισιν ὁ ἱερεύς, συνέρχεται ταῖς ἀγγελικαῖς δυνάμεσιν, οὐκέτι ὡς ἐν ἐπιγείῳ τόπῳ ἑστώς, ἀλλ’ ὡς ἐν τῷ ἐπουρανίῳ θυσιαστηρίῳ, ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ θυσιαστηρίου τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ παριστάμενος, θεωρεῖ τὸ μέγα καὶ ἀνερμήνευτον καὶ ἀνεξιχνίαστον τοῦ Χριστοῦ μυστήριον. Ὁμολογεῖ τὴν χάριν· κηρύττει τὴν ἀνάστασιν· σφραγίζει τὴν πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος. Πρόσεισι λευχειμονῶν ὁ ἄγγελος τὸν λίθον τοῦ τάφου· ἀποκυλίει τῇ χειρί· δεικνύων τῷ σχήματι· βοᾷ τῇ φωνῇ ἐν τρόμῳ διὰ τοῦ διακόνου· κηρύττων τὴν τριήμερον ἔγερσιν· ὑψῶν τὸ καταπέτασμα καὶ λέγων· Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· [...] πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορᾷ· [...] ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν· [...] Ἔλεον εἰρήνης· θυσίαν αἰνέσεως. Πρόσεισι λευχειμονῶν ὁ ἄγγελος, τὸν λίθον τοῦ τάφου ἀποκυλίων τῇ χειρί· δεικνύων τῷ σχήματι, βοῶν τῇ φωνῇ ἐντρόμῳ· καὶ διὰ τοῦ διακόνου κηρύττων τὴν τριήμερον ἔγερσιν· καὶ ὑψῶν τὸ (428C) καταπέτασμα, φωνεῖ ὁ διάκονος λέγων· ‘Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου·’ [...]. ‘Πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορᾷ’· [...]. ‘Ἐν εἰρήνῃ προσφέροντες’· [...]. ‘Ἔλαιον εἰρήνης· θυσίαν αἰνέσεως’. – 241 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 (118) Ὁ ἱερεύς· (428D) Ὁ ἱερεύς· ‘Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ’. [...] ‘Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ’. [...] (120) Εἶτα πρόσεισι ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ· μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως· ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλών·, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωϋσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου· ἀλλὰ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν· καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια· ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίῳ τὰ κατακεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν· νυνὶ δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Υἱός· ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός. [...]. (429A) Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ἀλλ’ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· καὶ μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, νῦν δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός. [...]. (120) καὶ νοερῶς ὁρᾷ καὶ βοᾷ· τὴν τῶν Σεραφικῶν δυνάμεων τρισάγιον δοξολογίαν· τῶν μὲν Χερουβὶμ ἐπισκιάζοντα· καὶ τῶν Σεραφὶμ κεκραγότα· μεθ’ ὧν βοᾷ· ‘Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα.’ (429C) Καὶ νοερῶς ὁρᾷ καὶ βοᾷ τὴν τῶν Σεραφικῶν δυνάμεων τρισάγιον δοξολογίαν, τῶν μὲν Χερουβὶμ ἐπισκιαζόντων, καὶ τῶν Σεραφὶμ κεκραγότων, μεθ’ ὧν βοᾷ· ‘Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα.’ [...]» [...]». – 242 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Παρατηροῦμε, στὴν μικρὴ αὐτὴ ἀντιπαράθεση ποὺ κάναμε, ὅτι στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα τῆς ΙΕΜΘ, δὲν μαρτυροῦνται τὰ ἑξῆς: Τὸ ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους Τὰς θύρας, τὰς θύρας Τὸ Πιστεύω480 Τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα (τοῦ Ἱεροῦ) Τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο Εὐχολόγιον Barb.gr.336 (8ος αἰ.) ἔχει τὸ «Ἀγαπήσωμεν», «Τὰς θύρας, τὰς θύρας», καὶ τὸ Πιστεύω, [B.336, φφ. 10β, 28β]. Τὸ Πιστεύω εἰσῆλθε στὴν Θεία Λειτουργία ἀρχὰς τοῦ 6ου αἰ. (φυσικὰ θὰ πῆρε καιρὸ νὰ ἐπεκταθεῖ ἡ νέα πράξις481). Συνεπῶς βάσει τῶν στοιχείων ποὺ ἔχουμε, φαίνεται ὅτι στὴν ἀρχαιότερη ἔκδοση τῆς ΙΕΜΘ δὲν ὑπῆρχε τὸ Πιστεύω ἐν χρήσει στὴν τότε Λειτουργία. Ὅμως τὸ Πιστεύω μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο (580-662) στὴν Μυσταγωγία, ἀλλὰ δὲν μαρτυρεῖται τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας. Συνεπῶς θεωροῦμε ὅτι τό ΙΕΜΘ (σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχαιότερα χφφ) ἀναφέρεται στόν 6ον αἰ. (ἴσως μέχρι στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰ.). Συνάμα παρατηρεῖται ὅτι στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα [M. Zheltov, σ. 120] ὅπως καὶ στὴν ἔκδοση PG μαρτυρεῖται [PG 98, 429A]: Εἶτα πρόσεισι ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ· μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως· ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλών. μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια· ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίῳ τὰ κατακεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν. Φυσικὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἱερωτάτης στιγμῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. Ἴσως τις νὰ πεῖ ὅτι τὸ Πιστεύω ὑποννοεῖται στό «κηρύττων τὴν τριήμερον ἔγερσιν». Δὲν νομίζουμε, διότι εἶναι πολὺ «μεγάλο» σὲ σημασία τὸ Πιστεύω γιὰ νὰ λείπει. Νομίζουμε ὅτι λείπει ἐπειδὴ ἁπλὰ δὲν εἶχε ἀκόμη εἰσέλθει στὴν Λειτουργία, τότε ποὺ ἀναφέρονται τὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα. 481 Τότε δὲν ὑπῆρχε διαδίκτυο, «κοινωνικά» δίκτυα, καί ἠλεκτρονικὰ ταχυδρομεῖα. 480 – 243 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τί σημαίνει «μόνος μόνῳ»; Σημαίνει ὅτι προσεύχεται μὲ τὶς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας μόνος πρὸς τὸν Θεό, χωρὶς νὰ ἐξωτερικεύει τὴν Προσ(Ευχή) του (Ματθ. ϛʹ 5-6)· μόνος μόνῳ. (Γιὰ φανταστεῖτε, ἀνάλογα, ὁ κάθε πιστὸς νὰ ἐξωτερικεύει τὴν ἰδίᾳ Προσευχή του ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας). Σημαίνει ἐπίσης, ὅτι ὁ Ἱερεὺς εἶναι μόνος ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου μὲ τὰ βῆλα (παραπετάσματα, κουρτίνες) κλειστά. Στὶς μικρότερες ἐνορίες, ἐκκλησίες, ὅπου δὲν ὑπῆρχε Κιβώριον, τὸ ὑπάρχον (καὶ φθηνότερο) Καταπέτασμα (κουρτίνα) τοῦ Ἱεροῦ ἦταν ἀρκετό. Καὶ ἂν τυχὸν δὲν ὑπῆρχε οὔτε Καταπέτασμα, ἡ κυρτὴ στάση τοῦ σώματος τοῦ Ἱερέως (ἐπικλινόμενος) πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἡ μυστική του, ἐν συγκεντρώσει νοός, (προσ)Εὐχὴ ἦταν ἀρκετή. Ἄρα ἐδῶ, [M. Zheltov, σ. 120], [PG 98, 429A], μαρτυρεῖται ὅτι τὴν στιγμὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς ὁ ἱερεὺς εἶναι μόνος καὶ συλλαλεῖ μὲ τὸν Θεὸ μόνος μόνῳ, ἂρα μυστικῶς καὶ μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα (ἤ/καὶ μὲ κλειστὰ τὰ παραπετάσματα τοῦ ἱεροῦ Κιβωρίου. Οἱ παράγραφοι ποὺ προστέθηκαν ἀργότερα στήν ΙΕΜΘ, στὰ χειρόγραφα ποὺ χρησιμοποίησε τό PG, δηλ. οἱ 424B-428B, σὲ σχέση μὲ τὰ ἀρχαιότερα χφφ ποὺ χρησιμοποίησε ὁ M. Zheltov, δηλ. ἀπὸ τὸ Ἀγαπήσωμεν, μέχρι πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς, εἶναι ἴδιες καὶ στὸ κείμενο τῆς Προθεωρίας τοῦ [Νικολάου καὶ] Θεοδώρου Ἀνδίδων (καὶ θὰ τὶς ἀναλύσουμε ἐκεῖ). Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦταν νὰ γινόταν ἔρευνα γιὰ τὸ πότε εἰσῆλθαν αὐτὲς οἱ ἐπιπλέον παράγραφοι τοῦ PG στό ΙΕΜΘ. – 244 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 54 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Τὰς θύρας, φ. 28β Ὁ Βαρβερινὸς κώδικας 336 (Barb. gr. 336) εἶναι τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο χφ. Εὐχολόγιον (ηʹ αἰ.). Τό χφ. ἔχει ἰταλικὴ ὀνομασία ἐπειδὴ κατέληξε στὴν συλλογὴ τοῦ καρδιναλίου Barberini. Πρόκειται ὅμως περὶ ἀντιγράφου Κωνσταντινουπολίτικου Ἐπισκοπικοῦ Εὐχολογίου τοῦ 8ου αἰ.. Στὸ Εὐχολόγιον αὐτὸ βλέπουμε τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας (φ. 28β), ἀμέσως πρὶν τὸ Πιστεύω ὡς· Τὰς θύρας, τὰς θύρας· Πρόσχωμεν. Εἰκ. 54-1. Τμῆμα χειρογράφου Εὐχολογίου, Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ., Βιβλιοθήκη Βατικανοῦ. Τό Barb. gr. 336 στὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, δὲν ἔχει τό Τὰς θύρας,482 ποὺ σημαίνει ὅτι πλέον (τόν 8ον αἰ.) οἱ θύρες μᾶλλον δὲν κλείονταν καὶ ἐπαφίετο στὶς συνειδήσεις τῶν Κατηχουμένων (ἂν ὑπῆρχαν), τῶν Φωτιζομένων, νὰ φύγουν οἰκειοθελῶς, ἄνευ θορύβου. 482 S. Parenti, E. Velkovska, L’ Eucologio Barberini Gr. 336, ὅ.π., σσ. 246-247. – 245 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 55 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου, φ. 166 «Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου. Μετὰ τὸ γίνεσθαι τὴν ἁγίαν Ἀναφορὰν καὶ ἀνοιγῆναι τὰς θύρας [ἐννοεῖται τοῦ Ἱεροῦ μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα ποὺ ἦσαν κλειστά], πρὶν ἢ εἰπεῖν τὸν διάκονον «Πάντων τῶν ἁγίων»,483 προσάγεται ὁ μέλλων χειροτονεῖσθαι διάκονος τῷ ἀρχιεπισκόπῳ.»484 Ἐδὼ βλέπουμε μαρτυρία γιὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν ἁγίων θυρίων μετὰ τὴν ἁγία Ἀναφορά, ἤδη ἀπὸ τόν 8ο αἰ., ποὺ φυσικὰ καταγράφει πράξη πολὺ προγενέστερη. Γιατὶ νὰ ἐννοοῦνταν, καὶ γιατὶ νὰ ἄνοιγαν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες τοῦ Ναοῦ πρὸ τοῦ «Πάντων τῶν ἁγίων» (ποὺ ἔστω ὅτι ἦσαν κλειστές); Γιὰ νὰ εἰσέλθουν ἀμύητοι καὶ κατηχούμενοι καὶ νὰ κοινωνήσουν; Μά, γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔκλειναν οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθουν! Ἔτσι ἀκυρώνεται ὁ σκοπὸς τοῦ κλεισίματος τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν. Ἄτοπον· ἄρα ἐννοοῦνται τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ (μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα3). Καὶ ἄλλως· Ἐδὼ ὁμιλεῖ περὶ τῆς χειροτονίας τοῦ διακόνου, καὶ ὅτι προσάγεται ὁ διάκονος στὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Δὲν ἐνδιαφέρουν οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ στὴν χειροτονία τοῦ Διακόνου, ἀλλὰ ἐνδιαφέρουν τὰ ἅγια θύρια νὰ ἀνοιχθοῦν γιὰ νὰ προσαχθεῖ ὁ Διάκονος. Βλ. ἐπίσης, κεφ. 14.5, σ. 130. 483 484 Μετὰ τὴν εὐλόγησιν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν Ἱερέα· Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ… . S. Parenti, E. Velkovska, L’ Eucologio Barberini Gr. 336, ὅ.π., σ. 170. – 246 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 56 Barb. Gr. 336, Ηʹ αἰ. (Εὐχολόγιον) – Ἁγία Ἀναφορά, καὶ μετὰ Εὐχὴ ἥγουν ποίησις μύρου, φ. 124 Εὐχὴ ἥγουν ποίησις μύρου γινομένου τῇ ἁγίᾳ Πέμπτῃ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὑπὸ μόνου Ἐπισκόπου· «Γεινομένης ἀκολούθως πάσης τῆς ἱερᾶς λειτουργίας καὶ εἰσαγομένων τῶν ἁγίων δώρων ἐν τῇ θείᾳ Τραπέζῃ εἰσάγεται σὺν αὐτοῖς ἔμπροσθεν ὑπὸ Πρεσβυτέρου καὶ τὸ μῦρον· καὶ ἀποτίθεται καὶ αὐτὸ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τραπέζῃ· πλησίον τοῦ πρώτου δίσκου ἐξ εὐωνύμων· καὶ ποιεῖ πᾶσαν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ὁ Ἀρχιερεὺς485 ἕως τοῦ ἐκφωνῆσαι Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν. Μετὰ δὲ τὸ «Ἀμήν»486, οὔτε τῶν πυλεώνων [τῶν ἁγίων θυρίων] τέως ἡ ἄνοιξις γίνεται· οὔτε ὁ Διάκονος ἄρχεται ὁ ἀνελθὼν ἐν τῷ ἄμβωνι ποιῆσαι τὴν μέσην εὐχήν· ἀλλὰ σιωπῆς οὔσης487, ἀνίσταται ὁ Ἀρχιερεύς, καὶ τοῦ Ἀρχιδιακόνου ἐν τῷ θείῳ Ἱερατείῳ λέγοντος· Πρόσχωμεν, ἀνέρχεται εἰς τὴν κρηπίδα τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου· καὶ σφραγίζῃ τὸ μύρον τρίτον καὶ πάλιν κατέρχεται· Καὶ κλινόμενος, ἀπάρχεται τῆς εὐχῆς οὕτως· Κύριε τοῦ ἐλέους καὶ Πατήρ τῶν Φώτων, παρ’ οὗ πᾶσα δόσις ἀγαθὴ […]». Βλέπουμε ὅτι τὴν ἁγίαν Ἀναφορὰν τὴν ποιεῖ πᾶσαν ὁ Ἀρχιερεύς. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη …, εἴμαστε ἀκριβῶς στὸ ἴδιο σημεῖο μὲ τὸ προηγούμενο κεφ. 55. Τώρα ὅμως δὲν ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ, ἀλλὰ ἐνῷ ὑπάρχει ἤδη λειτουργικὴ σιωπή, ἀκούγεται μόνον τὸ Πρόσχωμεν τοῦ Ἀρχιδιακόνου, καὶ ἐν συνεχείᾳ, μέσα στὴν λειτουργικὴ σιωπή, ὁ Ἀρχιερεύς προσεύχεται μὲ τὴν Εὐχὴν τοῦ Μύρου, φυσικά, μυστικῶς (προσευχόμενος κλινόμενος). Σιωπῆς οὔσης… . Ταυτόχρονα καὶ ὁ λαὸς μυστικῶς, μέσα του, προσεύχεται, σιωπῆς οὔσης. Πρβλ. ἡμέτερον ἄρθρον, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, [PDF], [PDF], 21/12/2022. 486 Ἐδὼ ἔχει Ἀμήν. Νωρίτερα, στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, [Barb. Gr. 336, φ. 18], ἔχει ὅπως καὶ σήμερα τὴν ἀπόκρισιν τοῦ ψάλτου· Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. 487 Πόσο λείπει αὐτὴ ἡ προσευχητική σιωπή, ἡ λειτουργικὴ σιωπή ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σήμερα! Πρβλ. ἡμέτερον ἄρθρον, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές, [PDF], [PDF], 8/2/2022. 485 – 247 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Βλέπε παρόμοια, ἐπίσης, 1000+ χρόνια ἀργότερα, Εὐχολόγιον 1803 Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Εὐχολόγιον 1927 Σαλίβερου: «Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μύρου»: «Μετὰ δὲ τὸ εἰπεῖν τὸν Ἀρχιερέα: Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι. Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ὁ μὲν ἐν τῷ Ἄμβωνι Διάκονος ἵσταται σιγῶν· ὁ δὲ Πατριάρχης ἀνέρχεται ἐν τῇ τῆς ἁγίας Τραπέζης κρηπίδι, καὶ ἀποσκεπάζει τὸ ἅγιον Μύρον, καὶ σφραγίζει αὐτό γʹ. Ἐπιλέγων μυστικῶς τὴν ἑπομένην Εὐχήν. Κύριε τοῦ ἐλέους, καὶ Πατήρ τῶν Φώτων, παρ’ οὗ πᾶσα δόσις ἀγαθή […]». Α 57 Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων [PG 99, 1689] Στὴν Ἐρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ Ὁμολογητής (759-826), ἀναφέρει: «Μετὰ γὰρ τὴν τῶν θείων δώρων εἰσόδευσιν, ἑτοίμως αἱ θύραι κεκλείσκονται»488 δηλ. μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον κλείνεται ἀμέσως ἡ Ὡραία Πύλη, τὰ βημόθυρα καὶ τὸ καταπέτασμα-βῆλον. 488 [PG 99, 1689]. – 248 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 58 Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Κιβώριον [PG 99, 1793] ΜΒʹ. -Εἰς τὸ Κιβούριον τοῦ Προδρόμου. Θείας Τραπέζης συγκαλύπτραν με βλέπων, Χερουβικὴν νόμιζε ταξιαρχίαν· Χριστὸν γὰρ ἔνδον μυσταγωγεῖσθαι νόει, Τὸν τῶν ἄνω τε Δεσπότην, καὶ τῶν κάτω. Ἐδὼ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ Ὁμολογητής, καλεῖ τὸ Κιβώριον καὶ κυρίως τὰ ἁπλωμένα Παραπετάσματά του ὡς συγκαλύπτραν.489 Πῶς ὅμως γίνεται συγκαλύπτρα τὸ Κιβώριον ἐν ὥρᾳ μυσταγωγίας; Φυσικὰ ὅταν [ὁ Ἱερεὺς εἶναι μέσα καὶ] τὰ Καταπετάσματα εἶναι κλειστά, δηλ. ἀπλωμένα. Γιὰ αὐτὸ καὶ λέει ἔνδον μυσταγωγεῖσθαι νόει. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλὰ λόγια ῥήτορος, ἀλλὰ εἶναι βίωμα, θεωρία ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς τὴν ἐξέφρασε. Παρόμοια θεωρία μᾶς ἄφησε γραπτῶς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος 4 αἰῶνες ἐνωρίτερον, βλ. σ. 211. Εἰκ. 58-1. Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Εἰκών ἀπὸ romfea.gr. Καλύπτρας καλεῖ ὁ Παῦλος Σιλεντιάριος (ΣΤʹ) τὰ Καταπετάσματα, «τέτρασι δ’ ἀργυρέῃσιν ἐπὶ πλευρῇσι καλύπτρας ὀρθοτενεῖς πετάσαντες» κεφ. 47, σ. 231. 489 – 249 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 59 Ἐγκαίνια Βασιλικῆς (Ναοῦ) – Angoulême Sacramentary (800) Ordo Consecrationis Basilicas Novae. “[…] Post haec benedicit lenteamina vel vasa templi et post haec revestientur altare, et vela templi penduntur, et accendunt luminaria”.490 Μετάφρασις· Τάξις Ἐγκαινίων (νέας Βασιλικῆς) Ναοῦ. [...] Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ εὐλογεῖ τὰ σκεύη τοῦ Ναοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἐνδύεται τὸ Θυσιαστήριον, καὶ τὰ Καταπετάσματα (βῆλα) τοῦ Ναοῦ θὰ κρεμασθοῦν, καὶ θὰ ἀνάψουν οἱ λαμπάδες. Ὁ Jean-Baptiste Thiers λέει ὅτι : «στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καθώς καὶ στὴ Δυτική, τὰ ἀρχαῖα Θυσιαστήρια, πάνω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχαν Κιβώρια, περιβάλλονταν ἀπὸ Καταπετάσματα ἢ Κουρτίνες, τὰ ὁποῖα ἦσαν ξεδιπλωμένα κατὰ τὴν Ἀναφορά»491. Patrick Saint-Roch, Liber sacramentorum Engolismensis : manuscrit B.N. Lat. 816, Le sacramentaire gélasien d'Angoulême, 1987, σ. 302. 491 Jean-Baptiste Thiers, Dissertations ecclesiastiques, …, ὅ.π., σ. 81. 490 – 250 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 60 Ἀφιέρωσις Ναοῦ – Drogo Sacramentary (826-855) Ordo Dedications Ecclesiae. “[…] Tunc iterum incipiet clerus laetaniam positis reliquiis extra velum quod extensum est inter aedem et altare. ... pontifex cum deputatis ministris intra velum …”.492 Μετάφρασις· Τάξις Ἀφιερώσεως Ἐκκλησίας. «Μετὰ τὴν τοποθέτηση τῶν λειψάνων, ὁ κλῆρος θὰ ἀρχίσει τὴν λιτανεία ἔξω ἀπὸ τὸ Καταπέτασμα ποὺ χωρίζει τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό. ... ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται μαζὶ μὲ τοὺς κληρικοὺς ἐντὸς τοῦ Καταπετάσματος ...». L. Duchesne, Christian worship: Its origin and evolution – A study of the Latin Liturgy up to the time of Charlemagne, 1904 (translated by M. L. McClure), σ. 488. - BnF Latin 9428 f. 100. 492 – 251 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 61 ΕΒΕ 210, Χειρόγραφον μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου [φ. 93β] (τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ.) Στὸ χειρόγραφον τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, στὸ φύλλο 93β, βλέπουμε, τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔμπροσθεν ἀνοιχτοῦ παραπετάσματος μᾶλλον Ἱεροῦ Κιβωρίου ἢ τῶν ἁγίων θυρῶν. Εἶναι παρόμοια ἀπεικόνισις μὲ τὶς ἁγιογραφίες τοῦ Ἁγίου Ἀπολλιναρίου Ῥαβέννας, κεφ. 92, σ. 326, καὶ μὲ τὶς ἁγιογραφίες τοῦ Μηνολογίου τοῦ Βασιλείου Βʹ, κεφ. 62, σ. 253. Φυσικά, καὶ μόνον ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Ἁγίου μετὰ παραπετασμάτων, σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἦταν μιὰ συνειθισμένη ἐμπειρία ὁράσεως Ἱερέων καὶ Ἀρχιερέων ἐν τῷ Ναῷ (ὅταν εὐλογοῦσε, κτλ.). Εἰκ. 61-1. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. ΕΒΕ 210, φ. 93β, τέλος Θʹ αἰ. - ἀρχάς Iʹ αἰ.. – 252 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 62 Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ - Ἱερὸν Κιβώριον καὶ τὸ Καταπέτασμα, [Vat. gr. 1613, φ. 324] (Iʹ αἰ.) Ἀπὸ τὸ χειρόγραφον Μηνολόγιον ποὺ γράφηκε γιὰ τὸν Αὐτοκράτορα Βασίλειο τόν Βʹ (9761025), [Vat. gr. 1613, φ. 324]. Εἰκ. 62-1. Ἡ Προσκύνησις τῆς τιμίας ἀλύσεως τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Πέτρου (16/1).493 Ἔγχρωμη εἰκόνα. 494 Παρόμοια ὑπάρχει καὶ στὸ Imperial Menologion.495 Ἐδὼ δὲν ἀπεικονίζεται Ναός, ἀλλὰ ναΐσκος (δηλ. παρεκκλήσι) τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου, ἐφαπτόμενος τῆς Ἁγίας Σοφίας, μᾶλλον ἀριστερόθεν τοῦ Βήματος τῆς Ἁγίας Σοφίας εὑρισκόμενος496. Rowland J. Mainstone, Hagia Sophia …, ὅ.π., σ. 218. Vat. gr. 1613, φ. 324, Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. Bob Atchinson, Collection of Ciboriums from the Menologion of Basil II. (2/7/2023). 495 The Walters Art Museum, W.521, ‘Imperial’ Menologion, W.521, f. 105r, 11ος αἰ.. (20/3/2024). 496 Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας, Τόμος Βʹ, ὅ.π., σ. 162. Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας – Τόμος Αʹ, Ἀθῆναι 1907, Πίναξ ιζʹ, μετὰ τὴν σ. 80. 493 494 – 253 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Σὲ μικρογραφία βλέπουμε τὸ Ἱερὸν Κιβώριον καὶ τὸ Καταπέτασμα. Λείπουν λεπτομέρειες φυσικά, ἀλλὰ εἶναι μικρογραφία. Τὸ Κιβώριον φαίνεται χωρὶς Καταπετάσματα, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι καὶ τότε ὑπῆρχαν Καταπετάσματα, π.χ. Κεφ. 10. Ἰδοὺ πῶς περιγράφει ὁ Ἀντωνιάδης τὸ ἀνωτέρω: «Ἀριστερόθεν εἰσὶν ἀπεικονισμέναι κιγκλίδες βήματος ἐν μορφῇ κιονίσκων κεκοσμημένων ἀκανθίνοις κιονοκράνοις, ὑποστηριζόντων δὲ ὁριζόντιον ἀκάνθινον ὡσαύτως ἐπιστύλιον· ὄπισθεν δὲ τῶν κιγκλίδων ἐκτείνεται τὸ καταπέτασμα. Πρὸς τὸ μέσον δὲ τῆς εἰκόνος ὑπάρχει ἁγία τράπεζα, κεκαλυμμένη κιβωρίῳ ὁμοίῳ τῷ ὑπὸ τοῦ Σιλεντιαρίου περιγραφέντι, ἐνῷ ἑκατέρωθεν αὐτῆς ἐκτείνεται ἕρκος, χωρίζον τὸ κυρίως βῆμα τοῦ ὄπισθεν κυκλείου, ἐν τῷ βυθῷ τοῦ ὁποίου κυρτοῦνται τὰ βάθρα τοῦ ἱεροῦ συνθρόνου. Τὰς ἀλύσεις τοῦ Πέτρου παρατηρεῖ τις ἐπὶ μικρᾶς τραπέζης προσκυνουμένας ὑπὸ τοῦ πατριάρχου»497. Στὴν σελίδα τοῦ Bob Atchinson μπορεῖτε νὰ βρεῖτε μιὰ Συλλογὴ Κιβωρίων, ἀπὸ τὸ Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ.494 Τὸ Κιβώριον φαίνεται ἐπίσης καὶ σὲ πολλὲς μικρογραφίες, ποὺ ἀπεικονίζουν τὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Φαίνεται χωρὶς Παραπετάσματα, Εἰκ. 62-2, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι καὶ τότε ὑπῆρχαν Παραπετάσματα (Κεφ. 10). Εἰκ. 62-2. Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τὸ Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων. Μονὴ Δαφνίου.498 Βλ. ἐπίσης καὶ στὸ Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου τοῦ Βʹ.499 Εὐγενίου Μ. Ἀντωνιάδου, Ἔκφρασις τῆς Ἁγίας Σοφίας, Τόμος Βʹ, ὅ.π., σ. 162. Ἑλένη Πενοπούλου, Τὰ ἀπόκρυφα Χριστιανικὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης στὴ λατρεία τῶν Θεομητορικῶν Ἑορτῶν, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 219: Ἀναφορά στό· Κ. Καλοκύρης, Ἡ Θεοτόκος εἰς τὴν εἰκονογραφίαν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, Πατριαρχικόν Ἴδρυμα Πατερικῶν μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 394. 499 Vat. gr. 1613, φ. 198, Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ. 497 498 – 254 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ἡ Μεσοπεντηκοστή, Εἰκ. 62-3. Καὶ πάλιν ὁ Ναὸς τοῦ Σολομῶντος, ἀπεικονίζεται ἄνευ καταπετασμάτων, ποὺ γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν. Ἁπλὰ ὁ Ἁγιογράφος ἔκρινε νὰ μὴν μποῦν αὐτὲς οἱ λεπτομέρειες ἐν προκειμένῳ. Εἰκ. 62-3. Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Σολομῶντος. Τὸ Κιβώριον ἄνευ παραπετασμάτων. Ἁγιογραφία/ Φωτογραφία ἀπὸ ἀνώνυμο Ἡμερολόγιον. – 255 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἡ Ὑπαπαντή, Εἰκ. 62-4. Ἐδὼ ἀπεικονίζονται Παραπετάσματα στὸ Κιβώριον. Εἰκ. 62-4. Ἡ Ὑπαπαντή. Τὸ Κιβώριον μετὰ παραπετασμάτων. Αἴγινα, Παληοχώρα. (Φωτ. ΠΔΠ, 2019). – 256 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 63 Ἕτερες Ἀπεικονίσεις Καταπετασμάτων Εἰκ. 63-1. Ἀπεικόνισις ὑψηλοῦ Φράγματος μὲ Καταπετάσματα, καὶ τὸ Μέγα Καταπέτασμα σηκωμένο.500 Εἰκ. 63-2. Ἀπεικονίσεις Καταπετασμάτων.500 500 Bob Atchison, The Sanctuary of Hagia Sophia. 15/6/2023. – 257 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 64 Ὅσιος Νικήτας Στηθᾶτος, Ἠγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου (9901080) Ὁ R. Taft, ἀναφέρεται στὸ ἔργο του στὸν Ἅγιο Νικήτα Στηθᾶτο, χωρὶς νὰ τὸν βάλει στὸ εὑρετήριό του (index), καὶ λέει ὁ Taft ὅτι501: «ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ἱεροῦ ἀπὸ τὸν κόσμο, μέσω ἑνὸς συμπαγοῦς διαχωρίσματος καὶ καταπετασμάτων, ποὺ δημοφιλῶς θεωρεῖται τυπικὴ πρακτικὴ εἰς τὴν Βυζαντινὴν διάταξιν, φαίνεται ὅτι εἶναι μιὰ μεσαιωνικὴ μοναστικὴ πρακτικὴ ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε ξανὰ ἀκουστεῖ κάτι τέτοιο πρὸ τοῦ 11ου αἰῶνος.502 Σὲ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα [συνεχίζει ὁ R. Taft] «ἔφτασε» πρόσφατα ὁ Mathews … .503 Σημειωθήτω [συνεχίζει] ὅτι ὁμιλοῦμε μόνο γιὰ τὴν Κωνσταντινουπολίτικη παράδοση». Γιὰ τὸν Ἅγιο Νικήτα Στηθᾶτο, παραπέμπουμε στὸ ἔργο τοῦ π. Γεωργίου Διαμαντοπούλου,504, 505 ὅπου δίνει τὶς ἀπαντήσεις στὰ ἀνωτέρω, καὶ πέραν αὐτῶν. Ἡ παραπάνω θέση τοῦ Taft (Mathews)506 εἶναι “tricky”. Ἔστω ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε συμπαγὲς Τέμπλο. Ἂν ὅμως ἀποκρύπτεται πλήρως τὸ Ἱερὸν μὲ Ἀμφίθυρα, Κίονες, Ἐπιστήλιο, καὶ Καταπετάσματα, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ “solid sanctuary barrier and curtains” ὡς πρὸς τὴν ἀπόκρυψιν; Εἶναι. Ἄρα ἀποῤῥίπτεται ἡ θέσις του ὡς ἄκυρος (βλ. ἐπίσης, κεφ. 40, σ. 219, καὶ πρβλ. κεφ. 103, σ. 348). Ἄλλωστε καὶ τὸ ὑψηλὸ φράγμα τοῦ Βήματος μὲ τοὺς κίονες, καὶ τὰ συμπαγὴ θωράκια στὶς Βασιλικὲς τοῦ Δʹ καὶ ἔπειτα αἰώνων, ἀναιρεῖ τὴν θέσιν τῶν Mathews καί Taft. R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σ. 413: «Hence to hide the altar from the people by means of a solid sanctuary barrier and curtains, popularly considered to be “typical” of the Byzantine rite, appears to be a medieval monastic practice unheard of before the 11th century. This at least is the conclusion arrived at recently by Mathews…. . Note however that we are speaking only of the Constantinopolitan tradition». Ἡ θέσις αὐτὴ καταῤῥίπτεται εἰς τὴν ὑποσ. 478. 502 Φυσικὰ πρόκειται περὶ δυτικοῦ μύθου, ὡς ἔχουμε ἀποδείξει στὴν παροῦσα ἐργασία. Γιατὶ ὅμως ἔχει ἐπιλεγεῖ ος ὁ 11 αἰῶνας; Τί ἔγινε τότε; Τὸ Μεγάλο Σχῖσμα. Καὶ ὁ νοῶν νοείτω. 503 T. F. Mathews, The early churches of Constantinople …, ὅ.π., σσ. 170-171. Πρόκειται φυσικὰ περὶ δυτικοῦ μύθου, βλ. ὑποσ. 478. 504 G. Diamantopoulos, Die Hermeneutik des Niketas Stethatos, Münchner Arbeiten zur Byzantinistik, 3, Neuried 2019 [ἀνατύπωση München 2021]. 505 Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, [ἐπίσης ἐδῶ], 11/6/2023. 506 Παρόμοια καὶ ὁ H. Wybrew, The Orthodox Liturgy, σσ. 119, 134. 501 – 258 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Τὸν διαιωνιζόμενο μύθο τῶν Mathews/Taft/Wybrew περὶ δῆθεν μοναστικῆς πρακτικῆς τοῦ κλεσίματος τῶν ἁγίων θυρῶν, τὸ ἐπεξηγήσαμε στὴν Προθεωρία, ἀπὸ τὴν ὁποῖαν καὶ μόνον ὁρμῶνται.478 Τὰ περὶ ἀποκρύψεως τοῦ Ἱεροῦ στὴν Κων/πολη ἀποδεικνύεται (βλ. τὰ κεφάλαια ἐνωρίτερον), ἀπὸ τὸν Κωνστάντιο Βʹ τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Παῦλο Σιλεντιάριο, τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητῆ, ἀπὸ τὸ Χειρόγραφον Barb.gr.336 (Ηʹ αἰ.), τὸν Ἅγιο Θεόδωρο Στουδίτη, καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ἀναίρεσιν τῆς θέσεως αὐτῆς (καὶ τῆς πρώτης) στὸ παρὸν ἄρθρο, καὶ στὸ κεφ. 15, σ. 135. Καὶ φυσικὰ ἀποδεικνύεται ὀρθοδοξώτατα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικήτα τὸν Στηθᾶτο καὶ Στουδίτη, βλ. ἐργασία τοῦ π. Γεωργίου Διαμαντοπούλου.504 – 259 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α * (+) 65 [Νικόλαος καὶ] Θεόδωρος ἐπ. Ἀνδίδων (1055-1063), Προθεωρία Κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων, [PG 140, 444-448]· Σημειωτέον ὅτι ἡ Προθεωρία ἐγράφη γιὰ Κληρικούς, καὶ ὄχι γιὰ Λαϊκούς, «πονηθεῖσα ἐκ προτροπῆς καὶ ἀξιώσεως τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Φυτείας Βασιλείου». [PG 140] - Προθεωρία [PG 98]507 - ΙΕΜΘ «(444B) ιθʹ. Μετὰ δὲ τὴν (421Α) «Ἡ δὲ πρὸς τὴν ἁγίαν ἀπόθεσιν τῶν ἁγίων δώρων [μετὰ τράπεζαν τῶν ἁγίων ἀπόθεσις, [...] τὴν Μ. Εἴσοδον], [...]· — — — 507 (424B) Τὸ δὲ καταπέτασμα, ἤγουν ὁ ἀήρ ἐστι, καὶ λέγεται ἀντὶ τοῦ λίθου, οὗ ἠσφάλισε τὸ μνημεῖον ὁ (424C) Ἰωσὴφ, ὅνπερ ἐσφράγισεν ἡ τοῦ Πιλάτου κουστωδία. Ἰδοὺ ἐσταύρωται ὁ Χριστός· τέθαπται ἡ ζωή· ἠσφαλίσθη ὁ τάφος· ἐσφράγισται ὁ λίθος. Ἡ δὲ νίψις τῶν χειρῶν, ἀντὶ τοῦ νίψαντος, καὶ, ‘Ἀθῶός εἰμι,’ φωνήσαντος. [...] (425Α) Τὴν δέησιν δὲ ἀποπληροῦντες ὑπὲρ τῶν ἐνεχθέντων τιμίων δώρων, λέγει· ‘Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ...’ [...]· διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Οἱ παράγραφοι τῆς ΙΕΜΘ μὲ μπλὲ/κόκκινα γράμματα δὲν ὑπάρχουν στὰ ἀρχαιότερα χφφ. – 260 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» μονογενοῦς Σου Υἱοῦ ... . ‘Εἰρήνη πᾶσιν.’ [...]. εἶτα τὸ Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἐκφωνεῖ ὁ διάκονος, ὥστε τὸν αἰσθητὸν γινόμενον ἀσπασμὸν νοητῷ, ἐν τῇ καρδίᾳ εἰσδέχεσθαι, καὶ πᾶσαν ἐξορίζειν μνησικακίαν. Ἀναδιπλασιάζει δὲ παρεγγυώμενος ὁ διάκονος λέγων. Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσσχωμεν· τουτέστι, Μὴ ἀσόφως καὶ ἀλογίστως τολμῶμεν ταυτὶ τὰ ἅγια [...] (425B) Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους. [...]. ‘Τὰς θύρας, τὰς θύρας, ἐν σοφίᾳ.’ Τὰς ἐνθυμήσεις τῶν διανοιῶν ἡμῶν ἄρωμεν ἀπὸ τῶν γηΐνων ἔργων καὶ ἐνθυμημάτων. ‘Πρόσχωμεν ἐν τῇ σοφίᾳ’. (444C) Τούτοις ἕπεται καὶ τὸ (Στῶμεν καλῶς, βλ. παρακάτω Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ 428C) φόβου· πρόσσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορᾷ. Τίς δὲ ἡ ἀναφορά; [...]. (445A) κʹ. Παρεγγυᾶται δὲ πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιερεὺς ἄνω τὰς καρδίας ἔχειν, καὶ ὅλον τὸν νοῦν. Οἱ πιστοὶ δὲ τούτων λεγομένων, ἐπαγγέλονται προσφέρειν πρῶτον μὲν ἔλεον, εἶτα εἰρήνην ὡς θυσίαν αἰνέσεως. Ὁμολογοῦσι δὲ καὶ τὰς καρδίας οὕτως ἔχειν πρὸς Κύριον, ὥσπερ ἐντέλλονται. Ἐπὶ τούτοις [προσέτι] τὸ θεῖον τῆς (425C) Ἤγουν ἐν τῷ Υἱῷ καὶ ὀρθοδόξου πίστεως σύμβολον λέ- Λόγῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς τὴν γεσθαι διατέτακται, [...]508, σοφίαν τοῦ θείου συμβόλου τοῦ, παρὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Ἡ Προθεωρία, [PG 140, 444C-445A], ἔχει τὸ Πιστεύω μετὰ τὸ Στῶμεν καλῶς, καὶ τόΤὰς θύρας, τὰς θύρας, ὄχι πρὸ τοῦ Πιστεύω, ἀλλὰ πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς! Βλ. ὑποσ. 521. Ἐπειδὴ ἐδῶ χρησιμοποιεῖ φράσεις ὅπως «τούτοις ἕπεται» γιὰ τὸ Στῶμεν καλῶς, μετὰ τὸ Τὰς θύρας, καὶ μετὰ λέει «ἐπὶ τούτοις» γιὰ τὸ Πιστεύω, μᾶλλον τὰ περιγράφει μὲ χρονικὴ σειρά. 508 – 261 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 τούτου ἀκούοντες τοῦ ᾀδομένου509, Πατέρων ἐκτεθέντος, ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ προσέξωμεν· [...]. τουτέστι, τοῦ ‘Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα παντοκράτορα.’ [...]. (445B) καʹ. Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλείσις510 καὶ ἡ ἐπάνω τούτων ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, ὡς ἐν τοῖς μοναστηρίοις478 εἰώθασι, καὶ ἡ τοῦ λεγομένου ἀέρος τῶν θείων δώρων ἐπικάλυψις, ὡς οἶμαι, τὴν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ’ ἣν ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη, [...]· (425D) Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλεῖσις, καὶ ἡ ἐπάνωθεν τούτων ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, ὡς οἱ ἐν τοῖς μοναστηρίοις478 εἰώθασι, καὶ ἡ διὰ τοῦ λεγομένου ἀέρος τῶν θείων ἐπικάλυψις, ὡς οἶμαι, τὴν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ’ ἣν ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη, [...]. (445C) διὰ τί γὰρ τὸ κάλυμμα τοῦτο ἀὴρ ὠνομάσθη511, ἢ πάντως διὰ τὸ τὸν ἐπικαλυπτόμενον παρ’ αὐτοῦ σκοτεινὸν ἀέρα τῆς εἰρημένης νυκτὸς εἰκονίζεσθαι; [...] (428Α) Διὰ τί ἄλλο γὰρ τὸ κάλυμμα τοῦτο ἀὴρ ὠνομάσθη479, ἢ πάντως διὰ τὸ τὸν ἐπικαλυπτόμενον παρ’ αὐτοῦ σκοτεινὸν ἀέρα τῆς εἰρημένης νυκτὸς εἰκονίζεσθαι; [...] Αἰρομένου δὲ τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα (445D) διατυποῦται, καθ’ ὃν ἀπήγαγον Αὐτὸν καὶ παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι· (428B) Αἰρομένου δὲ τοῦ ἀέρος, καὶ τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα διατυποῦται, καθ’ ἣν ἀπήγαγον Αὐτόν, καὶ παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι. [...]. Τὴν ἐποχὴ τῆς Προθεωρίας, τὸ Πιστεύω, λεγόταν μετὰ μέλους (φυσικά, μέλους ἁπλοῦ ἐκκλησιαστικοῦ)· «τούτου ᾀδομένου». 510 Ἐδὼ ὁ συγγραφεὺς κάνει χρονικὸ ἄλμα πρὸς τὰ πίσω τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου, διότι λέει διὰ τὴν κλείσιν τῶν θυρῶν ποὺ γίνεται πρὸ τὴν ἐπικάλυψιν τῶν θείων δώρων διὰ τοῦ ἀέρος. Τὴν σήμερον αὐτὸ γίνεται μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον, ἄρα πολὺ πρὸ τοῦ Πιστεύω. 511 πρβλ. [PG 98, 424Β]. 509 – 262 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Πρόσεισι λευχειμονῶν ὁ ἄγγελος, τὸν λίθον τοῦ τάφου ἀποκυλίων τῇ χειρί· δεικνύων τῷ σχήματι, βοῶν τῇ φωνῇ ἐντρόμῳ· καὶ διὰ τοῦ διακόνου κηρύττων τὴν τριήμερον ἔγερσιν· καὶ ὑψῶν τὸ (428C) καταπέτασμα, φωνεῖ ὁ διάκονος λέγων· ‘Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου·’ [...]. ‘Πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορᾷ’· [...]. ‘Ἐν εἰρήνῃ προσφέροντες’· [...]. ‘Ἔλαιον εἰρήνης· θυσίαν αἰνέσεως’. (Στῶμεν καλῶς, βλ. ἀνωτέρω, (444C) ) (428D) Ὁ ἱερεύς· ‘Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ’. [...] ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδὴ κλείσεως καὶ τοῦ καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἵστασθαι ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ, ὡς ἐν αὐλῇ τάχα τοῦ σεπτοῦ θυσιαστηρίου, οἱ θεῖοι Πατέρες διατετάχασι, τὰ σκάνδαλα ἐκ μέσου αἴροντες, καὶ τοὺς ἀναιδῶς καὶ ἀνερυθριάστως ὧδε κἀκεῖσε περιτρέχοντας ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀφελεστέρων, οἶά τινα παιδίσκην ἀποσοβοῦντας καὶ ἀναστέλλοντας, οἵ γε καὶ τὸ Ὅσοι πιστοί512, ἐκφωνοῦντες τοὺς παρεστῶτας ἀσφαλίζονται, τοῦ πτώματος513 τοῦ κορυφαίου μυστικῶς κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἀναμιμνήσκοντες, ὡς ἂν (448A) μή τις τούτων, φόβῳ ἢ δόλῳ κλαπεὶς, 512 513 (429A) Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ἀλλ’ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· καὶ μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, νῦν δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Βλ. Τυπικὸν τῆς Μ. Ἐκκλησίας, [D I, σσ. 171-172]. δηλ. τῆς πτώσεως (τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου). – 263 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 ὑπὸ τῶν ἐν τῇ πυρᾷ τῆς κολάσεως Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ ἀεὶ ἑστηκότων δαιμόνων, πυρίνους Πατρός. [...]. τοὺς λογισμοὺς ἑνιέντων εἰς τὰς καρδίας, μάλιστα τῶν ὑψηλοτέρων κατ’ ἀρετήν, [...]. κβʹ. [...] (448B) διότι τῶν ὑποδιακόνων ἔξωθεν ἀπαιτούντων τοὺς πιστούς, τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀταραξίαν ὡσανεὶ βάσιν ἔχοντες ἔνδον οἱ Ἱερεῖς, ἀταράχως τῶν θείων μυστηρίων μεταλαμβάνουσι514». — κγʹ. Τί δ’ ἄν τις εἴποι περὶ τῶν θείων ῥιπιδίων, ἄρτι ἐγκεχειρισμένων τοῖς διακόνοις, καὶ ὑπ’ αὐτῶν στρεφομένων ἐπάνω τῶν ἁγίων, ὡς ἐν ἐκπλήξει, ἄχρι συμπληρώσεως εἰς τό, ‘Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα (448C) Σου τὸ ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα,’ τῆς θεολέκτου προσευχῆς; Τολμηρὸν μὲν οὖν τὸ περὶ τούτων φθέγγεσθαι ἔτι· ἐπεὶ δ’ ἅπαξ ὑπείξαμεν τῇ ἐντολῇ τοῦ κελεύσαντος515, φέρε καὶ περὶ τούτων εἴπωμεν, διδόντος Θεοῦ· [...]. — (449Β) [...] τῇ ὑπερουσίῳ φύσει τὴν δοξολογίαν προσφέρουσιν, ὡς ἐξ αὐτῶν χερουβὶμ καὶ τῶν σεραφὶμ ἀποδιδομένην αὐτῷ· εἰς τοῦτο γὰρ ὁδηγεῖ ἡμᾶς ἡ λέγουσα ἐκφώνησις τὸν ἐπινίκιον ὕμνον· [...] (429C) Καὶ νοερῶς ὁρᾷ καὶ βοᾷ τὴν τῶν Σεραφικῶν δυνάμεων τρισάγιον δοξολογίαν, τῶν μὲν Χερουβὶμ ἐπισκιαζόντων, καὶ τῶν Σεραφὶμ κεκραγότων, μεθ’ ὧν Φυσικὰ δὲν ἐννοεῖ ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο τῆς περιγραφῆς μεταλαμβάνουν, διότι ἀργότερα ἔχει Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον, καὶ τὸ Λάβετε, φάγετε. Ἐννοεῖ ὅλη τὴν χρονικὴ περίοδο τῆς Ἀναφορᾶς, ὅπου οἱ ὑποδιάκονοι ἔξω ἐκφωνοῦν τὸ Ὅσοι πιστοί. Βλ. Τυπικὸν τῆς Μ. Ἐκκλησίας, [D I, σσ. 171-172]. 515 δηλ. τοῦ ἐπισκόπου Φυτείας Βασιλείου. 514 – 264 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» βοᾷ· ‘Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον 517 κεʹ. Πρὸς δὲ καὶ ὁ μετὰ τὴν ᾄδοντα.’ ἐκφώνησιν τρισάγιος ὕμνος516· τούτου δὲ ᾀδομένου, ἡ Εὐχὴ μάλιστα μὲν τοῦ μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ θείου Χρυσοστόμου, [...] ἐκφωνοῦσι τό, ‘Λάβετε, φάγετε’. [...]». (437B) Δοξάζοντες δὲ βοῶμεν· ‘Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν Σοι προσφέροντες’· [...]. Ὁ λαός· ‘Σὲ ὑμνοῦμεν, τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα. Σὲ εὐλογοῦμεν, τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον· σοὶ εὐχαριστοῦμεν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, Τριὰς ἐν μονάδι, καὶ μονὰς ἐν Τριάδι,’ [...]518. Καὶ γὰρ τὸ ἐπικεκυφότως ποιεῖν τὸν ἱερέα τὴν θείαν μυσταγωγίαν, ἐμφαίνει τὸ συλλαλεῖν ἀοράτως τῷ μόνῳ Θεῷ. (437C) Ὅθεν καὶ τὴν θείαν φωτοφάνειαν ὁρᾷ, καὶ τῇ λαμπρότητι τῆς δόξης τοῦ προσώπου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐμφαιδρύνεται519, καὶ ὑποστέλλει ἑαυτὸν τῷ φόβῳ καὶ τῇ αἰδοῖ· [...].520 [...]». Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. M. Zheltov, The Primary Redaction …, σ. 120. 518 M. Zheltov, The Primary Redaction …, σ. 126. 519 Ὅπως ἔχουν μαρτυρήσει ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ στὶς ἡμέρες μας ἅγιοι Ἱερεῖς, βλ. Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, Ἱερομονάχου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου. 520 M. Zheltov, The Primary Redaction …, σ. 128. 516 517 – 265 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Κατ’ ἀρχήν, παρατηρεῖται, ὡς ἀνεφέρθη στὴν ὑποσημείωση 508, ὅτι ἡ Προθεωρία, [PG 140, 444C-445A], ἔχει τὸ Πιστεύω μετὰ τὸ Στῶμεν καλῶς, καὶ τόΤὰς θύρας, τὰς θύρας, ὄχι πρὸ τοῦ Πιστεύω, ἀλλὰ πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς.521,522 Σὲ ἀντίθεση ἡ ἔκδοση PG τῆς ΙΕΜΘ, ἔχει κανονικὰ (μὲ τὴν σημερινὴ ἔννοια/διάταξη) τὸ Πιστεύω πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς, καὶ τόΤὰς θύρας, τὰς θύρας, πρὸ τοῦ Πιστεύω. Ἡ ἀρχαιότερη ἔκδοση τῆς ΙΕΜΘ (βλ. M. Zheltov, ἀνωτέρω) δὲν ἔχει καθόλου τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας, οὔτε τὸ τοῦ Πιστεύω, ἀλλὰ ἔχει τὸ Στῶμεν καλῶς. Ἐπίσης δὲν ἔχει καθόλου τὶς παραγράφους γιὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα. Τώρα ἀναλύοντας τὶς θύρες στὴν Προθεωρία [PG 140, 444-448]· Ἡ φράση τῆς Προθεωρίας· καʹ. Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλείσις καὶ ἡ ἐπάνω τούτων ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, […] καὶ ἡ τοῦ λεγομένου ἀέρος τῶν θείων δώρων ἐπικάλυψις [PG 140, 445B], ἀντίστοιχα ΙΕΜΘ [PG 98, 425D], ὑποδηλώνει ὅτι τὰ ἅγια θύρια (τοῦ Ἱεροῦ) καὶ τὸ ἐπάνω τούτων καταπέτασμα κλείνουν μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον (λόγῳ τοῦ ἀέρος ποὺ ἀναφέρει καὶ ὁ ὁποῖος ἐπικαλύπτει τὰ θεία δώρα ἀμέσως μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον). Παρακάτω λέγει [PG 140, 445C] (ἀντίστοιχα ΙΕΜΘ [PG 98, 428B])· «Αἰρομένου δὲ τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων». Πότε ἀνοίγουν ὅμως τὰ ἄγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα, σύμφωνα μὲ τὴν Προθεωρία; Πότε αἰρόταν ὁ ἀέρας στὴν διάταξη ποὺ περιγράφει ἡ Προθεωρία; Σήμερα αἵρεται στὸ Πιστεύω καὶ πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς. Ὅμως στὴν Προθεωρία τὸ Πιστεύω εἶναι μετὰ τὸ Στῶμεν καλῶς! Στὴν Προθεωρία ὅμως πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς, ὑπάρχει τὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας (χωρὶς τὸ Πιστεύω). Συνεπῶς μὲ πᾶσα ἐπιφύλαξη, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τῆς Καθόλου ἀπορίας ἄξιον, διότι ὅπως παραδέχεται καὶ ὁ Ἰω. Φουντούλης, ὁ Ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος Πατρ. Κων/πόλεως ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐξασφάλισε τὴν ὀρθὴ καὶ ὁμοιόμορφη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας! Ἡ Διάταξη (Λειτουργίας) τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου [V.480 (ἔτους 1334)], [ΠΠ4], εἶναι ἡ πιὸ γνωστὴ καὶ ἡ πλέον ἀποδεκτὴ σὲ ὅλον τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. [...] «Ἡ Διάταξη τοῦ Φιλοθέου κατὰ τὸν καθηγητὴ Ἰωάννη Φουντούλη ἀποτελεῖ «σταθμὸ στὴν ἐξέλιξη τῆς Θείας Λειτουργίας. Σταθεροποίησε καὶ βαθμηδὸν ἑνοποίησε τὶς λειτουργικὲς τυπικὲς διατάξεις καὶ ἐξασφάλισε τὴν ὀρθὴ καὶ ὁμοιόμορφη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας», πρβλ. [ΔΘΛ, σ.13], Προλεγόμενα Π.Ἰ. Σκαλτσῆ. 522 [ΔΘΛ] Διατάξεις τῆς Θείας Λειτουργίας, κατὰ τὰ Βατοπαιδινὰ Χειρόγραφα τοῦ ΙΔʹ αἰώνα, Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, 2019. 521 – 266 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Προθεωρίας, στὸ Τὰς θύρας, τὰς θύρας, ἀνοίγει τὸ καταπέτασμα καὶ τὰ ἅγια θύρια, πρὸ τοῦ Στῶμεν καλῶς (τὸ Πιστεύω ἔπεται σὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν). Ὅμως δὲν μένουν τὰ ἅγια θύρια γιὰ πολὺ ἀνοικτά, ἀλλὰ ἀμέσως παρακάτω, [PG 140, 445D-448A], περιγράφει τὴν γιὰ δευτέρα φορὰν κλείσιν τῶν ἁγίων θυρίων καὶ τοῦ καταπετάσματος· «ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδὴ κλείσεως καὶ τοῦ καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἵστασθαι [...] καὶ τὸ Ὅσοι πιστοί, ἐκφωνοῦντες τοὺς παρεστῶτας ἀσφαλίζονται». Πότε κλείνουν γιὰ δεύτερη φορά, σύμφωνα μὲ τὴν ἀνωτέρω διάταξιν; Μετὰ τὸ Πιστεύω. Πρβλ. κεφ. 18, σ. 146. Ἡ Προθεωρία μᾶς λέει ὅτι ὅταν κλείνουν γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα, οἱ ὑποδιάκονοι βρίσκονται στὸ ἐκκλησίασμα καὶ ἐκφωνοῦν τὸ Ὅσοι πιστοί, ὅπως οἱ θεῖοι Πατέρες διέταξαν, γιὰ νὰ νουθετοῦν τοὺς ταραχοποιοὺς (καὶ αὐτοὺς ποὺ «δὲν ἔβαζαν γλῶσσα μέσα») «τοὺς ἀναιδῶς καὶ ἀνερυθριάστως ὧδε κἀκεῖσε περιτρέχοντας ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀφελεστέρων», καὶ γιὰ νὰ ὑπενθυμίζουν στοὺς Πιστοὺς ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἰδιαίτερα πρέπει νὰ προσεύχονται, καὶ γιὰ νὰ ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴ τῶν Πιστῶν στὴν Προσευχή. Πῶς ὅμως ἐν ὥρᾳ Ἀκολουθίας ἔβρισκαν εὐκαιρία τινὲς ταραχοποιοὶ νὰ διαταράσσουν τὴν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας; Φυσικὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἐσωτερικὴ προσευχητικὴ πνευματικὴ κατάσταση, καὶ ἀπὸ τὴν σιγῆ ποὺ ἐπικρατοῦσε. Προφανῶς, ἦταν ἡ στιγμὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς (τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν, ὅπως λεγόταν παλαιά) καὶ ὑπῆρχε ἄκρα σιγῆ στὴν ἐκκλησία, καὶ ἔτσι ἔβρισκαν τινὲς τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουν καὶ νὰ ἀποσπάσουν τὸν διπλανό τους ἀπὸ τὴν προσευχή του523. Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες ἔβαλαν τοὺς ὑποδιακόνους νὰ λένε τό Ὅσοι πιστοί. Σὰν νὰ λένε, ὅσοι εἶστε πραγματικὰ πιστοί, προσευχηθεῖτε (μέσα σας) αὐτὴν τὴν ἱερὴ στιγμή, καὶ μὴ σᾶς ὑποκλέπτουν οἱ πλάνοι λογισμοί! Στὴν Ἐκκλησία ὅλοι προσεύχονται, παράλληλα, μὲ διαφορετικὲς Εὐχές ὅμως, καὶ οἱ Ἱερεῖς μὲ τὶς ἱερατικὲς Εὐχές τους μυστικῶς, καὶ οἱ Λαϊκοὶ εἴτε μὲ τὴν προσφώνηση τοῦ Διακόνου (τὴ στιγμὴ τῶν αἰτήσεων) καὶ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως), εἴτε μὲ τὶς μυστικὲς δικές τους ἐσωτερικὲς προσευχές καὶ αἰτήματα πρὸς τὸν Θεόν. 523 – 267 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Τὸ ὅτι ὑπῆρχε ἄκρα σιγῆ στὴν ἐκκλησία στὴν ἁγία Ἀναφορά μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο· «ὅταν ἐστήκῃ πρὸ τῆς τραπέζης ὁ Ἱερεύς, τὰς χεῖρας ἀνατείνων εἰς τὸν οὐρανόν, καλῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τοῦ παραγενέσθαι καὶ ἅψασθαι τῶν προκειμένων, πολλὴ ἡσυχία, πολλὴ σιγή», [PG 49, 397-398]. Ἀπὸ τὴν πληροφορία τῶν ὑποδιακόνων καὶ τὸ Ὅσοι πιστοί, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Τυπικόν, μποροῦμε νὰ ἐπαληθεύσουμε ὅτι ὅντως ἦταν ἡ στιγμὴ τῶν Μυστικῶν Εὐχῶν, ἤτοι τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς524, 525. Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ἤτοι τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως)· «Καὶ γενομένης τῆς συνήθους ἀκολουθίας, εἰς τὰς Μυστικὰς Εὐχὰς ἐξέρχεται ὁ ὑποδιάκονος, οὐδὲν φέρων ἐν ταῖς χερσίν, ἀπὸ τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου, καὶ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἄμβωνος. Καὶ ὅτε ἐκφωνεῖ ὁ ἀρχιερεὺς Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον, ψάλλει ὁ τοιοῦτος ὑποδιάκονος μετὰ μέλους τὸ Ὅσοι πιστοί, ἐκ τρίτου. Καὶ πάλιν, ὅτε ἐκφωνεῖ ὁ ἀρχιερεὺς τὸ Λάβετε, φάγετε, ὁ ὑποδιάκονος ψάλλει μετὰ μέλους πάλιν τὸ Ὅσοι πιστοί, ἐκ τρίτου. Καὶ πάλιν, ὅτε ἐκφωνεῖ ὁ ἀρχιερεὺς τὸ Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, λέγει ὁ αὐτὸς ὑποδιάκονος ἐκ τρίτου τὸ Ὅσοι πιστοί, εἶτα εἰσέρχεται πάλιν διὰ τοῦ ἀριστεροῦ μέρος εἰς τὸ ἅγιον βῆμα, καὶ ἔκτοτε γίνεται ἡ συνήθης ἀκολουθία τῆς θείας λειτουργίας», [D I, σσ. 171-172, Τάξις κατὰ τὸ τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, χφ. τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Σκήτης τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου, 15ου αἰ. ἀντιγράφων ἀρχαῖαν παράδοσιν]524. Ἀξιοσημείωτον, ὅτι ἡ παράγραφος [PG 140, 445D] τῆς Προθεωρίας (μὲ τοὺς ὑποδιακόνους, καὶ τὸ Ὅσοι πιστοί), ἀντιστοιχίζεται (βλ. παραπάνω στὴν ἀντιπαράθεση) μὲ τὴν παράγραφο [PG (D I, D II, D III) Aleksej Dmitrievskij, Opisanie liturgitseskich rukopisej, 1895- 1917. [Περιγραφὴ λειτουργικῶν χφ., Τόμοι 1-3]. 525 Παλαιὰ ἡ Ἁγία Ἀναφορά, λεγόταν καὶ Μυστικὲς Εὐχές. Βλ. Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ἤτοι τῆς Ἁγίας Σοφίας Κων/πόλεως), [D I, σσ. 171-172, Τάξις κατὰ τὸ τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, χφ. τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Σκήτης τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου, 15ου αἰ. ἀντιγράφων ἀρχαῖαν παράδοσιν], καὶ ἄλλες ἀναφορές στὰ ἄρθρα μας. 524 – 268 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 98, 429A] τῆς ΙΕΜΘ (Ἰστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία - Ἰστορία Μυσταγωγική Ἐκκλησιαστική), ἡ ὁποῖα παράγραφος ὑπάρχει καὶ στὰ ἀρχαιότερα τῶν χφφ τῆς ΙΕΜΘ526: «(429A) Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ἀλλ’ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· καὶ μεμύηται τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, νῦν δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός. [...].» Καὶ ἐδῶ, ὡς προείπαμε [M. Zheltov, σ. 120], [PG 98, 429A], μαρτυρεῖται ἡ στιγμὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς ὅπου ὁ ἱερεὺς εἶναι μόνος καὶ συλλαλεῖ μὲ τὸν Θεὸ μόνος μόνῳ, ἂρα μυστικῶς καὶ φυσικὰ μὲ κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα (ἤ/καὶ μὲ κλειστὰ τὰ παραπετάσματα τοῦ ἱεροῦ Κιβωρίου. Ποὺ τό «ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», καὶ τὸ «μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια», καὶ ποὺ ἡ σημερινὴ πράξις τῶν καμερῶν στὸ Ἱερόν, τῆς ἐκφώνου Προσευχῆς τῶν Ἱερέων, ἤτοι τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν ἱερατικῶν Εὐχῶν, κτλ.; Βλ. κεφ. 18. Ὁ R. Taft λέει εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὰ καταπετάσματα μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον καὶ εἶναι κλειστὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς.527 Ἄρα, ἀναντιῤῥήτως, στὴν Προθεωρία [PG 140, 445Β] (καὶ οἱ ἀντίστοιχες παράγραφοι στὴν ἔκδοση PG τῆς ΙΕΜΘ), μὲ τὸν ὅρο Τὰς θύρας, τὰς θύρας ὅντως ἐννοοῦνται πρωτίστως τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα ἐπάνω αὐτῶν. Γιὰ τὸν διπλασιασμό, βλ. κεφ. 14. M. Zheltov, The Primary Redaction …, σ. 120. R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σ. 409: “The Protheoria does not always comment on ritual elements in proper sequence at this somewhat overcharged part of the liturgy, but it is clear from the context that the doors and curtains were shut after the Great Entrance and remained closed during the Anaphora”. 526 527 – 269 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 66 Ἰσιδώρου Πυρομάλλη – Διάταξις τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (ΙΑ-ΙΒʹ αἰ.), Εὐχολόγιον Goar (1647), σσ. 180-183 Τὸ χειρόγραφον εἶναι τοῦ ΙΑ-ΙΒʹ αἰῶνος, ἀλλὰ ἔχει καὶ παλαιότερα στοιχεῖα. «Ὁ Διάκονος. Τὰς θύρας, τὰς θύρας. Καὶ κατακλείονται αἱ θύραι528. Ὁ Διάκονος. Πρόσχωμεν· καὶ τὸ σύμβολον ψάλλωμεν. Καὶ τοῦ ἀρχιδιακόνου ἀρχομένου, πάντες τὸ σύμβολον ψάλλουσι. Μετὰ τὸ σύμβολον, αἴρεται τρίτον, καὶ τρίτον ἀφαιρεῖται ἐκ τῶν ἁγίων δώρων τὸ κάλυμμα. Καὶ λέγει ὁ Διάκονος· Στῶμεν καλῶς. Ὁ λαός. Ἔλεον εἰρήνης. Ὁ Ἀρχιερεὺς ἐκφώνως. Ἡ χάρις, καὶ τὰ καθεξῆς. Ὁ Ἀρχιερεὺς μυστικῶς. Ὁ ὢν δέσποτα κύριε. Καὶ ἐκφώνως. Τὸν ἐπινίκιον. Καὶ ὁ λαὸς μετὰ τοῦ κλήρου λέγει. Ἅγιος [Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ]. Ὁ Ἀρχιερεὺς μυστικῶς. Μετὰ τούτων. Ἐκφώνως. Ἔδωκε τοῖς ἁγίοις. Ὁ χορός. Ἀμήν. Πάλιν [ὁ Ἀρχιερεὺς] μυστικῶς. Ὁμοίως. Ἐκφώνως. Πίετε ἐξ αὐτοῦ. Ὁ χορός. Ἀμήν. Πάλιν [ὁ Ἀρχιερεὺς] μυστικῶς. Τοῦτο ποιεῖτε. Ἐκφώνως. Τὰ σὰ. Ὁ λαός. Σὲ ὑμνοῦμεν. ... Ὁ Ἀρχιερεὺς Ἐκφών. Ἐξαιρέτως τῆς. Πάλιν [ὁ Ἀρχιερεὺς] μυστικῶς. Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Ἐκφώνως. Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Πάλιν [ὁ Ἀρχιερεὺς] μυστικῶς. Μνήσθητι κύριε πάσης ἐπισκοπῆς. Ἐκφώνως. Καὶ δὸς ἡμῖν. Ὁ λαός. Ἀμήν. Ὁ Ἀρχιερεὺς. Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη. Ὁ λαός. Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. Δὲν ἀναφέρεται τὸ Καταπέτασμα. Μᾶλλον τὰ Ἀμφίθυρα τῆς Ἁγίας Σοφίας ἦσαν ἀπὸ κάτω μέχρι πάνω, ἢ τοὐλάχιστον ὑψηλὰ (ὡς τά 3/4 ἢ 4/5 τοῦ ὕψους τοῦ ἀνοίγματος) ὡς καὶ τὰ Ῥωσικά. (Ὑπῆρχε βέβαια, καὶ παράλληλο Καταπέτασμα ἀπὸ κάτω μέχρι πάνω, γιὰ εὐκολία εἰς τινὰς στιγμάς, βλ. ἀργότερα τοὺς Παλαιόπιστους Ῥώσσους, κεφ. 99, σ. 339). 528 – 270 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Ὁ Διάκονος ἐν τῷ ἄμβωνι. Ἀνοιχθήτωσαν αἱ θύραι. Καὶ ἀνοίγονται αἱ θύραι. Λιτανεία Τετάρτη. Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες ... .», σ. 183. Προφανῶς ἐδῶ αἱ θύραι ἀναφέρονται στὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ. Ἔτσι ἐρμηνεύει ὁ R. Taft, καὶ ὁ Τρεμπέλας.529 Ὅτι ἀναφέρονται στὶς θύρες τοῦ Ἱεροῦ καὶ ὄχι τοῦ Ναοῦ, ἐξάγεται εὔκολα ὡς ἑξῆς· i. Ὡς εἴδαμε, σ. 121, οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ ἔκλειναν στὰ Διακονικὰ τῶν Κατηχουμένων, μὲ ὄχι τὴν τυχοῦσα φασαρία. ii. Πάλιν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀνάλυση, ἂν ὑποννοοῦνταν οἱ θύρες τοῦ Ναοῦ θὰ γινόταν μεγάλη ταραχὴ στὴν ἐκκλησία (καὶ θὰ γύριζε ὁ κόσμος 180 μοῖρες νὰ τὶς δεῖ νὰ κλείνουν κτλ.) καὶ μάλιστα τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία. iii. Ἐὰν πάλιν ὑποννοοῦνται οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, γιατὶ νὰ ἀνακοινωθεῖ τὸ ἄνοιγμά τους; Γιὰ νὰ μάθουν ὅτι εἶναι ἀνοικτὲς καὶ νὰ φύγουν ὅσοι θέλουν νὰ φύγουν; iv. καὶ τὸ πιὸ σημαντικό· Ὁ σκοπὸς τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν εἶναι νὰ μὴν μποῦν οἱ Κατηχούμενοι, ἀμύητοι, κτλ., οὔτε γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦν, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ κοινωνήσουν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ μὴ βγοῦν πρὶν τὴν Θ. Κοινωνία οἱ πιστοί! Βλ. Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων, καὶ Σύνοδο τῆς Λαοδικείας, σσ. 143, 194, 206. Ἄρα ἐὰν ὑποννοοῦνται οἱ ἐξωτερικὲς θύρες, καὶ ἄνοιγαν πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας, αὐτομάτως ἀκυρώνεται ὁ λόγος ὑπάρξεως (κλεισίματος) τῶν ἐξωτερικῶν θυρῶν! Μὲ ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες, ἄγνωστοι κατηχούμενοι, ἀμύητοι, κτλ., θὰ μποροῦν νὰ εἰσέλθουν νὰ κοινωνήσουν, καὶ οἱ πιστοὶ (ποῦ δὲν ἦσαν τελικὰ τῷ ὄντι πιστοί) θὰ μποροῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι παλαιὰ καὶ παρόντος Ἀρχιερέως (καὶ δὴ στὴν Ἁγία Σοφία) ἔκλειναν τὰ ἅγια θύρια (ἀμφίθυρα)! Σήμερα; Τὰ πάντα διάπλατα, μὲ ὑπερπεπλατυσμένες Ὠραίες Πύλες,260 λὲς καὶ δὲν ὑπάρχει Μυστήριο. R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., 1975, σσ. 408-409. Ἐπίσης, Π.Ν. Τρεμπέλα, Αἱ Τρεῖς Λειτουργίαι, 1935, σσ. 124-125 (ὑποσ. 36). Πρβλ., πρωτ. Θεόδωρος Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», ὅ.π., σ. 539. 529 – 271 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 67 Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis) - Ἄνοιγμα ἁγίων θυρίων, 12ος αἰ., φ. 27β «Καὶ τοῦ Διακόνου μετὰ τὴν ἄνοιξιν τῶν θυρῶν ἐπιφωνοῦντος Πάντων τῶν Ἁγίων, ὁ Ἱερεὺς κλινόμενος ἐπεύχεται· Σοὶ παρακατατιθέμεθα».530 Εἰκ. 67-1. Ἄνοιγμα ἁγίων θυρίων. Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis), 12ος αἰ., φ. 27β.530 Πρόκειται γιὰ τὶς ἅγιες θύρες τοῦ Ἱεροῦ. Βλ. κεφ. 66. 530 Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis), 12ος αἰ., φ. 27β, Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ, 11/6/2023. – 272 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 68 Leo Tuscus531 (12ος αἰ.) - Καταγραφὴ τῆς Θείας Λειτουργίας στὴν Κωνσταντινούπολη Ὁ διάκονος ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ ἅγια θύρια διατάσσεται νὰ κλείσει τὰ ἅγια θύρια πρὸ τοῦ Πιστεύω532, 533. Καὶ ἀφοῦ δόθηκε ὁ ἀσπασμός τῆς εἰρήνης, ὁ ἀρχιδιάκονος ἔκανε νόημα στόν διάκονο ποῦ στεκόταν ἔξω νὰ κλείσει τὶς πόρτες τῆς εἰσόδου τοῦ Ἱεροῦ καὶ εἶπε: Πρόσσχωμεν. Καὶ ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός ἔλεγαν: Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση, ὁ διάκονος λέει: Στῶμεν καλῶς, ... . Πρόκειται γιὰ τὶς ἅγιες θύρες τοῦ Ἱεροῦ. Βλ. κεφ. 66. Καὶ ὡς· Leo the Tuscan, Λέων ἀπὸ τὴν Τοσκάνη (Toscana) τῆς Ἰταλίας. A. Jacob, La traduction de la Liturgie de S. Jean Chrysostome par Léon Toscan. Edition critique, OCP 32, 1966, σ. 152. 533 R. F. Taft, The Great Entrance, ὅ.π., σ. 409. Ἐπίσης, πρωτ. Θεόδωρος Ἰ. Κουμαριανός, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας πρόσχωμεν», ὅ.π., σ. 541. 531 532 – 273 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 69 Νικήτας Χωνιάτης (1155-1216)· Περιγραφὴ Καταπετάσματος Ἁγίας Σοφίας [PG 139, 1044A] Ὁ Νικήτας Χωνιάτης, αὐτόπτης μάρτυρας τῆς Ἀλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους (1204), περιγράφει: «Μετ’ οὐ πολὺ δὲ κατασπῶσι καὶ τὸ τοῦ Μεγίστου Νεὼ [τῆς Ἁγίας Σοφίας] Καταπέτασμα εἰς [ἐς] μυρίας πολλάκις ἀργύρου μνᾶς ἀριθμούμενον, καὶ τούτου ὀβρυζοτέρου [εὐροιζοτέρου] παντός, καὶ εἰς βάθος χρυσῷ πυκαζόμενον», [PG 139, 1044A]. Δηλ. μετά ἀπὸ λίγο, κατακομμάτιασαν καὶ τὸ πυκνὰ διακοσμούμενο μὲ καθαρὸ χρυσὸ Καταπέτασμα [προφανῶς τοῦ Ἱεροῦ] τοῦ μεγίστου Ναοῦ [τῆς Ἁγίας Σοφίας], τεραστίας χρηματικῆς ἀξίας. Πρβλ. κεφ. 46-47. – 274 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 70 Ἅγιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Ῥωσσίας (1200) – Περιγραφὴ Κιβωρίου Ἁγίας Σοφίας Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ (Novgorod) Ἅγιος Ἀντώνιος, ἐπισκέφθηκε σὲ προσκύνημα, πρὸ τοῦ νὰ γίνει Ἀρχιεπίσκοπος, ὡς μοναχός, τὴν Ἁγία Σοφία τό 1200 μ.Χ., τέσσερα χρόνια πρὶν τὴν Ἄλωσιν τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Περιγράφει:534 «Ἐπάνω ἀπὸ τὴν μεγάλη Ἁγία Τράπεζα εἶναι κρεμασμένο [ἀπὸ τὸ Κιβώριον] τὸ στέμμα τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου, γεμάτο μὲ πολύτιμους λίθους καὶ μαργαριτάρια. Ἀπὸ κάτω βρίσκεται [κρεμάμενος] ἕνας χρυσὸς σταυρός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κρέμεται ἕνα χρυσὸ περιστέρι [παλαιὸ ἀρτοφόριο]. Τὰ στέμματα τῶν ἄλλων Αὐτοκρατόρων κρέμονται γύρω ἀπὸ τὸ Κιβώριον, τὸ ὁποῖον [Κιβώριον] εἶναι κατασκευασμένο ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀσήμι. Οἱ κίονες τῆς Ἁγίας Τραπέζης [τοῦ Κιβωρίου] καὶ τοῦ Ἱεροῦ καὶ τοῦ Βήματος εἶναι ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀσήμι, φτιαγμένα μὲ μεγάλη καλλιτεχνία, καὶ ἔχουν μεγάλη ἀξία. Ἀπὸ τὸ Κιβώριον κρέμονται ἐπίσης 30 μικρότερα στέμματα γιὰ νὰ θυμίζουν στοὺς Χριστιανοὺς τὰ [τριάκοντα] ἀργύρια τοῦ Ἰούδα [μὲ τὰ ὁποία παρέδωσε τὸν Χριστόν]. Στὸ Κιβώριον εἶναι535 προσαρτημένα παραπετάσματα, τὰ ὁποῖα παλαιότερα τραβοῦσαν οἱ Ἐπίσκοποι κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Ἀκολουθιῶν. Ῥωτήσαμε γιατὶ τὸ ἔκαναν καὶ μᾶς ἀπάντησαν γιὰ νὰ μὴ βλέπουν οἱ Ἱερεῖς τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς ἀνθρώπους [καὶ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν προσευχή],536 ἀλλὰ νὰ ὑπηρετοῦν [καὶ προσεύχονται εἰς] τὸν Ἅγιο Θεὸ μὲ καθαρὴ καρδιά καὶ ψυχή.537 W. R. Lethaby & H. Swainson, The Church of Sancta Sophia Constantinople A Study of Byzantine Building, 1894, σσ. 103-105. 535 Τὸ σωστὸ εἶναι «εἶναι» καὶ ὄχι «ἦταν» (ὄχι “were” attached), διότι ἀργότερα λέει ὅτι τὰ παραπετάσματα εἶναι δεμένα στοὺς κίονες τοῦ Κιβωρίου. Ἄρα τὰ εἶδε τὰ Παραπετάσματα. Καὶ πῶς νὰ μὴν «εἶναι», ποὺ ἦσαν ἐξ ἀρχῆς τοποθετημένα μαζὶ μὲ τὸ Κιβώριον ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό. Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε ὁ λόγος τοῦ Κιβωρίου (ὄχι ὅπως σήμερα ποὺ κατήντησε διακοσμητικὸ στοιχεῖο): Γιὰ νὰ προσαρτηθοῦν, κρεμασθοῦν στὶς πλευρές του Παραπετάσματα. Πρβλ. κεφ. 44-47. 536 Ὄχι μόνον νὰ μὴν βλέπουν, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ δημιουργήσουν Ταμιεῖον Προσευχῆς, καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ Μυστήριον (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-390): «μυστικῶς τὰ Μυστικὰ φθέγγεσθαι, καὶ ἁγίως τὰ ἅγια, καὶ μὴ ῥίπτειν εἰς βεβήλους ἀκοὰς τὰ μὴ ἔκφορα» [PG 36, 17]), βλ. §11.2. 537 Προφανῶς οἱ Ἱερεῖς τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς ἐποχῆς πρὸ τῆς Ἀλώσεως ποὺ ἐξήγησαν στὸν Ἀντώνιο, δὲν τραβοῦσαν τὰ Παραπετάσματα τοῦ Κιβωρίου (πνευματική παρακμή), ἀλλὰ σίγουρα ἔκλειναν τὰ Ἅγια Θύρια καὶ 534 – 275 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Ἀργότερα οἱ αἱρετικοί, ὅταν κανεὶς δὲν τοὺς ἔβλεπε ὅπως ἦσαν πίσω ἀπὸ τὰ Παραπετάσματα, πῆραν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ ἔφτυσαν καὶ πάτησαν. Τὸ Πνεῦμα προειδοποίησε τοὺς πατέρας γιὰ αὐτὴν αἵρεση, καὶ οἱ πατέρες στερέωσαν τὰ Παραπετάσματα στοὺς Κίονες τοῦ Κιβωρίου, καὶ τοποθέτησαν ἕναν Ἀρχιδιάκονο κοντὰ στὸν Πατριάρχη, Μητροπολίτη ἢ Ἐπίσκοπο, ὥστε νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ ἁγίως χωρὶς αἵρεση».538 τὸ Καταπέτασμα (Ὡραία Πύλη) τοῦ Ἱεροῦ. Πρβλ. κεφ. 66. Σίγουρα ὅμως, ἀλλοῦ, τὴν ἴδια ἐποχή, τραβοῦσαν καὶ τὰ Παραπετάσματα, ὅπως συμβαίνει ἀκόμη στὸ Ἅγιον Ὄρος (κεφ. 17), ἢ στὴν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στὶς ἐνορίες (κεφ. 18.1), ἀκόμη καὶ στοὺς Δυτικοὺς τόν 13ον αἰῶνα (κεφ. 73). 538 Προφανῶς ἡ τελευταῖα παράγραφος ἦταν ἡ δικαιολογία τῶν Ἱερέων τῆς Ἁγίας Σοφίας πρὸ τῆς Ἀλώσεως, ποὺ ἀφήσανε τὴν Παράδοση τοῦ κλεισίματος τῶν Παραπετασμάτων τοῦ Κιβωρίου (βλ. ὑποσ. 537). Ὅταν πέρασε ἡ Αἵρεση, γιατὶ δὲν ἐπαναφέρανε τὴν Παράδοσιν ποὺ παραδέχθηκαν ὅτι τηροῦνταν στὴν προηγούμενη παράγραφο; Καὶ ἐπίσης τί γινόταν σὲ ἄλλους Ναοὺς μὲ Ἱερεῖς ποὺ λειτουργοῦσαν μόνοι τους, καὶ ἐπίσης κανεὶς δὲν τοὺς ἔβλεπε; —Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὅμως ἡ παράγραφος αὐτὴ μᾶς ἐνημερώνει ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ὅτι παλαιὰ ὁ Ἱερεὺς (Ἀρχιερεὺς) «μόνος μόνῳ» (κεφ. 53) ἐτελοῦσε τὴν Ἁγία Ἀναφορά, καὶ ἄνευ (ἀρχι)διακόνου. – 276 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 71 Γεωργίου Παχυμέρη (1242-1310)· Παράφρασις εἰς τὰς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Ἐπιστολάς, Εἰς τήν Ηʹ Ἐπιστολήν [PG 4, 468D-469Α] «Ἵστανται γὰρ ἐν μὲν τῷ θυσιαστηρίῳ πρῶτον ἀρχιερεῖς, εἶτα ἱερεῖς, εἶτα πρὸς ταῖς πύλαις [τὰ ἅγια θύρια τοῦ Ἱεροῦ] διάκονοι· ἔξωθεν δὲ τῶν πυλῶν οἱ θεραπευταί [μοναχοί], πρὸς αὐταῖς ἱστάμενοι, οὐ πρὸς φυλακὴν αὐτῶν δὴ τῶν πυλῶν [τοῦ Ἱεροῦ], (τοῦτο γὰρ τῶν πρὸς αὐταῖς ἐντὸς ἱσταμένων λειτουργῶν, δηλονότι διακόνων καὶ ὑποδιακόνων, ἐστίν·) ἀλλὰ πρὸς τάξιν καὶ ἐπίγνωσιν ἑαυτῶν, ἵνα ἐπιγινώσκωσιν ἑαυτοὺς ἧς τάξεως καὶ ἀξίας εἰσί, καὶ μὴ τῶν κρειττόνων κατεπαίρωνται· μᾶλλον γὰρ τῷ λαῷ πλησιάζουσιν ἢ ταῖς ἱερατικαῖς τάξεσι. Καὶ τοῦτο οὐκ ἀπεικότως λέγει, ἀλλ’ ὅτι οἱ μὲν ἱερωμένοι ἴδιον τόπον τὸ θεῖον θυσιαστήριον ἔχουσιν· οἱ δὲ μοναχοὶ μετὰ τοῦ λαοῦ ἔξωθεν ἵστανται, εἰ καὶ τοῦ λαοῦ οἱ μοναχοὶ προΐστανται. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱερὰ θεσμοθεσία ἐν τῷ μεταλαμβάνειν τούτους τοῖς ἐνδοτέροις τὴν μετάδοσιν ἐγχειρίζει· καὶ γὰρ οἱ ἐντὸς ἀπερικαλύπτως τὰ θεῖα διὰ συμβόλων βλέπουσι539 καὶ ἀκούουσι· καὶ ἐπὶ τοὺς ἔξωθεν τῶν παραπετασμάτων ἱσταμένους, μοναχούς, λαϊκούς, ἔτι καὶ τὰς καθαιρομένας τάξεις, κατηχουμένους, καὶ τοὺς ἐν μετανοίᾳ, τὰ ἱερὰ ἐκφαίνουσι, καλῶς ἀεὶ διαφυλαττόμενα ἄχραντα ἀπὸ τῶν σῶν ὄψεων [...]». Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι τὰ παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ ἐξηγοῦνται καὶ ἀπὸ τὸν Γεώργιον Παχυμέρην, καὶ φυσικὰ ὑπῆρχον καὶ στὶς μέρες του. Ἀλλοίμονο στὴν σημερινὴ ἐποχή. Μέσῳ τῶν καμερῶν ποὺ βάζουν οἱ ἴδιοι οἱ Ἱερεῖς, βεβηλώνονται καὶ διαπομπεύονται τὰ πάντα. —Βλ. Ἰω. Φουντούλη: «Ἕνα πάντως θὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθεῖ, νομίζω χωρὶς ἀντίρρηση καὶ συζήτηση. Ἡ τοποθέτηση μηχανημάτων λήψεως μέσα στὸ ἅγιο βῆμα. Ἡ μετάδοση ἀδιακρίτως σκηνῶν ἀπὸ αὐτό [τὸ ἅγιο βῆμα], καὶ κατὰ τὶς πιὸ κρίσιμες μάλιστα ἱερὲς ὥρες τῆς Ἱερουργίας τῶν μυστηρίων, ἔχω τὴν γνώμη ὅτι ἀποτελεῖ βεβήλωση καὶ διαπόμπευση [τί ἄρα θὰ ἔλεγε σήμερα ποὺ Ἱερεῖς βάζουν τό YouTube στὴν Ἁγία Τράπεζα;].», εἰς Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σ. 223. Βλ. ἐπίσης, Κεφ. 18. 539 – 277 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 72 Rationale Divinorum Officiorum540 (ΙΓʹ αἰ.) – Τρία Καταπετάσματα “Circa hoc autem notandum est, quod triplex genus veli suspenditur in Ecclesia, videlicet, quod sacra operit, quod sacrarium a clero dividit, et quod clerum a populo secernit”.541 Μετάφρασις· «Στὴν Ἐκκλησία κρέμονται τρία Καταπετάσματα. Αὐτὸ ποὺ καλύπτει τὸ Θυσιαστήριον [τὰ Παραπετάσματα τοῦ Κιβωρίου], αὐτὸ ποὺ χωρίζει τὸ Ἱερὸ ἀπὸ τὸν Κλῆρο542 [δικό μας Τέμπλο], καὶ αὐτὸ ποὺ χωρίζει τὸν Κλῆρο [καὶ τοὺς Ψάλτες] ἀπὸ τὸν Λαό (Chancel Screen, Rood Screen, Cathedral Screen, Schola Cantorum)». 543 Τὸ τελευταῖο Καταπέτασμα/χώρισμα (Chancel Screen) κατ’ ἀναλογίαν εἶναι οἱ τοῖχοι ἢ τὰ κάγκελα ποὺ ἔχουν ὁρισμένοι δικοί μας Ναοί περιμετρικὰ τοῦ σημερινοῦ Σολέα. Σημείωσε, 1000 χρόνια μετά τὸν Ἅγιο Μακάριο Ἱεροσολύμων (+335), σ. 202, βλέπουμε νὰ κρατεῖται ἡ Παράδοσις τῶν Καταπετασμάτων καὶ στοὺς Καθολικούς (δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ λαῖλαψ τοῦ «Διαφωτισμοῦ»). Τό Rationale Divinorum Officiorum (~1286) εἶναι γιὰ τοὺς Δυτικούς, ἡ πιὸ σημαντικὴ μεσαιωνικὴ λειτουργικὴ πραγματεία, σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία καὶ ἀρχιτεκτονική, καὶ ἦταν στὴν Δύση, μαζὶ μὲ τὴν Βίβλο, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συχνὰ ἀντιγραφόμενα καὶ διαδιδόμενα κείμενα. Γράφτηκε ἀπὸ τὸν Guillaume Durand (Gulielmo Durando, Guillaume Durandus, William Durand) κανονολόγο, λειτουργιολόγο, καὶ ἐπίσκοπο τοῦ Mende (Γαλλία, Montpellier). 541 Gulielmo Durando, Rationale Divinorum Officiorum, Neapoli 1859, σ. 29 (§1.3.35). 542 Ὁ Κλῆρος [τὸ Πρεσβυτέριον], εἶναι γιὰ τὸν Durand ὁ χῶρος μεταξὺ τοῦ Ἱεροῦ καὶ τοῦ Λαοῦ, ποὺ χωριζόταν μὲ Καταπετάσματα καὶ πρὸς τὸ Ἱερόν, καὶ πρὸς τὸν Λαόν (Rood Screen, Chancel Screen, Schola Cantorum). Ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἄμβων, καὶ οἱ Ψάλτες, καὶ οἱ Μοναχοί. 543 Πρβλ. T. M. Thibodeau, The Rationale Divinorum Officiorum of William Durand of Mende, A new translation of the Prologue and Book One, Columbia University Press, 2010, σ. 43. 540 – 278 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 73 Rationale Divinorum Officiorum (ΙΓʹ αἰ.) – Secretum, Κλειστὸν Κιβώριον στὴν Ἁγία Ἀναφορά “Primum, videlicet cortinae, quae ab utroque altaris latere extenduntur sacerdote secretum intrante”.544 Μετάφρασις· «Τὰ Παραπετάσματα (κουρτίνες) ποὺ ἀπλώνουν σὲ κάθε γωνία τῆς Ἁγίας Τραπέζης [Κιβωρίου], καὶ (μέσα) ἀπὸ τὰ ὁποία ὁ Ἱερεὺς εἰσέρχεται στὸ Μυστικό Μέρος (Secretum)». 545, 546 Βλέπουμε δηλαδή, ὅτι καί στοὺς Δυτικούς, καὶ στὴν Ῥώμη, ἀκόμη καὶ τὸν 13ον αἰ. ἔκλειναν τὰ Παραπετάσματα τοῦ Κιβωρίου στὴν Ἁγία Ἀναφορά (μὲ τὸν Ἱερέα ἐντός), καὶ μέχρι τὸν «Διαφωτισμό». Gulielmo Durando, Rationale Divinorum Officiorum, Neapoli 1859, σ. 29 (§1.3.35). Πρβλ. T. M. Thibodeau, The Rationale Divinorum Officiorum, ὅ.π., σ. 43. 546 Μυστικὸν μέρος (Secretum), δηλ. τὸ ἐντὸς τοῦ Κιβωρίου τῆς Ἁγίας Τραπέζης μέρος μὲ τὰ Καταπετάσματα κλειστά. Τὸ Κιβώριον χωροῦσε τὸν Ἱερέα ἐντὸς μὲ τὰ Καταπετάσματα (Βῆλα) κλειστά. 544 545 – 279 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 74 Rationale Divinorum Officiorum (ΙΓʹ αἰ.) – Secreta («Τὰ Μυστικά», Ἁγία Ἀναφορά / Μυστικὲς Εὐχές) (Κεφάλαιον 35. «Τὰ Μυστικά»547 ἢ ὁ Κανὼν τῆς Λειτουργίας548) “Ad hoc etiam significandum sacerdos secretam intrans, quasi velatur quibusdam cortinis, quae sunt in lateribus altaris, prout infra dicetur in quarta particula canonis, super verbo Hanc igitur. Dicitur etiam Secreta, quia secrete et sub silentio dicitur;” 549 Μετάφρασις· « [Λέγεται ἐπίσης «Τὰ Μυστικά»], γιὰ νὰ δείξει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ὅταν ἀρχίζει «Τὰ Μυστικά» (τὶς Μυστικὲς Εὐχές, Secreta), εἶναι καλυμμένος ἀπὸ τὰ Παραπετάσματα [τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου] ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε πλευρὰ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, [...]. Καλεῖται ἐπίσης «Τὰ Μυστικά» (Secreta), ἐπειδὴ λέγονται μυστικῶς καὶ ἐν σιωπῇ.»550 Μυστικῶς καὶ ἐν σιωπῇ, οἱ Δυτικοί. Ἐμεῖς οἱ τῆς Ἀνατολῆς; Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (329-390): «μυστικῶς Τὰ Μυστικὰ φθέγγεσθαι, καὶ ἁγίως τὰ ἅγια, καὶ μὴ ῥίπτειν εἰς βεβήλους ἀκοὰς τὰ μὴ ἔκφορα» [PG 36, 17]. Καὶ σὲ ἐμᾶς παλαιά, ἡ Ἁγία Ἀναφορά καλοῦνταν «Μυστικὲς Εὐχές», ὅπως καὶ στοὺς Δυτικοὺς ὁ Κανὼν τῆς Λειτουργίας καλοῦνταν «Τὰ Μυστικά» (Secreta). 548 Canon of the Mass (Canon Missæ). 549 Gulielmo Durando, Rationale Divinorum Officiorum, Neapoli 1859, σ. 238 (§4.35.3). 550 Πρβλ. Rationale Divinorum Officiorum by Guillaume Durandus, Volume Three, A modern translation of Book Four, Translated by Janet Gentles, Paschal Light, 2019, σ. 237. 547 – 280 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 75 Ἅγιος Φιλόθεος (Κόκκινος) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1300-1379), Τάξις Ἱεροδιακονίας, [PG 154, 752] «Ἱστέον ὅτι τὰ ἅγια θύρια οὐδέποτε ἀνοίγονται, εἰ μὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ μεγάλου Ἑσπερινοῦ, ὅτε θυμιᾷ μόνον ὁ Ἱερεύς, εἰς τὰς Εἰσόδους πάσας, ἤγουν τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Λειτουργίας, τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Ὡσαύτως ἀνοίγονται, καὶ ἀπὸ τοῦ [Μετὰ φόβου...] Προσέλθετε, μέχρι συμπληρώσεως τῆς θείας Λειτουργίας», Διάταξις τῆς Ἱεροδιακονίας (ιδʹ αἰ.) Ἁγίου Φιλοθέου Πατριάρχου Κων/πόλεως, εἰς [Ε(1545), φ. 2]551, [Ε(1553), φ. 3], [EG(1647), σ. 3], [Ε(1691), σσ. 2-3, τυπ. Ν. Γλυκεῖ], [Ε(1803), σ. 2, Πατρ. Τυπογραφεῖον, Κων/πολις], [PG 154, 752]. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχαιοτάτη παράδοσις ποὺ ἀκόμη τηρεῖται στὸ Ἅγιον Ὄρος (Ἁγιορείτικη παράδοσις)552. Φυσικὰ αὐτὴ ἡ παράδοσις προϋπῆρχε τοῦ ἁγίου Φιλοθέου ὁ ὁποῖος ἁπλῶς τὴν κατέγραψε μὲ λεπτομέρεια. Εἰκ. 75-1. Τοιχογραφία Μονῆς Ῥαβάνιτσα (Ravanica), δεκαετία 1380 (κοντὰ στὸ ἕτος κοίμησής του!), Ἡ Σύνοδος τῶν Βλαχερνῶν τοῦ 1351 (κώδικα Paris. gr. 1242, φ. 5v), περ. 1370-1375. [Ε(χ)] Εὐχολόγιον [τὸ Μέγα] (ἔτους χ). Ἱερὸν Κελλίον Εὐαγγελισμοῦ, Ἁγιορείτικον Τυπικόν, ὅ.π., σ. 45, ὑποσ. 32, «Τὰ βημόθυρα (ἢ «Ἅγιαι Θύραι» ἢ καὶ «Ἅγια Θύρια») εἶναι κεκλεισμένα εἰς πάσας τὰς ἀκολουθίας (πλήν συλλείτουργων). Ἀνοίγονται μόνον πρὸς διέλευσιν τοῦ ἱερέως (εἰς τινα Εἴσοδον ἢ διὰ νὰ θυμιάση) καὶ ἐπανακλείονται». Σημ. τό «πλήν συλλείτουργων» εἶναι καινοτομία (δὲν γνωρίζουμε πότε ἄρχισε). 551 552 – 281 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Α 76 Ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου, Λειτουργικὰ Χφφ, [D II, σ. 345 (ΙΔʹ αἰ.), κ.ἀ.] Εἴδαμε ἤδη ἀπὸ τόν Ηʹ αἰῶνα, ὅτι στὸ Barb.gr.336 ἀναφέρεται τὸ ἄνοιγμα τῶν ἁγίων θυρίων μετὰ τὴν ἁγίαν Ἀναφοράν σὲ Ἀρχιερατικὴ Λειτουργία, σ. 246. Ἐδὼ βλέπουμε τὴν ἴδια πληροφορία, καὶ σὲ χειρόγραφα τοῦ 14ου , 15ου αἰῶνα. «Τάξις γινομένη ἐπὶ χειροτονίᾳ διακόνου. Ὀφείλοντος εἶναι χρόνων τελείων εἴκοσι καὶ πέντε. Μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν ἁγίαν Ἀναφορὰν καὶ τὰς θύρας ἀνοιγῆναι [ἐννοεῖται τοῦ Ἱεροῦ μαζὶ μὲ τὸ καταπέτασμα ποὺ ἦσαν κλειστά], καὶ τὸν Ἀρχιερέα ἐκφωνεῖναι τό Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη, πρὶν εἰπεῖν τὸν διάκονον τὸ Πάντων τῶν Ἁγίων μνημονεύσαντες... ὁ μέλλων χειροτονεῖσθαι προσάγεται ... . Καὶ ἀλλοῦ, εἰς [D II, σ. 655 (15ος αἰ.), σ. 772 (1538)]. – 282 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Α 77 Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσ/νίκης (+1429), [PG 155, 732A] Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁμιλεῖ σὲ τρία σημεῖα γιὰ τὸ Καταπέτασμα. Θὰ τὰ δοῦμε παρακάτω ἀναλυτικά: 77.1 [PG 155, 697] «Τοῦ αὐτοῦ ἐρμηνεία περί τε τοῦ Θείου Ναοῦ [...], οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς Θείας Μυσταγωγίας [...]», [PG 155, 697]. πγʹ. Διατὶ κλείονται μετὰ τὸ σφραγίσαι τὰ ἄγια θύρια. Εἰσελθόντος δὲ [τοῦ Ἀρχιερέως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον καὶ τὸ σφραγῖσαι τὸν λαὸν τῷ τρικηρίῳ] κλείονται αἱ θύραι [τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα], ὅτι οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς». [PG 155, 732A]. Μέχρι τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ἐρμηνείας ([PG 155, 750]) ὁ Ἅγιος δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνοίγματος τῶν ἁγίων θυρίων π.χ. εἰς τὸ Πιστεύω, ὁπότε καὶ βλέπουμε ὅτι μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς («οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια») εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Συμεών. Τὸ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς» εἶναι ξεκάθαρο ὅτι κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰν εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια.– – 283 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 77.2 [PG 155, 253-304] Στὸ περὶ τῆς Ἱερᾶς Λειτουργίας ἔργον του [PG 155, 253-304], λέγει: (296A) «μετὰ τοὺς κατηχουμένους, ἡ Δευτέρα μεγάλη εἴσοδος [...]. (296B) Εἶτα κλείονται μὲν αἱ [ἅγιαι τοῦ Ἱεροῦ ἐννοεῖται] θύραι, ὅτι τάξις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια553, ἐπεὶ καὶ τότε κεκαλυμμένος ἔσται πολλοῖς, καὶ κατὰ μικρὸν ἀνοιγόμενος ὁ Ἰησοῦς. Εἶτα [πότε;]554 αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται. Καὶ τῆς ὁμολογίας κηρυχθείσης, καὶ τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως παρὰ πάντων ἀνωμολογηθέντος, τὰ τῆς ἀγάπης ἀγγέλοις τε καὶ ἀνθρώποις διὰ τοῦ Ἀσπασμοῦ555 [...]. Καὶ Ἰησοῦς τὸ κάλλιστον ἱερεῖον μέσον ἔσται πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ, εἰρήνη πάντων ὢν καὶ ἑνότης, καὶ ἱερεὺς καὶ ἱερουργούμενος, καὶ ἑνὼν πάντας, καὶ ἑνούμενος πᾶσι· πλὴν ἀναλόγως· οὐ γὰρ πάντες ἀμέσως τούτου μεθέξουσιν· ἀλλ’ οἱ μὲν ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται, καὶ ὥσπερ ἱερουργοὶ καὶ τῶν τελεωτέρων ἁπτόμενοι». (296D) Κεφάλαιον ϟθʹ. [...] Καὶ τοῦτο δηλοῖ ἐνταῦθα ὁ πρῶτος ἀρχιερεύς, πλησιάζων τε καὶ ἁπτόμενος, καὶ θύων τὰ μυστικά, καὶ αὐτὸν τὸν τυθέντα ὑπὲρ ἡμῶν ἐκτυπούμενος· οἱ δὲ [πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι], διὰ μεσίτου αὐτοῦ μετέχοντές τε καὶ ἀπολαύοντες. [...]. Στὸ ἀνωτέρω ἐδάφιο [296A-296D], καὶ συγκεκριμένα στά: «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια, ἐπεὶ καὶ τότε κεκαλυμμένος ἔσται πολλοῖς, καὶ κατὰ μικρὸν ἀνοιγόμενος ὁ Ἰησοῦς. Εἶτα [πότε;] αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται. Ὅμοια μὲ τὸ «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς», [PG 155, 732A], καὶ ὁρίζει ὅτι κατὰ τὴν Ἁγία Ἀναφορὰν εἶναι κλειστὰ τὰ ἅγια θύρια. 554 Ὅπως θὰ δοῦμε, στὴν Θεία Κοινωνία, δηλ. στὸ Μετὰ φόβου. 555 Ὁ Ἀσπασμὸς ἐδῶ ἀναφέρεται μετὰ τὸ Πιστεύω. 553 – 284 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Καὶ τῆς ὁμολογίας κηρυχθείσης, καὶ τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως ..., ... τοῦ Ἀσπασμοῦ […]. […] οὐ γὰρ πάντες ἀμέσως τούτου [τοῦ Χριστοῦ] μεθέξουσιν· ἀλλ’ οἱ μὲν ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται, καὶ ὥσπερ ἱερουργοὶ καὶ τῶν τελεωτέρων ἁπτόμενοι», φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἀσάφεια. Ἡ ἀσάφεια εἶναι ὅτι ἐνῷ μᾶς λέει ὅτι «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», σαφῶς ὑποδηλώνοντας τὴν Ἁγία Ἀναφορά, μετὰ μᾶς λέει αἱ πύλαι ἀνοίγονται. Μὰ «τὰ ὑψηλά», «τὰ μυστήρια», εἶναι στὴν ἁγία Ἀναφορά, πῶς λοιπὸν ἀνοίγονται πρὶν τὴν ἁγία Ἀναφορά, ἀφοῦ οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια; Ἀργότερα ὅμως λέει ὅτι «…ἀλλ’ οἱ μὲν [Ἱερουργοὶ] ἀκραιφνῶς, καὶ παραπετασμάτων χωρίς, ἐγγὺς ἔσονται…», δηλ. οἱ Ἱερεῖς θὰ μετάσχουν τῆς Θείας Κοινωνίας πρώτοι, ἀφοῦ εἶναι δίπλα στὸν Ἰησοῦν τὸ κάλλιστον ἱερεῖον, καὶ δὲν μεσολαβοῦν παραπετάσματα (ὅπως ἔξω στοὺς Μοναχοὺς καὶ τοὺς Λαϊκούς). Ἄρα ἐμμέσως πλὴν σαφῶς μᾶς λέει ὅτι εἶναι (ἀκόμη) κλειστὰ τὰ Παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ. Πότε ὅμως ἔκλεισαν; Φυσικὰ ἔκλεισαν μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον. Τὸ ἀναφέρει βέβαια ὁ Φουντούλης, βλ. κεφ. 18, σ. 146, «καὶ πάλι ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου». Ἡ ἐξήγησις τῆς ἀσάφειας εἶναι ἁπλή. Ἡ περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου δὲν ἔχει χρονικὴ συνέχεια στὴν πράξη, ὅπως παρατηρεῖται παρομοίως καὶ ἀλλοῦ556. Πρβλ. ἐπίσης Προθεωρία, Taft, ὑποσ. 243. Ὅτι δὲν ἔχει πάντα ἄμεση χρονικὴ σειρὰ ἡ περιγραφή του, φαίνεται καὶ στό (296D297A) ὅπου ἔχει τὴν θεία Κοινωνία τῶν Ἀρχιερέων, Ἱερέων, Διακόνων, καὶ μετὰ τῶν Ὑποδιακόνων, Ἀναγνωστῶν, Μοναχῶν, καὶ τοῦ Λαοῦ. Καὶ ἀκριβῶς μετὰ τί λέει στό αὐτό (297A); «Μετὰ δέ γε τὸν ἁσπασμὸν ἡ τῶν μυστηρίων ἱερουργίᾳ τῇ ἐπικλήσει τοῦ Πνεύματος γίνεται. [...]»! 556 Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ στὸ (296D-297A), ἀλλὰ αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ στὴν Προθεωρία, βλ. ὑποσ. 527. – 285 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 Συνεπῶς, ὅταν λέει, «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια», ἐννοεῖ φυσικὰ ὅτι τὰ ἅγια θύρια εἶναι κλειστὰ καθ’ ὅλη τὴν ἁγία Ἀναφορὰ (στὴν ἁγία Ἀναφορὰ τὰ ὑψηλά καὶ τὸ Μυστήριον). Καὶ ὅταν λέει: «Εἶτα αἱ πύλαι ἀνοίγονται, ὡς καὶ τότε τοῖς προκόπτουσι καὶ τελεωτέροις ἡ θεωρία ἀνάλογος ἔσται», ἐννοεῖ τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Μοναχῶν καὶ τῶν Πιστῶν. Ὅτι ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ καταπέτασμα κατὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν (καὶ ὄχι νωρίτερα), σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο, ὑποστηρίζεται ἐπίσης (ὡς ἀναλύσαμε παραπάνω) καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μαρτυρεῖ ὅτι τὰ παραπετάσματα εἶναι ἀκόμη κλειστὰ («παραπετασμάτων χωρίς»557) στὴν Θεία Κοινωνία τῶν κληρικῶν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Βαρθολομαῖος Γεωργιάδης (1829-1918)282, τελέσας Διευθυντὴς τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς Χαλκίδος, ἀναφέρει ῥητά, ἀσφαλῶς καὶ γιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία558, «τὴν κλείσιν τῆς Ὡραίας Πύλης διὰ Καταπετάσματος» ἀμέσως μετὰ τὴν Μεγάλην Εἴσοδον559, τὸ ἄνοιγμα τῆς Ὡραίας Πύλης ὅταν πεῖ ὁ Διάκονος «Τὰς θύρας, τὰς θύρας»560, τὸ ξανὰ κλείσιμο τῆς Ὡραίας Πύλης ἀπὸ τὸν Ἱερέα ἀμέσως μετὰ τό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», διότι «οὐχὶ πάντες εἶνε ἄξιοι νὰ προσβλέπωσιν εἰς τὰ τίμια δῶρα, εἰμὴ μόνον οἱ ἱερουργοί»561. Καὶ τέλος ἀναφέρει ὅτι ἀνοίγει πάλιν ἡ Ὡραῖα Πύλη ἀκριβῶς πρὸ τοῦ «Μετὰ φόβου»562. Σαφέστατα, τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα κλείνουν, στὴν ἁγία Ἀναφορά, καὶ βάσει τῆς Προθεωρίας· [PG 140, 445D]· «ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδὴ κλείσεως καὶ τοῦ καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἵστασθαι ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ», καὶ βάσει τῆς ἀρχαῖας ΙΕΜΘ, [PG 98, 429A]· «Εἶτα πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας Ἀντιγράφων τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, κεφ. 26, σ. 200. Ἐπὶ τέλους, θὰ πρέπει καὶ οἱ θεματοφύλακες τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων στὴν Θεωρία, νὰ γίνουν καὶ στὴν Πράξη θεματοφύλακες, ὅπως οἱ παλαιοί. 559 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις 1909, σσ. 109-112. 560 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 115. 561 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 118. 562 Ἀρχιεπ. Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς, ὁ.π., σ. 135. 557 558 – 286 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ». Αὐτὰ συγχρονίζονται μὲ τὴν διπλὴ περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν· «οὐ τοῖς πᾶσιν ὁρᾶσθαι ἄξιον τὰ μυστήρια, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἱερωσύνης ἐνεργοῖς» [PG 155, 732A], «οὐ θεωρητὰ τοῖς ὑποδεεστέροις (296C) καὶ κατωτέρω τὰ ὑψηλά, οὐδὲ πᾶσι γνωστὰ τὰ μυστήρια». Συνεπῶς, ἔχουμε τὴν ἑξῆς τάξιν στὸν Ἅγιο Συμεών: Μεγάλη Εἴσοδος Κλείνουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα. <Αἰτήσεις // Εὐχὴ Προσκομιδῆς5> <Τὰς θύρας, τὰς θύρας.> Τὸ Πιστεύω.555 Ὁ Ἀσπασμός.563 Ἁγία Ἀναφορά. Ἀνοίγουν τὰ ἅγια θύρια καὶ τὸ Καταπέτασμα γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν. Ὁ Ἀσπασμὸς στὴν περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν εἶναι μετὰ τὸ Πιστεύω. «Μετὰ δέ γε τὸν Ἀσπασμόν ἡ τῶν μυστηρίων ἱερουργία τῇ ἐπικλήσει τοῦ Πνεύματος γίνεται» [PG 155, 297A]. «πδʹ. Διατί τὸ ἱερὸν λέγεται Σύμβολον καὶ ὁ ἀσπασμὸς γίνεται. Μετὰ δὲ τὴν πρώτην εὐχήν, τοῦ ἱεροῦ λεγομένου Συμβόλου, ὁ ἀσπασμὸς γίνεται», [PG 155, 732B]. Βλ. καὶ ὑποσ. 555. 563 – 287 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 77.3 [PG 155, 389C] Τέλος, ἀλλοῦ ὁ Ἅγιος Συμεὼν λέει: «καὶ εὐθὺς ἵσταται ἐπικλινόμενος ἐκ πλαγίου τῇ τραπέζῃ, καθ’ ἑαυτὸν εὐχόμενος, ἕως ἀρθῇ τὸ καταπέτασμα, καὶ ὁ θεῖος γένηται ἀσπασμός», [PG 155, 389C]. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου. Καὶ ἐδῶ πάλι ὑπάρχει ἀσάφεια. Αʹ. Ἐδὼ ἀναφέρεται ὁ Ἅγιος σὲ χειροτονία πρεσβυτέρου, καὶ νωρίτερα εἶπε· [Μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον] «τῶν θείων οὖν δώρων τεθέντων, καὶ τοῦ καταπετάσματος, ὃ ἐστιν ὁ ἀήρ» [PG 155, 385C]. Ἄρα ἐδῶ ἐννοεῖ ὡς καταπέτασμα τὸν ἀέρα, ὁ ὁποῖος καὶ σηκώνεται στὸ Πιστεύω. Βʹ. Ἂν θεωρήσουμε ὅτι τὸ Καταπέτασμα ποὺ λέγει ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὸ Καταπέτασμα τοῦ Ἱεροῦ, βλ. §77.2.– – 288 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» 78 Διακονικά Κατηχουμένων 78.1 [PG 1, 717D-718D] Στό [PG 1, 717D-718D], ὑποσ. (10) καταχωροῦνται, χῦμα διάφορες προσταγές τῶν διακόνων ἢ καὶ ὑποδιακόνων: Μή τις τῶν κατηχουμένων Μή τις τῶν ἀπίστων Μή τις τῶν ἑτεροδόξων Προέλθετε οἱ κατηχούμενοι ἐν εἰρήνῃ Προέλθετε οἱ ἐνεργούμενοι Προέλθετε οἱ φωτιζόμενοι Ἀπολύεσθε ἐν μετανοίᾳ Μή τις τῶν ἀμυήτων Μή τις τῶν μὴ δυναμένων ἡμῖν συνδεηθῆναι Ἀλλήλους ἐπίγνωτε Ἐπιγινώσκετε ἀλλήλους [ἁγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος] Τὰς θύρας [, τὰς θύρας] Βλέπετε μή τις τῶν κατηχουμένων Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε, κτλ. Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε [ἅγ. Τιμόθεος Ἀλεξ.] Βλέπουμε, ὅτι τὸ Τὰς θύρας, (ἀρχικὰ) ἀνῆκε στὰ διακονικὰ τῶν κατηχουμένων, θὰ τὸ ἐπιβεβαιώσουμε καὶ παρακάτω. – 289 – Παν. Δ. Παπαδημητρίου,Το ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, βʹ ἔκδ., 23/4/2024 78.2 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (+407), [PG 59, 520] [PG 59, 520]: «τῶν λειτουργῶν τῆς θείας ἱερουργίας, τῶν μιμουμένων τὰς τῶν ἀγγέλων πτέρυγας ταῖς λεπταῖς ὀθόναις ταῖς ἐπὶ τῶν ἀριστερῶν ὤμων κειμέναις, καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περιτρεχόντων καὶ βοώντων564· Μή τις τῶν κατηχουμένων, μή τις τῶν μὴ ἐσθιόντων, μή τις τῶν κατασκόπων, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸν Μόσχον ἐσθιόμενον, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸ οὐράνιον Αἷμα τὸ ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, μή τις ἀνάξιος τῆς ζώσης θυσίας, μή τις ἀμύητος, μή τις μὴ δυνάμενος ἀκαθάρτοις χείλεσι προσψαύσασθαι τῶν φρικτῶν μυστηρίων». 78.3 Προηγιασμένη Λειτουργία – Σινᾶ χφ. 1040 [D II, σ. 130]524, 12ος αἰ. Μή τις τῶν κατηχουμένων· Μή τις τῶν ἀμυήτων· Μή τις τῶν μὴ δυναμένων ἡμῖν συνδεηθῆναι. Ἀλλήλους ἐπίγνωτε· Ἀλλήλους γνωρίσατε· Τὰς θύρας κλείσατε· Ὀρθοὶ πάντες. 78.4 Vat. gr. 1970 (Codex Rossanensis), 12ος αἰ., IAK 565, [S, σ. 238] 568 Ἀρχιδιάκονος· Μή τις τῶν κατηχουμένων· μήτις τῶν ἀμυήτων· Οὐκ ὀλίγη ἀναστάτωση ὑπῆρχεν «ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ περιτρεχόντων καὶ βοώντων», στὸ διάστημα μέχρι νὰ βγοῦν οἱ Κατηχούμενοι καὶ οἱ λοιπὲς ἐν μετανοίᾳ τάξεις, καὶ νὰ βεβαιωθοῦν οἱ πιστοί ὅτι δίπλα τους ἦσαν μόνο πιστοί (καὶ δὲν εἶχαν παρεισφρύσει π.χ. κατηχούμενοι, μετανοούντες, ἀμύητοι, κατάσκοποι, κτλ.). 565 Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου (σύμφωνα μὲ τὰ χφφ τοῦ 12ου-13ου αἰ.), (JAS). 564 – 290 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» μήτις τῶν μὴ δυναμένων ἡμῖν συνδεηθῆναι. Ἀλλήλους ἐπίγνωτε· Τὰς θύρας·566 Ὀρθοί, πάντες. Ἀρχιδιάκονος· Ἔτι τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Καὶ μετὰ τὸ ἀποτεθῆναι τὰ δῶρα ἐν τῇ ἁγία τραπέζη ... . 78.5 Paris gr. 2509, 12ος αἰ., IAK 565, [S, σ. 239] 568 Ἀρχιδιάκονος· Μή τις τῶν κατηχουμένων· μήτις τῶν ἀμυήτων· μήτις τῶν μὴ δυναμένων ἡμῖν συνδεηθῆναι. Ἀλλήλους ἐπίγνωτε· Τὰς θύρας· Ὀρθοί, πάντες. Ἀρχιδιάκονος· Ἔτι τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ ἱερεύς, εἰσάγων τὰ ἅγια δῶρα, λέγει τὴν εὐχὴν ταύτην... . 78.6 Vat. gr. 2281 (Rotulus Vaticanus), 13ος αἰ., ΜΚ 567, [S, σ. 22] 568 Ἱερεύς· Ὅπως ὑπὸ τὸ κράτος σου πάντοτε φυλαττ. Ἀρχιδιάκονος· Βλέπετε μή τις τῶν κατηχουμένων. {Τὰς θύρας, ὑποδιάκονε.} Ὁ ἱερεὺς εὔχεται τοῦ χερουβικοῦ ... . Καὶ μετὰ τὸ τεθῆναι τὰ ἅγια δῶρα .... Ὀμοίως εἰς B.-Ch. Mercier, La Liturgie de Saint Jacques, Patrologia Orientalis (PO) 26.2, Paris 1946, σ. 176 [62]. 567 Λειτουργία τοῦ Ἁγίου Μάρκου (σύμφωνα μὲ τὸ χφ τοῦ 13ου αἰ.), (MK). 568 [S] C. A. Swainson, The Greek Liturgies chiefly from original authorities, Cambridge at the University Press, 1884. 566 – 291 – Ἀνάλυσις τῶν Παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν (Ναῶν) τοῦ Δʹ αἰῶνος ἐν Ἑλλάδι 79 Ἀνάλυσις τῶν Παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν (Ναῶν) τοῦ Δʹ αἰῶνος ἐν Ἑλλάδι Ἀπόδειξη τοῦ ψηλοῦ φράγματος, στὶς παλαιοχριστιανικὲς ἐκκλησίες, εἶναι ἡ «συμφυὴς βάσις κιονίσκου» ἐπὶ τοῦ πεσσίσκου, ἢ ὑψηλὸς κίονας ἢ πεσσός ἢ ἐπιστύλιον. Ἐπίσης εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ στήριξη τῶν κιονίσκων ἐπάνω στὰ θωράκια ἄνευ πεσσίσκων (μέσω ἑνὸς μικροῦ στυλοβάτου ποὺ ἐδράζεται στὰ θωράκια). Ἄρα ἡ εὕρεσις μόνο θωρακίων δὲν εἶναι ἱκανὴ καὶ ἀναγκαῖα συνθήκη χαμηλοῦ φράγματος. Οἱ ἀρχαιολόγοι ἐπὶ τὸ πλεῖστον (μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις) στὶς ἀνασκαφὲς π.χ. τῶν παλαιοχριστιανικῶν Ναῶν, δὲν φέρνουν (ὅπως εἶναι φυσικόν) στὸ φῶς τὸν Ναόν ὅπως ὅταν πρωτοκτίστηκε μὲ τὶς λεπτομέρειές του, ἀλλὰ τὸν φέρνουν συνήθως μὲ τὶς διάφορες ἀλλαγές τοῦ Ναοῦ στὸ διάβα τοῦ χρόνου, στοὺς αἰώνες ποὺ ἀκολούθησαν, στὴν μορφὴ δηλαδὴ ποὺ ἐξελίχθηκε, μέχρι φυσικὰ τὴν καταστροφή του ἢ τὴν ἐρήμωσή του. Συνεπῶς πολλάκις τὸ φράγμα τοῦ (δυτικοῦ τμήματος τοῦ) Πρεσβυτερίου (σημερινοῦ Σολέα), συγχέεται μὲ τὸ φράγμα τοῦ Βήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τὸ πλεῖστον στοὺς πρώτους Ναοὺς ἦταν μόνον Καταπέτασμα (κεφ. 4, κεφ. 28, κ.ἀ.). Γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι κάποιο φράγμα ἔχον πεσσίσκους μὲ ἀπόληξη εἶναι φράγμα τοῦ Βήματος, θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ φράγμα αὐτὸ ἦταν ὅντως τὸ ὅριο τοῦ Βήματος, καὶ δὲν ἦταν τελικὰ τὸ δυτικὸ ὅριο τοῦ Πρεσβυτερίου (σημερινοῦ Σολέα). Σύμφωνα μὲ τὴν Στουφῆ-Πουλημένου, οἱ ἀρχαιότεροι Παλαιοχριστιανικοὶ ναοὶ τῆς Ἑλλάδος (τέλη Δʹ - ἀρχὲς Εʹ αἰ.), εἶχαν χαμηλὸ φράγμα569. Ὅμως αὐτὸ ἐλέγχεται στὴν ἴδια τὴν ἐργασία διττῶς: α. ὑπῆρχαν Ναοὶ τοῦ Δʹ αἰ. μὲ ὑψηλὸ φράγμα, β. πολλάκις τὸ δυτικὸν φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα) συγχέεται ὡς φράγμα τοῦ Βήματος (βλ. κεφ. 6). Σύμφωνα μὲ τὴν Στουφῆ-Πουλημένου,570 δὲν ἀναφέρεται Βασιλικὴ τοῦ Γʹ αἰ., ἀλλὰ ἀναφέρονται ἑπτά (7) Ναοί τοῦ Δʹ αἰ. στὴν Ἑλλάδα, τοὺς ὁποίους ἀναφέρουμε ἐν συντομίᾳ κατωτέρω καὶ ἀναλύουμε στὸ σχετικὸ ἄρθρο μας.571 Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., σ. 69. Στουφῆ-Πουλημένου, ὅ.π., Τυπολογικοὶ Πίνακες [Βασιλικῶν Ἑλλάδος], σσ. 227-233. 571 Παν. Δ. Παπαδημητρίου, Ἀνάλυσις τῶν Παλαιοχριστιανικῶν Βασιλικῶν (Ναῶν) τοῦ Δʹ αἰῶνος ἐν Ἑλλάδι, 3/2/2024. 569 570 – 292 – «Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση, τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς» Βασιλικὴ Ἐπιδαύρου - Ψηλὸ φράγμα (συμφυῆς βάσις κιονίσκου). Ἐγκάρσιον κλίτος. Παρέχονται στοιχεῖα φράγματος. Τὸ φράγμα ὅμως εἶναι τοῦ δυτικοῦ μέρους τοῦ Πρεσβυτερίου (σημερινοῦ Σολέα), ὄχι τοῦ Β